«ΛΙΤΣΑ, ο Νίκος είμαι. Από 8 Ιουνίου μέχρι και  7 Σεπτεμβρίου δεν υπάρχει σύνδεση Ικαρίας με Σύρο. Γιατί παρακαλώ;  Έχω γράψει ένα κείμενο . Θα το βάλεις στο επόμενο φύλλο; Τώρα γίνονται προσπάθειες από το δήμαρχο να γίνει διασύνδεση  της Σύρου με Ικαρία, Σάμο, Χίο, Μυτιλήνη, Λήμνο , Καβάλα..  Φωνάξετε, όσο μπορείτε πιο δυνατά, και σεις βρε παιδιά…»

ΤΟ πάθος του για τη σύνδεση της Σύρου με τα λιμάνια του κόσμου ακουγόταν  για μια ακόμη φορά  με τη δυνατή φωνή του από την άλλη άκρη του τηλεφώνου.

Η χροιά ίδια πάντα. Αυτή που προσδιόριζε την ταυτότητα της πηγής του ήχου τής φωνής του. Φωνή δυνατή, καθαρή, κάποτε βροντώδης, αγανακτισμένη  και παραπονεμένη για την αδικία της πρωτεύουσας του νομού που δεν καταφέρνει χρόνια τώρα να έχει δυνατή ακτοπλοϊκή σύνδεση.

ΉΞΕΡΕ όλα τα πλοία και τα δρομολόγια απέξω.

ΜΟΥ έστελνε φωτογραφίες με παλαιά καράβια της ακτοπλοΐας όπως το «Μοσχάνθη» το «Παντελής» το «Δέσποινα» ζητώντας μου να του δώσω χώρο στην εφημερίδα για να κάνει  αφιέρωμα με ημερομηνίες, διακριτικά, ναυτιλιακές εταιρείες, δρομολόγια .

Η λατρεία του γι αυτό που έζησε στα παιδικά  του χρόνια μέσω του ναυτικού πρακτορείου που διατηρούσε ο πατέρας του  στην παραλία δεν μειωνόταν λεπτό. Αντίθετα . Όσο περνούσαν τα χρόνια τόσο φούντωνε. «Φωνάξετε, όσο μπορείτε πιο δυνατά, και σεις βρε παιδιά…»

ΠΡΙΝ καιρό τηλεφώνησε για να μου πει πόσο συγκινήθηκε για τα άρθρα μου που αφορούσαν την Μητέρα και την Οικογένεια.

ΤΑ κοινοποίησε  μάλιστα και στον προσωπικό του λογαριασμό σχολιάζοντας: «Ευγενέστατο! Πολύ μου άρεσε. Πράγματι Λίτσα μου, “ασφαλής κρυφή γωνίτσα μέσα στο μυαλό και την ψυχή τους (των παιδιών), όπου για όλη την υπόλοιπη ζωή τους, θα επιστρέφουν, όταν θα έχουν ανάγκη να νιώσουν ζεστασιά και ασφάλεια”.. Ευγενικά…. εκπληκτικόοοο! Με γύρισες Λίτσα μου, 60 χρόνια πίσω, στο σπίτι μας, μαζί με την νοικοκυρά μητέρα μου, που μου είχε πολύ μεγάλη αδυναμία. Την μητέρα μου, την έχασα όταν ήμουνα 19 χρόνων». Και συνέχισε: «Φεύγουμε για διακοπές με τη Δήμητρα. Πάμε Ικαρία. Με το καλό η επιστροφή στην πατρίδα» .

Ο  Νίκος  λάτρευε  το  μπλε που  περιέβαλλε τα καράβια αυτά που ξεκινούσαν από την Ερμούπολη, τον γενέθλιο τόπο του, περιτυλιγμένα το ασημένιο πέπλο της αλισάχνης των ταξιδιών.

ΚΟΙΤΑΖΕ πάντα την πρύμνη τους να ξεμακραίνει, όχι ως τρόπο αναψυχής, αλλά ζωής.

ΣΑΝ  μια υπόσχεση ένωσης της πατρίδας με τον πέρα κόσμο.  Κι ας ήταν ο πλους σύντομος.

ΑΥΤΑ τα καράβια κατά κάποιον τρόπο ήταν ο τόπος απαντοχής του.

ΜΟΥ είχε στείλει φωτογραφίες με τον πατέρα του  Επαμεινώνδα  Πετράκη  να ποζάρουν με την μητέρα του έξω από το ναυτικό τους πρακτορείο.

ΚΙ έτσι όπως ήταν «κολλημένος» με τα δρομολόγια των πλοίων νόμιζε κανείς πως αυτά ενσωματώνονταν στην κάθε μέρα του σαν τάματα.

