ΠΩΣ να μην βαρυστομαχιάσεις, κύριε Δημητράκη μας; Αφού τρως με δέκα μασέλες στην καθισιά σου, όταν βρίσκεις τσάμπα φαΐ. Στομάχι σου έδωσε ο καλός Θεός, δεν σου έδωσε μηχανή σε νταμάρι που αλέθει πέτρες. Κάποτε κλατάρει και δεν το πιάνει ούτε σόδα ούτε τα άλλα μαντζούνια που σου φτιάχνει η κυρία Κατίνα για να σε συνεφέρει.

ΔΕΝ αφήνεις εκδήλωση με κέρασμα να πέσει χάμω. Από τη μια φεύγεις και στην άλλη πηγαίνεις. Όπου πανηγύρι και χαρά η Βασίλω πρώτη. Πρώτη η Βασίλω και μετά εσύ. Το δίδυμο της συμφοράς.

ΚΑΙ δεν είναι που τρως μεζέδες του σκοτωμού, αλλά και που παίρνεις άλλες πέντε μερίδες για το σπίτι και καμώνεσαι πως έχεις πάρει μόνο μία «Για τη γυναίκα μου την Κατίνα που δεν μπόρεσε να έλθει γιατί έχει αρπάξει μια γρίπη άλλο πράμα». Καμία γρίπη δεν έχει αρπάξει η κυρία Κατίνα, διότι και η γρίπη να επισκεφτεί το σπίτι σου θα βγει αυτομάτως από την πίσω πόρτα αντικρίζοντας τα μούτρα της κυρίας Κατίνας σου, που δεν της αρέσουν μάλιστα και οι μεζέδες που της πηγαίνεις «γιατί ποιος ξέρει τι βάζουνε μέσα για να φουσκώσουνε τα τυροπιτάκια». Βλέπεις, εξήντα χρόνια παντρεμένοι δεν αξιώθηκε να μάθει τι εστί φούσκωμα, να κάνει κανένα παιδί να έχει να απασχολείται με κάτι. Με το μόνο φούσκωμα που είχε ασχοληθεί ήταν το φούσκωμα του καφέ πριν κατεβάσει το μπρίκι από τη φωτιά, αλλά καμία σχέση με το φούσκωμα που περίμενε όταν σε παντρεύτηκε.

ΕΚΤΟΣ αυτού, ό,τι έχει το τραπέζι το σαρώνεις. Από ξηρούς καρπούς μέχρι κρακεράκια και γαριδάκια. Πού τα χωράνε όλα αυτά οι τσέπες σου, πράγμα μυστήριο! Ούτε περίπτερο δεν θα χωρούσε τόση ποσότητα. Κουβαλάς μαζί σου και εκείνη την αδιαφανή  νάιλον σακούλα για τα συμπληρώματα. Οργανωμένος δηλαδή. Μην πέσει ψίχουλο και ζήσει κανένα μυρμήγκι! Να του πάρεις το ψίχουλο από το στόμα. «Για τα μυρμήγκια φροντίζει ο Θεός. Για μας δεν φροντίζει κανένας, Κατίνα. Αν δεν έχεις νύχια να ξυστείς, μην περιμένεις να σε ξύσουνε άλλοι».

ΤΩΡΑ, τι σχέση έχει το ξύσιμο με τα μεζεδάκια που βουτάς με τη δεξιά σου από το τραπέζι και με τόση δεξιοτεχνία ώστε να μην σε παίρνει χαμπάρι η αριστερά σου (όχι η κυβέρνηση. Αυτή δεν χαμπαριάζει με τίποτα) είναι άλλου παπά ευαγγέλιο, άγνωστο στον κύριο Δημητράκη.

ΓΥΡΙΖΕΙΣ στο σπίτι πανευτυχής. «Τι σου έφερα σήμερα, Κατίνα!» Τι της έφερες, κύριε Δημητράκη; Πάντως όχι τον ουρανό με τ’ άστρα. Αυτόν δεν της τον έφερες ούτε όταν τη γνώρισες και ήτανε μια χαρά κοπέλα, όχι τώρα που τη ζηλεύουνε και οι σταφίδες, γιατί είναι πιο ζαρωμένες από αυτές και τους κλέβει τα πρωτεία.

Και η προετοιμασία, προετοιμασία πριν βάλεις στο στόχαστρο την επόμενη εκδήλωση.  «Πιστεύω να έχουνε τίποτα καλό, να τη βγάλουμε για καμιά εβδομάδα. Τι λες Κατίνα;» Τι να πει η Κατίνα; Κουνάει σαν μοσχάρι το κεφάλι της και αλλάζει κανάλι στην τηλεόραση. «Έβαλες τα καλά σου; Πήρες τη σακούλα; Άλλαξες σώβρακο;» «Τι σχέση έχει το σώβρακο; Με το σώβρακο θα πάω στην έκθεση ζωγραφικής;» «Άνθρωποι είμαστε. Μπορεί να σου ανέβει το ζάχαρο ή η πίεση και να σε τρέχουνε στο νοσοκομείο. Μη σε γδύσουνε και σε δούνε με χεσμένο σώβρακο!»

ΚΑΙ όταν επιστρέφεις, ένα χαμόμελο μέχρι τα αυτιά. Αραδιάζεις τους ξηρούς καρπούς, κρακεράκια, γαριδάκια και όλα τα συναφή πάνω στο τραπέζι και κάνεις απολογισμό. «Μη μου πεις. Καλή σοδειά. Για να δεις τι νοικοκύρη άντρα πήρες. Έφαγες για βραδινό; Α, δεν έφαγες. Έλα κάτσε να μου κάνεις παρέα».

ΕΧΕΙ σιχαθεί  τα τυροπιτάκια, τους ξηρούς καρπούς, τα γαριδάκι, τα πατατάκια και όλα όσα τις κουβαλάει ο κύριος Δημητράκης. «Δεν πεινάω» «Κάθε φορά τα ίδια λες και τα τρώω όλα μόνος μου. Καμιά μέρα θα σκάσω και θα το έχεις βάρος στη συνείδησή σου. Ορίστε, μετά το εικοστότυροπιτάκι έχω βαρυστομαχιά. Πιάσε μου μια σόδα;» «Σόδα θέλεις;» «Σόδα» «Είχανε σόδες στην έκθεση ζωγραφικής που πήγες;» «Είχανε» «Σε ποια τσέπη τις έβαλες σήμερα;»

Ο Ρίμος