Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε μόνο θετικά σχόλια σχετικά με τη ζωή και το έργο του. Σπάνιο είδος προς αναζήτηση για έναν ηγέτη κράτους. José Mujica (1935–2025) . Χαρακτηρίστηκε ως «Ο πιο ταπεινός ηγέτης του κόσμου», λόγω του λιτού τρόπου ζωής του και του γεγονότος ότι δώριζε περίπου 90% του μηνιαίου του μισθού ως Πρόεδρος σε φιλανθρωπικές οργανώσεις . Δηλαδή, όπως ακριβώς κάνει σήμερα ο δικός μας ηγέτης, οι προηγούμενοι από αυτόν και όλοι οι άλλοι του πλανήτη(!).
«Σ’ έναν κόσμο όπου η πολιτική ασκείται από εκτελεστές συμφερόντων, εκείνος υπήρξε ποιητής της αυτοεγκατάλειψης. Σήμερα, οι κρατικοί ηγέτες χτίζουν το εικονικό τους μεγαλείο πάνω σε προφίλ τεχνητής νοημοσύνης και επικοινωνιακές στρατηγικές. Ο Μουχίκα ζούσε με τον σκύλο του, καλλιεργούσε μόνος του τα χόρτα του, αρνιόταν τους σωματοφύλακες. .
Δεν αποχαιρετούμε έναν άνθρωπο. Αποχαιρετούμε το ακατάλυτο ενδεχόμενο μιας πολιτικής απλότητας που δεν ήταν ποτέ απλοϊκή. Ενός αντάρτη που κουβάλησε το αντάρτικο στις τσέπες του ακόμα και εντός θεσμών. Ενός αγρότη που αρνήθηκε την ύβρη της πολυτέλειας. Ενός Προέδρου που έζησε σε ένα σπίτι χωρίς φράχτη. Αποχαιρετούμε, με άλλα λόγια, την πιθανότητα ενός κράτους χωρίς προσβολή. Ο Χοσέ «Πέπε» Μουχίκα δεν υπήρξε απλώς ο πιο φτωχός Πρόεδρος του κόσμου. Υπήρξε ένας ασκητής της εξουσίας, μια μορφή που ξέφυγε από την παθολογία του ηγέτη και προσχώρησε στη μαρτυρία του απελευθερωμένου. Δεν ντύθηκε ποτέ το κοστούμι της αντιπροσώπευσης χωρίς να τρέμει το βάρος του. Δεν μίλησε ποτέ χωρίς να έχει πρώτα σιωπήσει. Και, κυρίως, δεν απέκτησε τίποτα, γιατί δεν ξέχασε ποτέ εκείνους που του τα έδωσαν όλα. Η πολιτική του πράξη δεν ήταν τεχνοκρατία. Ήταν ήθος ως αντίσταση. Έζησε τη φυλακή, την απομόνωση, τα βασανιστήρια, όχι για να θρηνήσει, αλλά για να αφαιρέσει από την εξουσία κάθε πρόφαση. Στον κόσμο των παρασημοφορημένων κυνικών, υπήρξε ανήσυχος ποιμένας, στεγανός από επιρροές, πρόσωπο χωρίς ψεύδος. Μιλούσε για την κατανάλωση, τον πλούτο, την αδικία, με την ειλικρίνεια ενός ανθρώπου που είχε δει τον θάνατο και τον είχε αρνηθεί χωρίς να τον περιφρονήσει.

Ο Μουχίκα υπήρξε η αποτυχία των πανεπιστημίων μας και των συνεδρίων μας, γιατί δεν χώρεσε ποτέ στη γλώσσα της περιγραφής. Ήταν ηθικό γεγονός, όχι αναλυτικό δεδομένο. Στην εποχή της νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης ως μίμησης της αγοράς, η δική του διακυβέρνηση υπήρξε πράξη απόρριψης: των ιδιωτικοποιήσεων, της φενάκης του πλούτου, της ιδεολογίας του θεάματος. Τον αποχαιρετάμε όχι σαν πολιτικό που πέθανε, αλλά σαν παραβολή που ολοκληρώθηκε. Τον αποχαιρετούμε με σιωπή, γιατί μόνο η σιωπή χωρά ανθρώπους τόσο ανάλαφρους, τόσο παρόντες, τόσο ακατάτακτους. Τον αποχαιρετούμε γιατί μαζί του πεθαίνει λίγο ακόμα η δυνατότητα μιας ζωής χωρίς ιδιοκτησία και μιας εξουσίας χωρίς ντροπή. Αλλά αν κάτι μας έμαθε, είναι πως το έντιμο παράδειγμα δεν πεθαίνει με τον φορέα του. Αναχωρεί. Για να επιστρέψει, με άλλο πρόσωπο, με άλλη γλώσσα, πάντα ακριβώς εκεί που η εξουσία νομίζει πως νίκησε».
Ευχαριστώ τον ακριβό μου πρώην δήμαρχο Σύρου – Ερμούπολης Γιάννη Δεκαβάλλα για το εξαιρετικό κείμενο που μου προώθησε.































