Ωχ! Έχασα την τσάντα μου. Με το πορτοφόλι μου μέσα, το κινητό μου, τις κάρτες μου, τις ταυτότητές μου, τα πάντα όλα. Πού να είναι; Κάπου το ξέχασα. Ίσως στο ξενοδοχείο όπου μένουμε με τη φίλη μου. Να γυρίσω στο ξενοδοχείο να την πάρω. Ναι, αλλά πού είναι το ξενοδοχείο; Δεν θυμάμαι τίποτα. Ούτε διεύθυνση, ούτε δρόμο, ούτε όνομα. Τίποτα. Ξεκίνησα να το βρω και χάθηκα μέσα σε κάτι στενά δρομάκια. Αμάν. Η αγωνία με έπνιξε. Πάει, καταστράφηκα.

Και τότε ξύπνησα. Κάθιδρη. Ευτυχώς, όνειρο ήταν, ένας εφιάλτης. Δεν πειράζει, σκέφτηκα, θα ξανακοιμηθώ. Γυρνάω από το άλλο πλευρό και κλείνω τα μάτια. Και τότε, αρχίζει το ντουρου ντουρου του μυαλού, με το μηχάνημα του εγκεφάλου να δουλεύει στο φουλ, με σκέψεις και αγωνίες της καθημερινότητας, που εμφανίζονται σαν μικρά ενοχλητικά παράσιτα και σε κάνουν να στριφογυρίζεις σαν σβούρα στο κρεβάτι.

Είμαστε δέκα μέρες πριν το τέλος του μήνα, κι έχουν μείνει από τη σύνταξη 50ευρώ. Στις 29 πρέπει να πληρωθούν λογαριασμοί. Σύνολο, 250 ευρώ. Το ψυγείο άδειο. Αύριο πρέπει να πάω να ψωνίσω. Ψωμί, βούτυρο, τυρί, γιαούρτι, ντομάτες, φρούτα, αυγά, μακαρόνια, πατάτες, κρέας ή ψάρι. Και λάδι. Κι αρχίζουν οι λογαριασμοί. Ενάμιση ευρώ το ψωμί, συν 5 το βούτυρο, συν 5 το τυρί, συν 3,50 το γιαούρτι, συν 3 οι ντομάτες, συν 4-5 τα φρούτα, συν 2-3 τα αυγά, συν 10 το λάδι, συν 10 το κρέας, συν 10 το ψάρι. Ίσον 57 ευρώ. Όμως πρέπει να ανανεώσω και την κάρτα μηνιαίων διαδρομών για τις συγκοινωνίες. 13 ευρώ. Οπότε, κρέας και ψάρι έξω.

Ο εφιάλτης ξαναγυρνάει και τώρα δεν είναι στον ύπνο μου, είναι στον ξύπνιο μου. Πρέπει να διαλέξω τα πιο φτηνά προϊόντα, κι ας είναι κι από φοινικέλαιο, ή κι από σκόνη εντόμων, ή και από σκυλοτροφή. Είναι κάτι μακαρόνια σε κυπελάκι που σου λέει, βάλε βρασμένο νερό κι έχεις μακαρονάδα. Επίσης αντί για ψάρι μπορείς να πάρεις μια κονσέρβα τόνου, να κόψεις το τυρί-ή να πάρεις μια συσκευασμένη φέτα, τυρί φέτα. Αλλά και πάλι δεν βγαίνουν.

Ξαφνικά, μέσα στην απελπισία μου, εμφανίζεται ο Αλέξης. Με πλησιάζει και μου λέει, πάρε αυτή την κονσέρβα, είναι η πιο φτηνή. Μπράβο, του λέω, σε ευχαριστώ πολύ, εσένα θέλουμε, εσένα περιμένουμε. Γύρνα πίσω να μας σώσεις.

Και ξυπνάω. Πάλι όνειρο έβλεπα. Ανάβω το φως, ακουμπάω την πλάτη μου στην ράχη του κρεβατιού και πιάνω το κομπιούτερ να παίξω πασιέντζες. Να χαλαρώσω, να κάνω κι ένα τσιγάρο, μπας και κοιμηθώ. Η ώρα είναι 4 το πρωί. Σκέφτομαι ότι δε χάλασε κι ο κόσμος, αν θέλεις δικιά μου να ζήσεις πραγματική πείνα και θάνατο, να θυμάσαι πάντα τη Γάζα.