ΈΛΕΓΕΣ πως δε διαχώριζε το πλοίο από το ταξίδι. Το δικό του ταξίδι που δεν ήταν για αυτόν μια ανώφελη περιπλάνηση, αλλά  σκοπός ιερός:

«ΔΕ σου είπα. Το μάθες; Ο Δήμος Ικαρίας έκανε αίτημα για πρόσθετα δρομολόγια από και προς τον λιμένα Ευδήλου για το μήνα Ιούνιο. Πολύ καλή κίνηση! Κάνω πρόταση, κάθε Δευτέρα και Σάββατο, το «Πάρος» να πηγαίνει και Εύδηλο με επιστροφή, αυθημερόν (Σύρο, Τήνο, Μύκονο, Εύδηλο, Μύκονο, Τήνο, Σύρο, Πειραιά. Να στο στείλω;»

ΈΤΣΙ ο Νίκος έβλεπε τα καράβια να φεύγουν, να έρχονται και να ξαποσταίνουν στο λιμάνι πριν από τον επόμενο απόπλου.

ΉΤΑΝ πάντα οι φορτισμένες εμφανίσεις στη ζωή του.

ΑΝ και δεν είχε δουλέψει ποτέ του μέσα σ αυτά, εκπλήρωνε λες  μια οφειλή προς τον εαυτό του και την προσωπική του ιστορία.

ΈΔΕΙΧΝΕ να μην ήθελε να αποστασιοποιηθεί από το μύθο και να ξεπεράσει  τις ιστορίες που τις κουβαλούσε  σε όλη του τη ζωή.

Ο Νίκος ό,τι αγαπούσε, το αγαπούσε με πάθος.

ΤΗΝ αγαπημένη του Δήμητρα, την μονάκριβη κόρη του, τα δίδυμα εγγόνια του, τον σκύλο του τον Μπάνυ, που μετά από την σωματική του μεταμόρφωση- αυτήν που του επέβαλλε το πρόβλημα υγείας του ώστε να χάσει πάρα πολλά κιλά – έγινε ο πιστός φίλος και το καμάρι του. Μαζί για ψώνια, μαζί για βόλτα, μαζί για μπάνιο, ακόμη μαζί και στο ταξίδι για την Ικαρία.

ΤΗΝ περασμένη εβδομάδα κι ενώ πλησίαζαν οι μέρες για να επιστρέψει «με το καλό στην πατρίδα», μου τηλεφώνησαν ότι ο Νίκος Πετράκης πνίγηκε, τι ειρωνεία! στο νησί της μακροζωίας (!)

ΆΚΟΥΣΑ το τρανταχτό γέλιο του, τη γρήγορη ομιλία του, και πράγματι είδα μπροστά μου αυτόν τον καλοκάγαθο γίγαντα να μου λέει όλος χαρά: «Είδες; Πήγα να καλύψω την κοπή της πίτας του Συλλόγου Κατ ΄Οικον Νοσηλείας και  μου έπεσε το νόμισμα. Τυχερός ε;»

ΔΕΝ πρόλαβα να συνειδητοποιήσω τι συμβαίνει και χτύπησε το κινητό μου.

Η ξέπνοη φωνή της Δήμητρας  από την Ικαρία με ενημέρωνε ότι ο Νίκος θέλησε πριν επιβιβαστούν στις 9.30 το πρωί στο πλοίο που θα τους έφερνε Σύρο να κάνει μια τελευταία βουτιά στα πεντακάθαρα νερά του Ευδήλου λίγο μετά τις επτά το πρωί.

ΓΥΡΩ στις οκτώ ειδοποιήθηκε ο Λιμενικός Σταθμός από διερχόμενο και αμέσως έσπευσαν λιμενικά όργανα και τον ανέσυραν, αλλά ήδη ήταν αργά.

Ο Νίκος- δεινός κολυμβητής- ποτέ δεν συμφώνησε με τον Ανδρέα Καρκαβίτσα όταν έλεγε  για τη «Θάλασσα»:  «Ο πατέρας μου —μύρο το κύμα που τον τύλιξε— δεν είχε σκοπό να με κάμει ναυτικό.

 — «ΜΑΚΡΙΑ, έλεγε, μακριά, παιδί μου, απ’ τ’ άτιμο στοιχειό! Δεν έχει πίστη, δεν έχει έλεος. Λάτρεψέ την όσο θες, δόξασε την· εκείνη το σκοπό της. Μην κοιτάς που χαμογελά, που σου τάζει θησαυρούς. Αργά γρήγορα θα σου σκάψει το λάκκο ή θα σε ρίξει πετσί και κόκαλο, άχρηστο στον κόσμο. Είπες θάλασσα, είπες γυναίκα, το ίδιο κάνει».

