Φιλίτσα. Η πρώτη εξαδέλφη του Αλτσχάιμερ. Που εκ των πραγμάτων φαίνεται πως πρώτα θα πεθάνει ο Αλτσχάιμερ και μετά η θεία Φιλίτσα. Αυτό το έχει αποδεχτεί ήδη ο Αλτσχάιμερ, αλλά δεν το έχουμε πει ακόμα στη θεία Φιλίτσα. Της το κρατάμε για έκπληξη, όταν κλείσει τα εκατό.
ΤΗΣ μπήκε. Και όταν κάτι της μπει δεν βγαίνει με τίποτα. «Να με πας στην Τήνο τον 15αύγουστο, να προσκυνήσω. Από παιδί έχω να πάω. Τι θα λέει και η Παναγία για μένα;» «Τίποτα δεν θα λέει η Παναγία για σένα, θεία Φιλίτσα. Και δεν έχεις να πας από παιδί, πέρυσι πήγαμε» «Εγώ δεν το θυμάμαι» «Η είδηση θα ήτανε να το θυμόσουνα, θεία».
ΤΗΝ είχαμε πάει πέρυσι, που καμένη να ήτανε η ώρα. Φαγώθηκε «Θα πάω με τα γόνατα από το λιμάνι μέχρι την εκκλησία. Το έχω κάνει τάμα» «Τι τάμα;» «Είχα παρακαλέσει την Παναγία να βγει δήμαρχος ο σημερινός δήμαρχος. Βγήκε. Πρέπει να εκπληρώσω το τάμα μου» «Μη με τρελάνεις, θεία. Έκανες τάμα στην Παναγία να βγει δήμαρχος ο Μαραγκός;» «Δεν είναι μαραγκός, βυρσοδεψείο έχει» «Έχει βυρσοδεψείο ο Γιώργος;» «Δεν τον λένε Γιώργο» «Άλλαξε και το όνομά του; Πώς τον λένε;» Επαμεινώνδα» «Λένε τον Γιώργο Μαραγκό Επαμεινώνδα, θεία;» «Τι μου λες τόση ώρα; Άλλαξε όνομα και επώνυμο ο Επαμεινώνδας Παπαδάμ;» «Για τον Παπαδάμ μιλάμε τόση ώρα; Γι’ αυτόν έκανες το τάμα;» «Δε μου λες εσύ ανιψιέ, μπας και συγγενεύεις με τον Αλτσχάιμερ, γιατί άλλα σου λέω και άλλα καταλαβαίνεις, τρομάρα σου».
ΚΑΙ άντε να πείσεις τη θεία Φιλίτσα πως ο Επαμεινώνδας Παπαδάμ ήταν δήμαρχος μέχρι το 1959 και σήμερα κείται εν τόπω χλοερώ. «Σοβαρά μιλάς; Δεν είναι δήμαρχος ο Παπαδάμ; Μπας και τα έχεις χαμένα και δεν ξέρεις τι σου γίνεται;» «Δυστυχώς, θεία, αλλά ξέρω τι μου γίνεται» «Και γιατί λες δυστυχώς;» «Γιατί θεία, θα είμαστε πολύ καλύτερα αν ήτανε δήμαρχος σήμερα ο Επαμεινώνδας Παπαδάμ, που ανέλαβε τη δημαρχία πλούσιος και αποχώρησε από αυτήν πάμπτωχος. Κατάλαβες, θεία;» «Κατάλαβα» «Τι κατάλαβες;» «Ότι δεν θέλεις να πάω γονατιστή από το λιμάνι στην Παναγία και βρίσκεις του κόσμου τις δικαιολογίες».