Ανοίγω το κομπιούτερ και τότε θυμάμαι άλλα. Προβλήματα με το ασφαλιστικό μου, με το εφάπαξ, με τη σύνταξη που είναι ένα χιλιάρικο το μήνα μαζί με το επικουρικό, και δεν φτάνει καλά καλά για μένα, αλλά όχι για τον ανηψιό μου που είναι άνεργος και του δίνω ένα ποσό, ό,τι μπορώ, να το βοηθήσω το παλληκάρι.

Τι θα κάνω με αυτές τις ιστορίες που εκκρεμούν εδώ και δέκα χρόνια; Και τρέχω από δω κι από κει, διότι έχω διαδοχική ασφάλιση, και στα διάφορα Ε-ΕΦΚΑ, όπου έχουν τσουβαλιάσει όλα τα ταμεία, άλλο είναι στην Πειραιώς, άλλο στην Ακαδημίας χαμηλά, άλλο στην Ακαδημίας ψηλά, άλλο αλλού, και δώστου αλληλογραφία από το δικό μας ασφαλιστικό ταμείο προς τα άλλα ταμεία και δώστου να περιμένουμε απαντήσεις για το ποσοστό συμμετοχής στο εφάπαξ και στο επικουρικό, μιλάμε για τόμους αλληλογραφίας, εδώ και δέκα χρόνια από τότε που πήρα την κύρια σύνταξη. Όπως και για τόμους αλληλογραφίας που μαζεύτηκαν για να πάρω την κύρια σύνταξη, με τα ένσημά μου και τα στοιχεία μου να είναι σκορπισμένα εδώ κι εκεί ανά την Ελλάδα, διότι τότε που δούλευα δεν είχαμε ούτε συμβάσεις ούτε τίποτα, στο Υπουργείο Πολιτισμού πριν το 1980 είμασταν «έκτακτοι» αρχαιολόγοι και μας πλήρωναν έναντι, όποτε είχαν λεφτά, με μισθούς ανειδίκευτου εργάτη και ΙΚΑ. Αλλά και στον ιδιωτικό τομέα, στις εφημερίδες και στα περιοδικά όπου δούλευα μετά την παραίτησή μου από το Υπουργείο Πολιτισμού, δεν ήταν καλύτερα τα πράγματα. Στην ΑΥΓΗ φτώχεια καταραμένη, από τότε (1980). Μας πλήρωναν έναντι, όποτε και ότι είχαν στα άδεια ταμεία. Έφυγα. Στην εφημερίδα ΠΡΩΤΗ πήγα όταν άνοιξε, καλά ήταν, αριστερή εφημερίδα κι αυτή, καλό κλίμα, φίλοι και σύντροφοι οι συνάδελφοι. Ταυτόχρονα έπιασα δουλειά και σε έναν ραδιοφωνικό σταθμό. Μια χαρά. Σκληρή δουλειά, καθότι ελεύθερο ρεπορτάζ και μαζί πολιτικό. Δουλειά νυχθημερόν χωρίς ρεπό και χωρίς Σαββατοκύριακα, αλλά καλά λεφτά. Και ξάφνου, κλείνουν και τα δύο ταυτόχρονα. Η κρίση στον Τύπο είχε χτυπήσει καμπανάκι. Άντε τώρα τρέξε να βρεις δουλειά. Δύσκολα πράγματα. Βρήκα λύση στα περιοδικά. Με δελτίο παροχής υπηρεσιών. Καλά λεφτά, αλλά από ασφαλιστικές κρατήσεις, τίποτα. Τότε δεν ήταν υποχρεωτικές για τους εργοδότες.

Τέλος πάντων να μην τα πολυλογώ, και ζητώ συγνώμη για την προσωπική εξομολόγηση, αλλά αυτό που θέλω να πω, είναι ότι ποτέ, μα ποτέ, στην Ελλάδα, δεν ήταν καλά τα πράγματα, ούτε στην αγορά εργασίας, ούτε στην υγεία, ούτε στην παιδεία, ούτε πουθενά. Μόνον ο δημόσιος τομέας τα πήγαινε καλά, ιδίως μετά τον Αντρέα.

