«Εγώ, εκτιμώ, ότι οι άνθρωποι πρέπει να μάθουμε να πλένουμε τα χέρια μας. Είναι μια διαδικασία πολύ απλή, γιατί αυτά ουσιαστικά είναι η φραγή των νοσημάτων, και κυρίως να αποφεύγουμε να τα φέρνουμε στο πρόσωπό μας. Είναι η κυριότερη μέθοδος προστασίας από τις λοιμώξεις και κυρίως από την γρίπη».

————————————————————————

Μία εξόχως σημαντική παρέμβαση για την έξαρση της εποχικής γρίπης, τους φορείς και την αντιμετώπισή της μέσω εμβολίων, κάνει ο παθολόγος του Γενικού Νοσοκομείου Σύρου, κ. Γιάννης Χατζηγεωργίου, ο οποίος λέει «όχι» στον πανικό, αλλά «ναι» σε απλές καθημερινές συνήθειες που αποτρέπουν την ανακύκλωση των μικροβίων στη ζωή μας.

Γιατί συμβαίνει κάθε χρόνο, τέτοια εποχή, να έχουμε πρόβλημα με την εποχική γρίπη;

Η σχέση με τα μικρόβια πάντοτε ήταν και παραμένει μια ισορροπία τρόμου! Εμείς, όμως, δεν πρέπει να είμαστε τρομοκράτες. Πρέπει να αξιοποιήσουμε τα δεδομένα και να δούμε πως θα ισορροπήσουμε ανάμεσα σε αυτά και να αξιοποιήσουμε το φορτίο υγείας που μας έχει δοθεί από τον Θεό.

Η γρίπη, καταρχάς, δεν θα πρέπει να αποτελεί μόνο ενημέρωση των ΜΜΕ καθώς και οι γιατροί και τα νοσηλευτικά ιδρύματα θα έπρεπε μέχρι τώρα να έχουν βγάλει μια σχετική ανακοίνωση. Είναι όντως ένα μεγάλο έλλειμμα το οποίο έρχεστε να καλύψετε εσείς, σε συνεργασία πάντα με τους θεράποντες ιατρούς.

Όντως, έχουμε έξαρση της γρίπης. Αυτό είναι αναμενόμενο και ενδέχεται να συνεχιστεί λίγο ακόμη. Αυτή η συνέχεια δεν είναι μόνο αποτέλεσμα των καιρικών συνθηκών αλλά και της κάποιας χαλάρωσης που μας χαρίζουνε οι Αλκυονίδες μέρες. Γιατί, έχει παρατηρηθεί ότι δεν κρυώνουμε, αλλά κολλάμε ο ένας με τον άλλο. Το στοιχειώδες που μας εξασφαλίζει είναι η απόσταση περίπου του ενός μέτρου από τον συνομιλητή μας, ειδικότερα αυτόν που δεν γνωρίζουμε, και κυρίως να μην φέρνουμε τα χέρια στο πρόσωπό μας και στις πύλες εισόδου (ρουθούνια, στόμα, μάτια) μετά από μια χειραψία με κάποιον που αγνοεί τους βασικούς κανόνες υγιεινής.

Επιβεβαιώνεται ότι υπάρχει έξαρση της εποχικής γρίπης και στη Σύρο;

Ασφαλώς, έχουμε έξαρση της γρίπης και στη Σύρο και εμείς στο Νοσοκομείο το βιώνουμε πάρα πολύ τραγικά διότι λόγω της απομείωσης της υποστήριξης από ένα εξωνοσοκομειακό σύστημα φροντίδος και λόγω ανυπαρξίας ενός θεσμικού πλαισίου το οποίο να έχει γίνει αποδεκτό από την ιατρική κοινότητα για να την εξοπλίσει, όλος ο κόσμος είναι στο Νοσοκομείο. Σε όποιον τρέχει η μύτη του, πάει στο Νοσοκομείο. Βλέπεις κάποιον με ένα σπάσιμο ή ένα κάταγμα και δίπλα σου είναι κάποιος που τρέχει η μύτη του. Όλοι όσοι θα συναναστραφούμε μαζί του, μας έχει μεταδώσει όλο το μικροβίωμά του. Είναι απλά θέμα χρόνου και προσωπικής φροντίδας πότε θα το εκδηλώσουμε. Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι το εξής: κανονικά, δεν θα έπρεπε να έρχεται στο Νοσοκομείο κάποιος που απλά τρέχει η μύτη του. Κανονικά, πρέπει να κάνει λίγο υπομονή, να μιλήσει έστω και τηλεφωνικά με τον θεράποντα εξωνοσοκομειακό γιατρό του, για να του δώσει τις πρώτες οδηγίες και να μην τρέχει από δω και πέρα, τρομοκρατημένος και από τα ΜΜΕ.

