ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, δεν λέω, αλλά άλλο οικονομία και άλλο να κάνεις το σκατό σου παξιμάδι από την τσιγκουνιά, κύριε Τιμολέοντα.

 

Και καλά, εσύ συνηθισμένα τα βουνά από τα χιόνια, μπορείς και το κάνεις παξιμάδι και να το τρως κιόλας, αλλά οι άλλοι γύρω σου τι σου φταίνε να σου κάνουνε –σώνει και καλά- παρέα στο φαγοπότι του παξιμαδιού σου και μάλιστα με τη θερμοκρασία στην κουζίνα να αγκαλιάζει το μηδέν και να ερωτοτροπεί μαζί του;

ΔΙΟΤΙ αυτό συνέβη τις μέρες εκείνες με το κρύο, όταν το θερμόμετρο αγκομαχούσε να φτάσει από το μηδέν στο ένα και ο βοριάς των εννέα μποφόρ και κάτι ψιλά, ξύριζε και μάλιστα χωρίς σαπουνάδα και τη γενειάδα της γειτόνισσας της κυρίας Ασπασούλας, Θεός ‘σχωρέστηνα,  η οποία ξυριζόταν  μια φορά το χρόνο, γενικώς, και από το μαλλί που έβγαινε (πόδια, μασχάλες, πρόσωπο) έκανε νέο μαξιλάρι, καλύτερο και από πουπουλένιο. Αλλά, άλλο αυτό και άλλο να μην ανάβεις ούτε ξυλόσομπα για να μη χαλάσεις ένα ευρώ να αγοράσεις ξύλα. Κάτι είχε διαισθανθεί ο δάσκαλος και σε φώναζε στο δημοτικό «κούτσουρο», διότι οι δάσκαλοι έχουνε ένστικτο και μπορεί να διαβλέψουνε  το μέλλον για κάτι ανθρώπους σαν κι εσένα, κύριε Τιμολέοντα.

ΚΑΛΑ που δεν έκανες και παιδιά δηλαδή και έχεις μόνο αυτή τη φουκαριάρα την κυρία Θοδώρα, που σηκώνει τον σταυρό του μαρτυρίου γιατί δεν ήθελε η μάνα και ο πατέρας της να μείνει γεροντοκόρη και της κάνανε προξενιά με σένα να μη μείνει στο ράφι. Όταν είδανε τα χαΐρια της και το τι κελεπούρι της δώσανε, ήτανε αργά πια, αν και έπρεπε να το καταλάβουνε όταν ρώτησε ο γαμπρός, την ώρα που γράφανε τις προσκλήσεις: «Πόσο εισιτήριο να βάλουμε στους καλεσμένους για τον γάμο;»

ΚΑΡΑΤΣΕΚΑΡΙΣΜΕΝΟ δηλαδή, ότι σε έχει παρασύρει το πνεύμα της οικονομίας, το οποίο επισκέπτεται εσένα και τους όμοιούς σου και κατά περίεργο τρόπο είναι ο μόνος επισκέπτης που έχεις στο σπίτι σου, γιατί δεν πατάει άνθρωπος σ’ αυτό από την τσιγκουνιά σου, μιας και δεν δίνεις του αγγέλου σου νερό, όχι να δώσεις νερό σε επισκέπτη και μάλιστα ακάλεστο. Αφού, να μου το θυμηθείς, και ο άγγελος που θα έρθει να σε πάρει διψασμένος θα φύγει.

