Η ημερομηνία γέννησής του ήταν στις 12 Μαρτίου. Η κίνηση  του αξιόλογου εκπαιδευτικού και συνεργάτη μας Παναγιώτη Λίτσα, για αφιέρωμα στη μνήμη του, ήταν εξαιρετική. Η ύλη στάλθηκε με απόλυτη τάξη. Το αφιέρωμα στο Μάνο Ελευθερίου, ήταν έτοιμο με αγάπη.  «Με αφορμή την ημέρα των γενεθλίων του συνδύασα κάποιες σημειώσεις μου στο περιθώριο των σελίδων και αποσπάσματα από το βιβλίο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΟ ΠΗΓΑΔΙ. Στο βιβλίο αυτό είναι, θαρρείς, συμπυκνωμένη όλη η φιλοσοφία του συγγραφέα και ο τρόπος σκέψης μιας ζωής ενός μεγάλου λογοτέχνη. Τι να αφήσει κανείς, τι να διαλέξει! Προσπάθησα να συνταιριάξω σημειώσεις και αποσπάσματα, ώστε να φανεί σαν μια «συζήτηση» με το Μάνο! Λίγο μεγαλύτερο το κείμενο από άλλες φορές, αλλά τι να πρωτοπεί κανείς για το Μάνο!» , μου έγραφε ο Παναγιώτης. Αυτήν την εβδομάδα μεγάλη η τιμή της Στήλης. Τόσο γιατί φιλοξενεί εργασία του Παναγιώτη Λίτσα αλλά κυρίως γιατί, για μια ακόμη φορά, αφιερώνεται στον δικό μας ποιητή!

ΈΒΓΑΛΕ τον κιτρινισμένο φάκελο από το γραμματοκιβώτιο  παραξενεμένος…

Το πρωί που πέρασε ο ταχυδρόμος δεν άφησε τίποτε! Ποιος το άφησε και μάλιστα «στα κρυφά»; Με βιαστικές κινήσεις άνοιξε το φάκελο κι έβγαλε ένα βιβλίο… Έδειχνε ολοκαίνουριο,  σαν να μην  το είχε αγγίξει χέρι από τη στιγμή της εκτύπωσής του… Κι όμως, ανοίγοντάς το ένιωθε πως κάποιος το είχε ξεφυλλίσει, έστω και για λίγο… Η πρώτη έκπληξη ήταν κρυμμένη στη σελίδα 3… «Με όλη μου την αγάπη και την εκτίμηση»!!!  Άρχισε να ξεφυλλίζει το βιβλίο περιμένοντας κι άλλη έκπληξη… Πράγματι, αν και «αμεταχείριστο» το βιβλίο, σε πολλές από τις σελίδες του ήταν υπογραμμισμένες κάποιες λέξεις, κάποιες φράσεις, παράγραφοι ολόκληρες… Σαν κάποιος  να ήθελε να του στείλει ένα «μήνυμα»!

Κάθισε στην πολυθρόνα, άνοιξε στην τύχη μια σελίδα κι άρχισε να διαβάζει …

Από το παλιό ραδιόφωνο Columbia των παιδικών του χρόνων, τότε που μ’ ένα κεράκι αναμμένο στεκόταν μπροστά του ευλαβικά για ν’ ακούει τους «Χαιρετισμούς» με τη μητέρα του, απαλή, σαν απόκοσμη,  ερχόταν η φωνή της Μαρίας Κάλλας να ερμηνεύει με πάθος την αγαπημένη της «Νόρμα»…

«Ο χρόνος είναι παιχνίδι στα χέρια των παιδιών. Χιόνι από χρυσάφι μοιάζει στην αρχή και χιόνι από ατσάλι καταλήγει. Μήτε θυμάται μήτε ξεχνάει. Δεν τρώει και δεν πίνει. Δεν αγαπάει μήτε μισεί. Δεν καίγεται μέσα σε λάβα ηφαιστείου μήτε και πνίγεται μέσα στο νερό. Δεν ξέρει να μετράει κι ας είναι αμέτρητος. Δεν έχει μήτε αρχή και τέλος μήτε μορφή και ουσία. Ακόμα κι αν χαθούν όλα τα έργα του ανθρώπου μαζί με τ’ άστρα και τον ήλιο κι όλα γίνουν σκόνη, εκείνος πάντα θα υπάρχει…»