Στην πραγματικότητα, την πραγματική πραγματικότητα, την αληθινή πραγματικότητα, το χάλι της χώρας, η διαφθορά, η ανέχεια των απλών ανθρώπων που δεν είχαν βύσματα σε κόμματα, κυβερνήσεις, βουλευτές και διάφορους παρατρεχάμενους, ήταν πάντα προ των πυλών της ζωής τους.

Με τον Αντρέα, ο πεινασμένος Έλληνας έφαγε ψωμί. Κι από φτωχός χωριάτης έγινε μικρομεσαίος. Πούλησε το σπίτι του στην Αθήνα και αγόρασε στα βόρεια προάστια. Έγινε αστός με αυτοκίνητα, ψυγεία, εξοχικά σπίτια και όλα τα καλά.

Αλλά η Ελλαδίτσα, στα όμορφα χρόνια της Μεταπολίτευσης με την ελευθερία μας, με τη δημοκρατία μας, με τις ιδεολογίες μας, με τις αριστερές πολιτικοποιήσεις μας, με τα διάφορα κόμματα στη Βουλή, με όλα τα καλά του θεού της χώρας, με το Τσοβόλα δώστα όλα κλπ.κλπ., να μην τα λέμε όλα αλλά να μην τα ξεχνάμε κιόλας, βρέθηκε κάποια στιγμή να μην παράγει απολύτως τίποτα. Κι αυτή η ανέχεια πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Και πέρασαν τα χρόνια, ανέβαιναν και κατέβαιναν από την κυβέρνηση τα δύο μεγάλα κόμματα, ΠΑΣΟΚ- ΝΔ, ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, τα υπόλοιπα κόμματα φυτοζωούσαν, και ήρθε η κρίση. Και όλοι είπαμε, είναι μια ευκαιρία να κάνουμε μια καινούργια αρχή, να ξεκινήσουμε παραγωγικές διαδικασίες, επανίδρυση του κράτους που είχε γίνει χάρβαλο, νοικοκύρεμα στην αγορά εργασίας, βαθιές μεταρρυθμίσεις στους θεσμούς…

Και πέρασαν τα χρόνια, μας ξετίναξε το ΔΝΤ, ήρθε η κυβέρνηση της Πρώτη φορά Αριστεράς με τον Αλέξη, μια μικρή ανάσα ήταν αυτή, αλλά δεν έφτασε στη δεύτερη φορά.

Και τώρα; Τώρα τι; Τώρα έχει γκρεμιστεί η χώρα. Με μια κυβέρνηση που δεν έχει πυξίδα, βουτηγμένη στα σκάνδαλα και τη διαφθορά, μα πυξίδα δεν έχει ούτε η αντιπολίτευση, η ανύπαρκτη έτσι κι αλλιώς. Αυτό το κράτος καταρρέει. Η χώρα καταρρέει. Η καθημερινότητα του πολίτη είναι ένας εφιάλτης για τους νεότερους και για όσους δεν μπήκαν μέσα στη μεγάλη κοιλιά του δημοσίου που συρρικνώθηκε έτσι κι αλλιώς εξ ανάγκης. Όσο για μας, τα φάγαμε τα ψωμιά μας. Μερικοί από εμάς, βρίσκονται ακόμη έξω από την πόρτα του Πύργου του Κάφκα και περιμένουν να μπουν, με την ελπίδα ότι θα έρθει ένας σωτήρας να τους σώσει.

Και κάποιοι ανακαλύπτουν πως σωτήρας δεν υπάρχει. Και πως σωτήρας είμαστε εμείς οι ίδιοι, με τις πράξεις μας, με τις αξίες μας, με την αντίστασή μας στο ψέμα, στην απάτη, στη λαμογιά, στην πολιτισμική εξαθλίωση.

Και πως παρόλα αυτά, κάπου υπάρχει ένα φωτάκι που ανάβει σιγά σιγά, και είναι το καινούργιο που έρχεται όλο και πιο κοντά μας, το καινούργιο που εμείς το φτιάχνουμε, και το βλέπουμε να χτίζεται.

*Η Αλκμήνη Ψιλοπούλου είναι δημοσιογράφος , συγγραφέας