Πότε πρέπει να λαμβάνει κάποιος ιατροφαρμακευτική φροντίδα;

Η Ιατρική, ευτυχώς και δυστυχώς, γιατρεύει τα μη αυτοϊούμενα. Σε μια τόσο ιατρικοποιημένη εποχή όπως είναι η δική μας, την οποία επάγει και το οικονομικό κέρδος, αντιλαμβάνεστε ότι είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσουμε τα αυτοϊόμενα από τα μη αυτοϊόμενα. Το δια ταύτα, όμως, είναι ότι οι ασθενείς που δεν είναι υψηλού κινδύνου (νέοι άνθρωποι, άτομα κάτω των 60 ετών, άτομα που δεν έχουν σάκχαρο, δεν είναι παχύσαρκοι, δεν παίρνουνε κορτιζόνη, δεν έχουν νεοπλάσματα), αυτοί είναι αυτοϊόμενοι χωρίς δεύτερη συζήτηση. Δεν υπάρχει λόγος πανικού γι αυτούς. Πρέπει να αφεθούν στην αυτοίαση χωρίς να χρειαστεί να πάρουν φάρμακα.

Αν, όμως, έχουν υψηλό πυρετό (πάνω από 38), αν έχουν ένα βήχα που επιμένει ή πονάνε τα αυτιά τους ή έχουν άλλα προβλήματα (καρδιακή ή αναπνευστική ανεπάρκεια, σοβαρά αυτοάνοσα νοσήματα κ.ά.), τότε θα πρέπει να συζητήσουν με τον γιατρό τους το τι πρέπει να κάνουν. Ωστόσο, δεν είναι πολλά αυτά που μπορούμε να κάνουμε. Αυτό που κάνουμε συνήθως είναι να δώσουμε αντιϊική αγωγή, δηλαδή το Tamiflu για 5 μέρες, και σε άτομα που έχουν ένα πιο έντονο βήχα και υψηλό πυρετό, να προσθέσουμε και αντιβιοτικό, πάντα σε εξατομικευμένη βάση.

Η οικονομική κρίση επιδρά στην αύξηση των κρουσμάτων;

Νομίζω πως στο θέμα της Γενικής Ιατρικής δεν είναι μόνο το ζήτημα της Παροχής Υπηρεσιών Υγείας μέσα στο στενό περιβάλλον του Ιδρύματος Υγείας αλλά είναι και θέμα συνθηκών διαβίωσης. Κάθε γενιά έχει το δικό της μικρόβιο. Φαντάσου ότι στα περισσότερα σπίτια δεν ανάβουνε τα καλοριφέρ και υπάρχει μια μέση θερμοκρασία που φτάνει τους 20 βαθμούς Κελσίου. Ε, λοιπόν, αυτό το περιβάλλον είναι παράγων δημιουργίας στρες. Αυτό το στρες σημαίνει ευαλωτότητα. Αυτό είναι που επάγει τη νόσο. Δηλαδή, οι κοινωνικές συνθήκες διαβίωσης είναι πολύ σημαντική παράμετρος. Ωστόσο, θα πρέπει να τονιστεί ότι σήμερα στην Ελλάδα δεν υπάρχουν ανασφάλιστοι και έχουν κάποια προσβασιμότητα στις μεγάλες δομές Υγείας, με δωρεάν φάρμακα.

