«Έφυγε» και ο Λιλής, ο ιδιοκτήτης της θρυλικής «Κατώγας» στην Άνω Σύρο, «όπου κάποτε στις μεγάλες του φτώχειες, ο Μάρκος Βαμβακάρης έβρισκε απάνεμο λιμάνι να σολάρει τις Φραγκοσυριανές του…».
Ο κατά κόσμον Λεονάρδος Ρούσσος, έφυγε στα 98 του χρόνια και μαζί του κλείνει μια μεγάλη εποχή για το νησί.
της Ουρανίας Πανταζίδου Π.Ν. (Υποπλοίαρχος (ε.α.)
Με αφορμή τον θάνατο του Λιλή, ανέτρεξα σε ένα κείμενο που μου είχε στείλει το 2013 ο Γιάννης Βουλτσίδης από την Κομοτηνή (το συνέγραψε με τον συριανό Αντώνη Μπουντούρη όταν γνωρίστηκαν στη Σύρο τη δεκαετία του ’80).
Το αφήγημα
«Δεν περίμενα να ζει ο Λιλής, ο γέρο-νταβερνιάρης, που κάποτε στις μεγάλες του φτώχειες, ο Βαμβακάρης έβρισκε απάνεμο λιμάνι να σολάρει τις Φραγκοσυριανές του, εκεί στην Ανω Σύρο. Κι όμως , ο Λιλής ζούσε, από παιδάκι τον θυμόμουνα…ενενήντα χρονών τώρα, με το Π στα χέρια…άνοιξα , μπήκα, καθότανε σε μια καρέκλα, δίπλα στο ηρωικό τζουκ-μποξ…Χαιρέτησα, του συστήθηκα, με θυμήθηκε, αν και περισσότερο τον πατέρα μου… Δεν είχε διάθεση για κουβέντα, παρ΄ όλη την προσπάθεια που ΄κανα σιγά-σιγά να του ‘’μαγειρέψω’’ κάτι, να του τσιμπήσω καμιά εξομολόγηση…
Έπιασε μάλλον τις σκέψεις μου και σαν καλός μάγκας που ΄ταν , μου πέταξε ένα βιβλίο στα χέρια… Το ΄χε εκδώσει ένας γαλλοέλληνας και εδώ, μιλούσε ο Λιλής για την ηρωική νταβέρνα, τότε.
– Διάβασε, μου λέει, διάβασε απ΄ όπου νάναι μερικές σελίδες, δεν βλέπω.
Άρχισα να διαβάζω και να χρωματίζω όσο πιο γλυκά γίνεται, στο λιτό πάντα, γιατί οι ρεμπέτες ορθοφωνούσαν στο μουρμουρητό κι όχι στο απλωτό, τα φωνήεντα δεν είχαν προλάβει να γίνουν η γαργάρα του έντεχνου…! Αρχισα να διαβάζω, έπεσα στην ιστορία του Συριανού που πούλησε τον γάιδαρό του για να πάει να ακούσει τον Μάρκο στου Λιλή – μάλλον την ντιζέζ όπως αποκαλύφθηκε τελικά, που είχε ο Βαμβακάρης δίπλα του.
Το νόημα και στα υπόλοιπα, ήταν ότι ο Μάρκος και ο κάθε Μάρκος, ευχαριστημένος ερχότανε στου Λιλή κι ευχαριστημένος έφευγε… Ο Λιλής ήταν και άνθρωπος πέρα από μάγκας…! Για δυο πράγματα φημιζότανε , για την ντομπροσύνη του και για την ζειμπεκιά του. Αλλά τώρα στο Π…Ανάμεσα στη δαγκάνα του Π, πως να σηκωθεί και να χορέψει;
Αλλά πάλι, σαν κατάλαβε ο ‘’διάολος’’ τη σκέψη μου, σηκώθηκε αγνοώντας το Π, αργά πλην σταθερά, κατευθύνθηκε στο τζουκ-μποξ, έριξε ένα κέρμα και η μπάσα φωνή και τ΄ απέριττο μπουζούκι του Μάρκου, ακούστηκε να κελαηδεί ‘’Δε σε θέλω, δε σε θέλω πια, δεν σ΄ αγαπώ…΄΄. Ο Λιλής αγνοώντας τον χρόνο ή τινάζοντάς τον σαν ψευτόσκονη από το σακάκι του, άρχισε να χορεύει αργά και τελετουργικά σαν μύστης δώδεκα συνασπισμένων τεκέδων…!
Από τα ‘’σπαράγματα’’ έβγαλα το σύνολο, να τι έκανε μεγάλο χορευτή τον Λιλή, όχι η επιδεξιότητά του, όχι τα τσαλίμια με τα απότομα τινάγματα, όχι τόσο αυτά – γιατί κι αυτά, αρμαθιές είναι σε ένα σύνολο – όχι, όχι, αλλά ήταν η σωστή σχέση με το χρόνο, με το αργό και το γρήγορο και πότε. Στον καρσιλαμά, είπε κάποιος, αναμετριέσαι με τον άλλον, στη ζειμπεκιά με τα θηρία σου…!
Έλα εδώ, του λες, αργά πάντα, κάτσε να λογαριαστούμε, να δούμε τι ξέρουμε, τι νιώθουμε και πως. Είμαστε καλά, θα καταφέρω να σε βάλω κάτω, να πατήσω πόδι, να βαρέσω με το χέρι τη γη να ξυπνήσω τα πεθαμένα, να ζητήσω άκαρπη βοήθεια από πάνω, να σπαθάρω με το χέρι, να ζυγιαστώ σαν αετός πριν απ΄ το χτύπημα… Ο χρόνος, ο σωστός χρόνος, η καλή σχέση με το χρόνο, τη ζωή, φέρνει την καλή ζειμπεκιά…

Το τραγούδι στο τζουκ-μποξ τελείωσε, μαζεύτηκε το δισκάκι πίσω στη μάνα του, ποιος ξέρει πότε το καινούριο κάλεσμα…Ο Λιλής επανήλθε στο Π,
– Αντωνάκη μου, λέει κοιτάζοντάς με σταθερά στα μάτια, χάρηκα που ήρθες’’.][
Αυτό ήταν το αφήγημα για τη θρυλική μορφή του Λιλή , γραμμένο με ένα ρεμπέτικο γλωσσάρι, όπως του ταίριαζε… 98 χρονών ο Λιλής, πόσα δεν είδαν τα μάτια του και πόσα δεν έζησε όλα αυτά τα χρόνια. Την κλάση του ο Θεός την είχε καλέσει προ πολλού…Σ΄ αυτόν έδωσε το χρόνο για την τελευταία ζειμπεκιά , ωσάν τελετή, όπως μόνον εκείνος γνώριζε…

Υ.Γ. Ο Γιάννης Βουλτσίδης είναι καραγκιοζοπαίχτης, σκηνοθέτης, συγγραφέας και εκδότης , ιδρυτής και η ψυχή ενός κέντρου πολιτισμού, του Θρακικού Θεάτρου Σκιών στην ακριτική Ροδόπη






























