Ακολουθώντας μια διττή 35ετή πορεία στην υποκριτική (πρακτικό κομμάτι η ενασχόληση με το θέατρο-τηλεόραση-κινηματογράφο και θεωρητικό οι μεταπτυχιακές σπουδές στην θεατρολογία) και έχοντας απορροφήσει τις αρχές και διδαχές μεγάλων δασκάλων του χώρου, όπως ο Αλέξης Μινωτής, ο Ζιλ Ντασέν και ο Σπύρος Ευαγγελάτος, η ηθοποιός και θεατρολόγος Μίνα Χειμώνα έχει επιλέξει τα τελευταία σχεδόν 10 χρόνια ως μόνιμη κατοικία της τη Σύρο, επιθυμώντας να αφήσει μια παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές…

Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να ασχοληθείτε με τον χώρο της υποκριτικής;

Ασχολήθηκα με το θέατρο λόγω μιας εσωτερικής ανάγκης που δημιουργήθηκε όντας φοιτήτρια στην Αγγλική φιλολογία καθώς μου άρεσε η ιδέα της ομάδας, της συνεργασίας και της δημιουργικότητας.

Επηρεάστηκα, λοιπόν, πολύ από μια παράσταση του Θεάτρου Τέχνης του Κουν και από παραστάσεις κλασικού θεάτρου στην Επίδαυρο, κι έτσι αποφάσισα συνειδητά να δώσω εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου γιατί θεωρούσα ότι αν έπρεπε να κάνω την υποκριτική επάγγελμα, τότε θα έπρεπε να έχω ένα άρτιο θεωρητικό υπόβαθρο. Και τελικά αυτό έκανα…

Ποιους θεωρείτε τους κυριότερους σταθμούς στην μέχρι τώρα καλλιτεχνική σας πορεία;

Αναμφίβολα νιώθω τυχερή διότι ξεκίνησα όντας στην αγκαλιά του Εθνικού Θεάτρου, δουλεύοντας με πολύ σημαντικούς ανθρώπους κι έξω από αυτό, οπότε πήρα τις σωστές βάσεις για την μετέπειτα πορεία μου.

Ένας δεύτερος σταθμός είναι σίγουρα η 7ετης συνεργασία μου με το Αμφιθέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου, μια σπουδαία μορφή της ελληνικής γραμματείας και δραματουργίας, ο οποίος μάλιστα ήταν και καθηγητής μου όταν έκανα τις μεταπτυχιακές μου σπουδές στην θεατρολογία.

Το τρίτο σημείο – σταθμός είναι φυσικά η ενασχόλησή μου με την ομάδα altera pars. Ήταν το 2001 όταν με τον συνάδελφό μου και σκηνοθέτη Πέτρο Νάκο ιδρύσαμε την ομάδα και δημιουργήσαμε μια θεατρική σκηνή, ένα παλιό συνεργείο αυτοκινήτων το οποίο μεταμορφώσαμε στην περιοχή του Κεραμεικού. Είκοσι χρόνια τώρα έχουμε αυτό το στέκι όπου κάνουμε πράγματα που μας εκφράζουν, δικές μας δηλαδή παραγωγές, συνεργαζόμενοι και με άλλους θιάσους και ομάδες, με τη μορφή φιλοξενίας και συμπαραγωγής, κάνοντας διάφορα φεστιβάλ για νέες ομάδες και δημιουργούς, φιλοξενία μουσικών παραστάσεων, εικαστικές εκθέσεις, παρουσιάσεις βιβλίων. Είναι δηλαδή ένας χώρος Πολιτισμού όπου επιθυμούμε αυτό εισπράττει ο κόσμος φεύγοντας να έχει μια καλλιτεχνική υπόσταση και να του προκαλεί μια ουσιαστική αναζήτηση.

Ποια ήταν η πρώτη σας επαφή με τη Σύρο;

Η πρώτη επαφή με τη Σύρο ήταν το 2000 όταν είχα έρθει για μια παράσταση στο θέατρο “Απόλλων” με τα “Μονόπρακτα” του Ζακ Κοκτώ, σε διδασκαλία της Βέρας Ζαβιτσιάνου. Έτσι πρωτοήρθα στο νησί και η αλήθεια είναι ότι με μάγεψε. Σαφώς με επηρέασε το τοπίο, η ιστορικότητα των μνημείων και η αντιμετώπιση που είχα από κάποιους ανθρώπους του νησιού.

Αργότερα, το 2007, ξαναήρθα με το Εθνικό Θέατρο παίζοντας στους Φρερ την παιδική παράσταση “Το Γαλάζιο πουλί” του Μωρίς  Μαίτερλινγκ και αργότερα με τον Σπύρο Ευαγγελάτο.

Το 2010, πλέον, πήρα την απόφαση να ακολουθήσω τον σύντροφό μου που πήρε μετάθεση εδώ και έκτοτε μένουμε εδώ (περνώντας και κάποιο χρόνο στην Αθήνα). Δηλώνουμε, όμως, ερωτικοί μετανάστες λόγω του νησιού! Μείναμε εδώ μέχρι το 2014, φύγαμε μετά για ένα μικρό διάστημα και επανήλθαμε το 2017, κάνοντας μια νέα αρχή και ένα νέο επαγγελματικό ξεκίνημα, επενδύοντας στο νησί με τη δημιουργία μιας κάβας επιλεγμένων ελληνικών προϊόντων.