ΜΑ με τέτοιον παλιόκαιρο, και με το «βοριά που τ’ αρνάκια παγώνει» και «Χιόνια στο καμπαναριό/που Χριστούγεννα σημαίνει/Χιόνια στο καμπαναριό/ξύπνησε όλο το χωριό», όπως τραγουδούσαμε πιτσιρικάδες, εσύ να ζεσταίνεσαι από τη φλόγα του καντηλιού; Είσαι με τα καλά σου, κύριε Τιμολέοντα; Με το καντήλι, που έφεγγε και κένταγε η κόρη το μαντήλι, εσύ ζεσταίνεις το σπίτι σου; Μέχρι και οι άγιοι στο εικονοστάσι μείνανε σβηστοί χριστουγεννιάτικα, γιατί το είχες κατεβάσει και το είχες βάλει στη μέση του δωματίου. Και που δεν σας βρήκανε κοκαλωμένους από το κρύο, κανένας δεν είπε «Άγιο είχανε», γιατί ποιος άγιος θα γύριζε να σας κοιτάξει, αφού ακόμα και τα δέκα γραμμάρια λάδι που του αναλογούσανε στο εικονοστάσι, του τα πήρες και τα έκανες θερμάστρα;

ΚΑΙ τι βρήκες να πεις στην κυρία Θοδώρα, όταν τόλμησε να σου παραπονεθεί με τη μύξα της να έχει γίνει σταλακτίτης; «Παραπονιέσαι κι εσύ που πας στην εκκλησία και μας το παίζεις θεούσα; Έχεις δει πουθενά τον Χριστό στη φάτνη και δίπλα του σόμπα; Εκείνος, για να μας σώσει, γεννήθηκε σε μια στάνη, σε μια φάτνη, μέσα στο κρύο, κι εσύ παραπονιέσαι που είσαι μέσα σε ένα σπίτι, με όλα τα καλά του Θεού;» Τέτοιες ερμηνείες περί σωτηρίας του κόσμου μόνο από σένα θα μπορούσε να τις ακούσει κανείς, κύριε Τιμολέοντα. Διότι, στο κάτω κάτω της γραφής ο Χριστός είχε και πέντε ζώα δίπλα του να τον ζεστάνουν με το χνώτο τους εκείνη τη Άγια Νύχτα. Η κυρία Θοδώρα έχει μεν ένα ζώο, δηλαδή εσένα, αλλά τι να το κάνει το χνώτο σου, αφού δεν προλαβαίνει να βγει και γίνεται παγάκια για φραπέ, χωρίς να υπάρχει λόγος για κάτι τέτοιο, γιατί μόνο ο φραπές λείπει από την κουζίνα, τρομάρα σου. Διότι, είναι τοις πάσι γνωστό πως «όλα τα καλά του Θεού», που λες ότι έχει το σπίτι σου, μόνο σε μαγική εικόνα μπορεί να τα δει η κυρία Θοδώρα, όταν ούτε το ψυγείο δεν έχεις στην πρίζα, γιατί όπως λες «Τι να το βάλουμε στην πρίζα, αφού δεν έχει τίποτα μέσα; Μόνο για να καταναλώνουμε ρεύμα; Ξεχάσαμε δηλαδή τις γιαγιάδες μας, που είχανε τα φανάρια και βάζανε μέσα τα φαγιά τους;»

ΔΕΝ γίνεται λόγος φυσικά για την εικόνα απείρου κάλλους, όταν κάνανε το λάθος δυο παιδάκια, από άλλη γειτονιά φυσικά, που χτυπήσανε την πόρτα για να σου πούνε τα κάλαντα παραμονή πρωτοχρονιάς, με εκείνο το χιονιά και το κρύο, θα το θυμάσαι, δεν μπορεί, και τους άνοιξες την πόρτα, σκεπασμένος με το πάπλωμα και με το καντήλι στο χέρι. Μαύρο δρόμο πήρανε, αφήνοντας μέσα στην τρομάρα τους την αγριοκρεμμύδα στην πόρτα. Και τι έκανες εσύ, κύριε Τιμολέοντα; Την πήρες και την έδωσες στην σύζυγο περιχαρής. «Κοίτα, Θοδώρα, τι μας έφερε ο νέος χρόνος, το αυριανό φαγητό. Και μετά σου λένε πως δεν υπάρχει Άη Βασίλης!».

Ο Ρίμος