Μία νέα τάση έρχεται και αντιδρά στην χορήγηση εμβολίων, ειδικά στα μικρά παιδιά.  Ποια είναι η θέση σας πάνω σε αυτό;

Προσωπικώς, για το εμβόλιο της γρίπης στα παιδιά, εγώ δεν θα προσυπογράψω απόλυτα. Δεν το έχω κάνει ούτε στα δικά μου. Αυτό πρέπει να γίνει σε παιδιά που βρίσκονται μέσα σε ιδρύματα, που είναι «καταδικασμένα» να πηγαίνουνε σε σταθμούς και σχολεία με άλλα παιδιά που έχουν επιβαρημένο ιστορικό. Όλα αυτά καθορίζονται μέσα από το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών. Το εμβόλιο το κάνουν μόνο όσοι προβλέπεται από το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών και αυτό δωρεάν. Είναι άτομα άνω των 65 ετών και αυτά που έχουν συνοσηρότητα. Το εμβολιαστικό κίνημα δεν με βρίσκει σύμφωνο. Δεν είναι σωστό. Το εμβόλιο πρέπει να το κάνουμε και ιδιαίτερα στη φάση του Φθινοπώρου, πριν αρχίσουν τα σχολεία όπου υπάρχει ανακύκλωση των μικροβίων.

Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι το  Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών δεν στηρίχτηκε πάνω στο κόστος. Η Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι είναι «φτωχή» χώρα, ακολουθεί όλες τις επιταγές των διεθνών οργανισμών.

Και για όσους προστρέχουν απευθείας στα νοσοκομεία χωρίς κάποιο αξιόλογο σύμπτωμα;

Εγώ θεωρώ ότι το θεραπευτικό συμβόλαιο είναι μια συνεργασία μεταξύ του θεράποντος ιατρού και του ασθενούς. Η προσπάθεια οφείλει να είναι ισόποσος, αλλά όχι ισοδύναμος. Ο θεράπων που έχει πειστεί για το έργο του, πρέπει να δώσει τη μάχη του να πείσει τον θεραπευόμενό του. Εγώ θα πρέπει να σε πείσω για να κάνεις το εμβόλιο, παραδείγματος χάριν. Έχω δώσει τη μάχη μου για να σε πείσω να πάρεις Tamiflu. Το φάρμακο το θέλουμε, το φαρμάκι δεν θέλουμε στη ζωή. Η σχέση μας με το φάρμακο έχει δεδομένο και το όφελος και την ασφάλεια, αλλιώς δεν είναι φάρμακο. Το θεραπευτικό συμβόλαιο με το φάρμακο είναι το φύλλο οδηγιών του φαρμάκου. Εκεί είναι γραμμένα τα πάντα. Αλλά εκεί, ευτυχώς, είναι εν δυνάμει συμβάντα.

Παρά το γεγονός ότι το Νοσοκομείο είναι προσβάσιμο σε όλους, είναι κι αυτό επικίνδυνο. Για να φτάσουμε στο Νοσοκομείο, το ιδανικό θα ήταν να έχουμε παραπεμθεί από τον εξωτερικό θεράποντα ιατρό μας. Έχουμε τον θεσμό του οικογενειακού γιατρού που δεν πηγαίνει κανένας μέχρι στιγμής. Αλλά, αναγκαστικά κάνουμε εμείς τον οικογενειακό γιατρό. Πρέπει ακόμα και μέσα στο σπίτι να διαχωρίζουμε και το που θα κοιμηθούμε και το που θα καθόμαστε αν υπάρχει κάποιο άρρωστο άτομο. Και με τη σύζυγο, και με τα παιδιά και ιδιαίτερα με τους γέροντες, οι οποίοι στην σύγχρονη εποχή είναι αυτοί που μεγαλώνουν τα εγγόνια τους. Τα παιδιά πάνε στο σχολείο και κουβαλάνε τις αρρώστιες στους παππούδες και τις γιαγιάδες, οι οποίοι ανήκουν στις υψηλές ομάδες κινδύνου, και έτσι μπαίνουμε σε αυτό τον φαύλο κύκλο της ανακύκλωσης των μικροβίων.