Σε λίγες γραμμές τόσες σκέψεις… Τόσες απορίες…

«Θα με ρωτάς και θ’ απαντώ δίχως λέξεις. Κατάλαβες;»

Υπάκουος σαν καλός μαθητής συνέχισε να διαβάζει…

«Οι λέξεις στέκονται  στον αέρα σαν μικρά φύλλα, δεν έχουν μήτε βάρος μήτε ουσία και χρώμα, φτερά πουλιών μοιάζουν που αιωρούνται…

Ο συγγραφέας παλινδρομεί ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, στην αφασία και τη λογική. Φτύνει αίμα μέχρι να γράψει πέντε σελίδες κι όταν τις τελειώσει, βλέπει ότι δεν στέκεται τίποτα στη θέση του, οι λέξεις γέρνουν, είναι έτοιμες να βγουν έξω  από τη σελίδα, μετά βίας ισορροπούν, δεν έχουν άνθη, δεν βγάζουν καρπό, τα φύλλα τους κιτρινίζουν και μαραίνονται, μένει μόνο κάποιο άρωμα τις νυχτερινές ώρες, σαν το άρωμα διπλωμένων λουλουδιών σε βιβλία…

Δεν διάλεξε να γίνει συγγραφέας… Ένιωθε τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου  που αποκλείστηκε τελείως από τον κόσμο…»

Κι όμως, οι ήρωες των βιβλίων του είναι προσωπικότητες του κόσμου, της καθημερινής ζωής, « έτοιμοι να βγουν και να κυριεύσουν τον κόσμο, να γίνουν πρόσωπα με υπόσταση. Να ζήσουν, επιτέλους, στους παραδείσους που υπόσχεται κάθε συγγραφέας», σκέφτηκε πριν ριχτεί και πάλι στο διάβασμα…

«Δεν είναι παιδί να φτιάχνει φανταστικές ιστορίες, είναι συγγραφέας», ψιθυρίζει. Του αρέσει που δεν τελειώνει τίποτα. Ακόμα και τα δημοσιευμένα κείμενα τα διορθώνει κι αρχίζει να προσθέτει και να αφαιρεί αισθήματα και σκέψεις, να πολλαπλασιάζει την ένταση, ώσπου στο τέλος τού μένει μόνο να διαιρέσει όσα έγραψε… Είναι η ώρα που δεν χρησιμοποιεί πένα για να γράψει. Τις λέξεις τις τοποθετεί μ’ ένα τσιμπιδάκι πάνω στο χαρτί, όπως εκείνοι που φτιάχνουν ψηφιδωτά…»

Σταμάτησε για μια στιγμή κι ύστερα διάβασε ξανά την τελευταία παράγραφο. Του έκαναν τόση εντύπωση τα λόγια του!

«Έπρεπε να βρει ένα τρόπο γραφής που δεν είχε χρησιμοποιήσει ως τώρα. Να μείνει νηστικός,  άγρυπνος και εν ανάγκη να νηστεύει, όπως οι παλιοί αγιογράφοι πριν αρχίσουν την αγιογράφηση! Θα μάτωνε τελικά μέσα στην αναζήτηση, την αγωνία, την ταπείνωση και, παρ’ όλα αυτά, την απόλαυση και τη λύτρωση που δίνει η άσκηση μέσα από τις λέξεις!

Αναζητούσε την «επανίδρυση των ονείρων» ψάχνοντας να βρει ένα κομμάτι ευτυχίας! Ήταν πια ο δεύτερος εαυτός του που θριάμβευε. Γιατί δεν βγήκε στο θέατρο; Ήταν ταμένος στη λογοτεχνία! Η ζωή έχει κι άλλα μονοπάτια που μπορεί να περπατήσει κάποιος. Η ζωή του είναι διάφανη και λάμπει. Τα μόνα μυστικά που κρύβει είναι οι ήρωες των βιβλίων του.»

Και πάλι οι ήρωες των βιβλίων του! Ωστόσο, θα έπαιρνε όρκο πως τους γνωρίζει καλά, μια και είχε διαβάσει όλα τα βιβλία του! Άλλοτε σαν το alter ego του συγγραφέα κι άλλοτε σαν τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας που όλοι τούς βλέπουμε καθημερινά, αλλά λίγοι τούς δίνουμε σημασία…

«Η αγωνία του ήταν να μπορέσει με λέξεις να αναπαραστήσει το χάος της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν φτάνει μόνο να βλέπεις, πρέπει και να μιλάς!

