Κάποιες νύχτες, πότε με κρύο, πότε με ζέστη, τις ώρες που τα παιδιά βλέπουν σε όνειρο παιχνίδια και χαρές σε αλάνες χωρίς τσιμέντο και οι εργάτες ξεκουράζονται περιμένοντας την ώρα να πάνε ξανά στη δουλειά τους, κάποιοι φίλοι -χωρίς να είναι από πριν συνεννοημένοι- συναντώνται κατεβαίνοντας από τα Βρυσαράκια, τα στεναδάκια της Νεάπολης και του Μαμίδη περπατώντας σαν «αόρατος θίασος», στα σκοτεινά για να μη δίνουν στόχο, έτσι όπως κάποτε συναντιόντουσαν και περπατούσαν συζητώντας με τις ώρες στη φωτισμένη πλατεία της κοσμικής Ερμούπολης… Χαίρονται που βρίσκονται και πάλι στα ίδια δρομάκια όπου, πολλά χρόνια πριν, περπατούσαν τα πρωινά πηγαίνοντας με τις πάνινες, πολυχρησιμοποιημένες σάκες τους, με τις ξύλινες κασετίνες, τα μολύβια κι ένιωθαν ευτυχισμένοι αδιαφορώντας για τα πολυφορεμένα ρούχα και τα παπούτσια τους που έδειχναν να «χαμογελάνε»… Χαιρετούν ο ένας τον άλλο με χαρούμενη διάθεση… Κάποτε συναντούν και τον Μάνο που με το πάντα διακριτικό του χαμόγελο τούς χαιρετά ευγενικά: «Πώς είστε, αγαπητοί;» Κοιτάζονται τότε εκστατικοί, «θυμούνται πρόσωπα και περιστατικά. Η Μερόπη, η Λιλή, ο Κώστας, ο Ιάσων μιλώντας συνεχώς με τον Μάνο, νιώθουν ολόγυρα να τους παραστέκουν οι σκιές εκείνων των ξυπόλητων παιδιών του 1945*»… Θυμούνται ξάφνου τόσα πολλά και «νιώθουν ευλογημένοι για τις καλύτερες μέρες που ζουν, σε μια πατρίδα που διαρκώς ξερνάει δόντια και αίματα*»… Ένα κουδούνι ακούγεται να χτυπά μέσα στη σιγαλιά της νύχτας διακόπτοντας τη συζήτηση και τα χαρούμενα πειράγματά τους. «Πλησιάζουμε στο σχολείο του Κουκουλά», λέει η Μερόπη. « Ίσως , η δεσποινίς Αντωνακοπούλου, την θυμάστε αλήθεια, να επιστρέφει στο σχολείο όπου μας δίδασκε κάποτε! Όπως κι εμείς, έτσι κι εκείνη δεν μπορεί, δεν γίνεται να ξεχάσει το σχολείο της καρδιά της!» Αυθόρμητα ο Γιώργος Σαρλής, φίλος του Μάνου από την πρώτη μέρα που πήγε στο σχολείο, συμπληρώνει την παλιά του συμμαθήτρια: «Μας κοίταζε τα νύχια και τα αυτιά μας, να είμαστε καθαροί. Κάθε πρωί θυμάστε;- έπρεπε να έχουμε καθαρό μαντήλι απαραιτήτως!*»
Αφήνοντας πίσω τους το σπίτι του Μάνου, έφτασαν στο σχολείο του Κουκουλά… Πνιγμένο στο σκοτάδι και τη σιωπή, όπως τα γύρω σπίτια, ήσυχα για λίγο από τον πρωινό σαματά, ωστόσο, οι νοικοκυραίοι πάντα χαίρονταν με τα παιδιά και περίμεναν να ακούσουν ξανά τα χαρούμενα ξεφωνητά τους… Η συζήτηση σταματά κι οι παλιοί φίλοι μένουν αμίλητοι… Κάποιος είπε πως άκουγε ακόμη τη φωνή της δασκάλας να επιμένει να τους μάθει την απλή μέθοδο των τριών, που τόσο παίδευε τον Μάνο… «Ιδέα σου είναι», είπε ο Κώστας ή ο Ιάσων, δεν έχει και τόση σημασία… «Μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου» ακούστηκε η φωνή του Μάνου να απαγγέλλει στίχους του Κωνσταντίνου Καβάφη…
Μένουν για λίγο σιωπηλοί και ένας ένας αρχίζουν να παίρνουν το δρόμο της επιστροφής… Καθένας τους, καθώς βαδίζουν στα ίδια δρομάκια, αποχαιρετά τους υπόλοιπους με ένα χαμόγελο και μια κίνηση του χεριού ,σαν υπόσχεση πως στην πρώτη ευκαιρία θα ξαναβρεθούνε στα ίδια μέρη που κάποτε «όργωναν» τα ξυπόλητα πόδια τους…
Είναι σίγουροι πως κι αυτή τη φορά δεν τους είδε «ανθρώπου μάτι», ωστόσο η φωνή του Μάνου, λίγο πριν αποχαιρετήσει, τους κάνει να σταθούν λίγο, καθώς ακούγεται σαν να απαγγέλλει: «Αν σας εξομολογηθεί κάποιος, ότι βλέπει τις νύχτες να κυκλοφορούν πάνω από τους λόφους της Σύρας σκιές ανθρώπων, που η ζωή τους έγινε φύλλο και φτερό, είτε ήταν κυρίες του καλού κόσμου ντυμένες με τις πανάκριβες στολές στις αποκριάτικες γιορτές τους είτε ήταν βασανισμένοι εργάτες κι εργάτριες, ιδίως εκείνα τα εξάχρονα κοριτσάκια που έπιαναν δουλειά στα κλωστήρια είτε μεγιστάνες του εμπορίου ή παλιοί σπουδαίοι ηθοποιοί της όπερας, της οπερέτας, της επιθεώρησης και της πρόζας, μην τον πιστέψετε και ειδικά τα παιδιά σας, αν είναι νέοι! Είναι αμαρτία να αρχίσουν να πιστεύουν από τώρα την αλήθεια…*»
Έτσι τους είπε και αποχαιρετώντας τους με χαμόγελο απομακρύνθηκε… Το σπίτι του τον περίμενε, όπως τότε…
*Αποσπάσματα από αφηγήσεις του Μάνου Ελευθερίου