ΠΕΡΝΟΥΣΑΝΕ κάτι ναύτες τυχαία από το σημείο που βρισκόμαστε, είδανε τη θεία Φιλίτσα στα τέσσερα και πήγανε να με φάνε. «Ντροπή σας, κύριε, να βλέπετε μια γριά γυναίκα στις πλάκες και να μην τη βοηθάτε» «Τι να βοηθήσω, ρε παιδιά; Θέλει να πάει με τα γόνατα στην εκκλησία» «Και είναι λόγος αυτός να μην τη βοηθήσετε;» «Τι να βοηθήσω; Αφού στο σπίτι της, δεν μπορεί να πάει από την κρεβατοκάμαρα στην τουαλέτα, θα πάει από το λιμάνι στην εκκλησία;» «Θα πάω, με τη βοήθεια της Παναγίας» «Τι θα κάνει η Παναγία, θεία; Είπαμε κάνει θαύματα, αλλά αν καταφέρεις να πας εσύ μέχρι την εκκλησία δεν θα είναι θαύμα» «Και τι θα είναι;» «Ανατροπή των φυσικών νόμων, θεία».
ΤΕΛΙΚΑ πήγε. Τη σηκώσανε «σταμνάκια καρεκλάκια» τέσσερις ναύτες και την πήγαινε. Τους έκανε και νάζια «Όχι έτσι, παιδάκια μου. Να με κρατάτε μπρούμυτα» «Μα, τι λες, γιαγιά; Να σου έρθει το αίμα στο κεφάλι!» «Μπρούμυτα… μπρούμυτα και σιγά σιγά, να νομίζω πως πηγαίνω με τα γόνατα» «Ποια γόνατα, γιαγιά; Με τα χέρια μας σε πάμε» «Δεν πειράζει, παιδάκια μου. Σημασία έχει πώς θέλεις να πας όχι πώς πηγαίνεις. Πάρε παράδειγμα όταν σε πηγαίνουνε οι τέσσερις και ακολουθούνε οι συγγενείς που κλαίνε» «Τι σχέση έχει αυτό, γιαγιά, με αυτό που κάνουμε εμείς τώρα;» «Πώς δεν έχει. Τέσσερις δεν με πάτε;»
ΑΥΤΑ μου ήρθανε στο μυαλό τώρα που της μπήκε πάλι η ιδέα να πάει στην Τήνο να προσκυνήσει. «Ξέχασες, θεία, τι τραβήξαμε πέρυσι;» «Τι τραβήξαμε πέρυσι;» «Την προσοχή όλων των κατοίκων της Τήνου και των προσκυνητών, θεία. Ρεζίλι έγινα. Άσε που κοντέψανε να με πλακώσουνε στο ξύλο οι τέσσερις ναύτες που σε σηκώσανε» «Εμένα;» «Εμ, ποιον; Εμένα;» «Γιατί με σηκώσανε; Εικόνα ήμουνα;» «Γιατί ήθελες να πας με τα γόνατα από το λιμάνι στην εκκλησία να προσκυνήσεις» «Και πήγα;» «Σε πήγανε» «Όταν σε θέλει, λοιπόν, η Παναγία…» «Αν σε ήθελε τόσο πολύ η Παναγία, θεία, τώρα θα έβλεπες τα ραδίκια ανάποδα» «Τώρα που το λες… καιρό δεν έχουμε να μαγειρέψουμε ραδίκια;» «Για το προσκύνημα στην Τήνο λέγαμε» «Α, ναι. Δε θέλω αντιρρήσεις. Θα πάμε και φέτος. Τι κάνεις εκεί; Εγώ σου μιλάω και συ παίζεις με το κινητό σου;» «Δεν παίζω με το κινητό μου, θεία, στο Λιμεναρχείο της Τήνου τηλεφωνώ, να μου πούνε ποια μέρα μπορούνε να μου διαθέσουνε τέσσερις ναύτες για να σε σηκώσουνε» «Λες να βρεθούνε οι τέσσερις να με σηκώσουνε, ανιψιέ;» «Ε, όταν σε θέλει η Παναγία, θεία Φιλίτσα…»






