Τι εισπράττετε, λοιπόν, από αυτή την παράλληλη δραστηριότητά σας στο νησί;

Από αυτή την καθημερινή τριβή με τους Συριανούς, έχω μάθει κάποια πράγματα για τις συμπεριφορές και την νοοτροπία τους. Κάποια ασφαλώς με ελκύουν και άλλα με έχουν απογοητεύσει. Θεωρώ ότι πρέπει να σκεφτούν λίγο οι Συριανοί ότι δεν είναι όλα δεδομένα και δεν μπορούν να επαφίενται στις ιστορικές δάφνες και το μεγαλείο του νησιού κατά τον 19ο αιώνα.

Όλα αυτά που κουβαλάει η Σύρος ιστορικά, με τον πολιτισμό, την αστική κουλτούρα, την αρχιτεκτονική δημιουργία, τον οικονομικό και εμπορικό πλούτο είναι πλέον παρελθόν κι εμείς πρέπει να αξιοποιούμε την ιστορία για να εξελισσόμαστε και όχι για να μένουμε στάσιμοι σε αυτά που έχουμε. Πρέπει να ανοίξουν περισσότερο οι πνευματικοί ορίζοντες στο νησί και να αφήσουν όλους αυτούς που έρχονται κατ’ επιλογή στη Σύρο να προσφέρουν όσα επιθυμούν και μπορούν.

Η ενασχόληση σας με τον πολιτισμό μέσα από τη συμμετοχή σας στην Επιτροπή Πολιτισμού του Δήμου σας έχει δώσει την ευκαιρία να εκφράσετε και να υλοποιήσετε τις σκέψεις και τις προτάσεις σας;

Από αγάπη για το νησί και τους ανθρώπους του, αποδέχτηκα την πρόταση του κ. Λειβαδάρα να συμμετέχω στο ψηφοδέλτιό του και αργότερα στην Επιτροπή Πολιτισμού του Δήμου. Άλλωστε, έχω και μια προηγούμενη εμπειρία στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, έχοντας διατελέσει για αρκετά χρόνια δημοτική σύμβουλος και αντιδήμαρχος Πολιτισμού στην Καισαριανή, την γενέτειρα πόλη  μου.

Ωστόσο, από  την μέχρι στιγμής συμμετοχή μου στην Επιτροπή Πολιτισμού, δεν μπορώ να πω ότι έχουν υλοποιηθεί κάποιες από τις προτάσεις μου, οι οποίες βέβαια διατυπώθηκαν και στο προεκλογικό πρόγραμμα της παράταξης.

Είχα προτείνει κάποια πράγματα, όπως τη δημιουργία μιας δραματικής σχολής ή εργαστηρίου για άτομα  που ενδιαφέρονται να ασχοληθούν σοβαρά με το θέατρο, καθώς το νησί έχει τεράστια παράδοση σε αυτό, με τη συμμετοχή και την συνεισφορά έμπειρων ανθρώπων του θεάτρου.

Επίσης, θα μπορούσε να διευρυνθεί ο ρόλος του θεάτρου Απόλλων ή να δημιουργηθεί μία δομή παρόμοια των  ΔΗΠΕΘΕ, που θα έλκυε παραστάσεις απ’ όλες τις Κυκλάδες. Ωστόσο έχω πέσει σε έναν τοίχο καθώς βλέπω ότι είναι πολύ δύσκολη η συνεργασία και η ένωση των δυνάμεων σε τοπικό επίπεδο. Καμιά φορά σκέφτομαι ότι υπάρχουν στεγανά σε διάφορες ομάδες και δεν επιθυμούν να μπουν σε ένα πιο διευρυμένο τρόπο δράσης και λειτουργίας.

Θεωρώ, λοιπόν, ότι θα μπορούσαν να γίνουν διάφορα πράγματα στη Σύρο αρκεί να υπάρχει η διάθεση και η θετική σκέψη.

“Η τηλεόραση μου έδωσε την ευκαιρία να έρθω πιο κοντά στον κόσμο γιατί κατεξοχήν ως μέσο είναι πιο εύκολο και βατό…Αν και ο τηλεοπτικός χώρος πέρασε μια πολύ μεγάλη κρίση την τελευταία δεκαετία, με δεκάδες ριάλιτι, φτηνές παραγωγές από το εξωτερικό και εξοβελίζοντας σχεδόν τους έλληνες ηθοποιούς,  αρκεί κανείς να υποστηρίζει αυτό που κάνει με σωστό τρόπο…”.
 «Το θέατρο είναι για την σκηνή. Ο θεατής που θα έρθει θέλει να δει ζωντανό τον ηθοποιό. Εκείνη την ώρα και το θέατρο ζει και πεθαίνει ως ζωντανός οργανισμός!»