Το μυαλό του δεν ήλεγχε τι έγραφε, το χέρι του  έγραφε από μόνο του, κάποιος άλλος συγγραφέας του το κρατούσε με το φοβερό, σιδερένιο του χέρι.

Παραμιλάει και παρακαλάει δυνατά, γιατί του αρέσει ν’ ακούει τη φωνή του, γιατί η φωνή του είναι η μόνη συντροφιά του. Πέφτουν οι λέξεις μέσα του, όπως οι  στάλες της βροχής…»

Έκλεισε τα μάτια προσπαθώντας να αναπαραστήσει νοερά την εικόνα του συγγραφέα. Την ίδια ώρα το παλιό ραδιόφωνο Columbia πλημμύριζε το χώρο με νότες μαγικές  από την «Τραβιάτα» του Βέρντι…

«Όλη η ζωή ξετυλιγόταν μπροστά του, είχε καιρούς ακόμα για να μάθει και να γίνει άλλος άνθρωπος, όπως τον ονειρεύτηκαν οι πρώτοι άτυχοι ονειροπόλοι μιας μεγάλης επανάστασης, στην οποία πίστεψε κάποιο διάστημα κι ο ίδιος και τώρα ήταν αναγκασμένος να γλείφει το φαρμάκι από τα κατακάθια του καφέ της.

Ακόμη δεν τελείωσε η περιπέτεια. Ελπίζει στο ακατόρθωτο. Κανένας δεν έχασε ελπίζοντας.

Πάντα επιστρέφει κάποια στιγμή ο άνθρωπος ν’ αποτελειώσει το έργο του. Τίποτα δεν αφήνει μισό. Να το βρουν ακέραιο όσοι ακολουθούν και όπως το φαντάστηκε.

Τώρα το μόνο που ήθελε ήταν ένα δωμάτιο στη ρίζα ενός βουνού, μ’ ένα σιδερένιο κρεβατάκι, τα λίγα απαραίτητα έπιπλα και οπωσδήποτε ένα παράθυρο που να βλέπει  στη θάλασσα…

Το καράβι ωστόσο ταξιδεύει χρόνια. Σιγά σιγά ανεβαίνει προς το χάος του διαστήματος, αιωρείται πάνω από τις ηπείρους, αλλάζοντας συνεχώς πορεία και σημαία, λάμποντας φωταγωγημένο σαν Επιτάφιος. Ταξιδεύει χρόνια…»

Το αέναο ταξίδι του χρόνου, συλλογίστηκε, διακόπτοντας για μια στιγμή την ανάγνωση των υπογραμμισμένων αποσπασμάτων…

«Η ομορφιά στον κόσμο είναι απεριόριστη. Αν επρόκειτο να μαζέψεις ό,τι θαύμαζες, δεν θα σού ‘φταναν ούτε δυο πλανήτες…

Το σταυρό της αγάπης του ο άνθρωπος μονάχος του πρέπει να τον σηκώνει  και μονάχος του να πορεύεται στο δρόμο του μαρτυρίου…

Νόμιζε ότι χιόνιζε. Και πράγματι, από πολύ μακριά χιόνιζε μέσα σε ατέλειωτες σελίδες, σε όλες τις σελίδες και τις λέξεις, σε όλα τα μυθιστορήματα…»

ΈΚΛΕΙΣΕ το βιβλίο κι έμεινε ανέκφραστος να κοιτάζει το εξώφυλλο… Μάνος Ελευθερίου: «Άνθρωπος στο πηγάδι»

Και τότε τον είδε! Καθόταν στην απέναντι  πολυθρόνα! Τον κοιτούσε με ύφος ήρεμο και με κείνο το χαρακτηριστικό, αδιόρατο, όλο μυστήριο χαμόγελό του!

Σαν να άκουσε τη φωνή του: «Πώς είστε, αγαπητέ μου;»

«Γεια σου, Μάνο», ήταν οι μόνες λέξεις που κατάφερε να ψελλίσει…

Από το παλιό ραδιόφωνο των παιδικών του χρόνων ακουγόταν η εκφραστική, δυνατή  φωνή του Χαράλαμπου Γαργανουράκη

«Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι,

ποιος είδε καπετάνιο στα βουνά;

Ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη

και στις μυρτιές του Άδη σεργιανά;

Μαλαματένια λόγια στο χορτάρι

ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά;»