Η μητέρα μου με συμβούλευε να μη φοβάμαι τους χαμογελαστούς ανθρώπους γιατί το χαμόγελό τους, μου έλεγε, πηγάζει  κατευθείαν από την καρδιά.

ΠΙΣΤΕΥΕ  ότι  ένας τέτοιος άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει  κακό σε κανέναν.

ΠΩΣ γίνεται να μην αγαπήσεις ένα πλάσμα που χαμογελάει; Πώς να αντισταθείς σε τόση φωτεινότητα;

Ο Νίκος ήταν φωτεινός, ανοιχτό βιβλίο, ένας τρυφερός, εγκάρδιος άνθρωπος, βαθιά Έλληνας και βαθιά Ερμουπολίτης.

ΑΠΙΣΤΕΥΤΑ επικοινωνιακός, καλός οικογενειάρχης, καλός επαγγελματίας, καλός συνάδελφος.

ΌΤΑΝ μιλούσε για ένα θέμα δεν μπορούσες να τον διακόψεις. Η πληθωρική του προσωπικότητα ταυτιζόταν τέλεια με την πληθωρική παρουσία του, την πληθωρική εκφορά του λόγου του.

ΑΠΕΠΝΕΕ μια ζωντάνια και αυτή του η ζωντάνια ήταν εντελώς αυθεντική. Πάντα ανοιχτόκαρδος και κυρίως ευγενικός.

ΈΤΥΧΕ πολλές φορές, υπερφίαλοι και εγωκεντρικοί, να νομίζουν ότι τον ταπεινώνουν. Με την  απίστευτη αξιοπρέπειά του, μας μάθαινε να συγχωρούμε τους ανθρώπους .

ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΙ από τα παλιά, όταν μας απέλυσαν από την εργασία μας (εκείνον κυριολεκτικά με βάρβαρο τρόπο)  θέλησε με αγάπη να συμμετέχει στην ίδρυση του ΛΟΓΟΥ.  Να αρθρογραφεί. Να κάνει αυτό που ήξερε.

ΤΟΝ θυμάμαι με πλατύ χαμόγελο και ευχές (φωτο σελ. 16) να κερνάει σαμπάνια «βρέχοντας μεθυστικά» τον ενθουσιασμό των  οκτώ συνολικά ατόμων που ξεκινήσαμε αυτό το  δύσκολο ταξίδι.

ΠΩΣ θα μπορούσε να απουσιάσει από αυτήν την προσπάθεια ένας αεί ταξιδιάρης!

ΔΕΝ έκανε πίσω. Οι αντιξοότητες δεν τον τρόμαζαν και η συνεργασία μας ήταν τέλεια.

ΚΑΠΟΙΑ στιγμή που σήμανε συναγερμός με την υγεία του σταμάτησε να καλύπτει  γεγονότα αλλά δεν σταμάτησε να αρθρογραφεί και να λέει ευθαρσώς την γνώμη του.

ΌΣΟΙ συγχρωτιστήκαμε με τον Νίκο, είμαστε  βέβαιοι πως γνωρίσαμε έναν ακέραιο  άνθρωπο που αγαπούσε ό,τι  βαθιά ανθρώπινο.

ΠΡΟΙΚΙΣΜΕΝΟΣ  με  εξαιρετικά χαρίσματα  κρατήθηκε ψηλά ακολουθώντας τη συνείδησή του: Ποτέ  μικρόψυχος, ποτέ εκδικητικός, ποτέ  λαϊκιστής. Πάντα πολιτισμένος.

ΠΛΕΟΝ κινείται στον αέρα αβέβαιη η πατίνα του χρόνου.

Ο Νίκος, όπως και άλλοι θνητοί  διέσχισε την Αχερουσία  κολυμπώντας.

ΣΤΑ πόδια του κάθεται εξημερωμένη η  καλοσύνη με όλα της τα δώρα. Προσφορά. Συγχώρεση. Χαμόγελα.  Απροσποίητη ευγένεια.

ΌΛΟΙ, ζώντες και τεθνεώτες, γνωρίζουν πως δεν υπάρχει εκούσια  έξοδος. Μόνον όπου κάτσει το βελάκι στον τροχό της τύχης. Το βελάκι έκατσε στο 65.

Ο θάνατος του φίλου, μετά από την πρώτη απονάρκωση, γρήγορα μεταβάλλεται σε επιτακτική ανάγκη  που σου υπαγορεύει να πεις ή να γράψεις τις καλύτερες σκέψεις. Ακόμη  και υμνολογίες.

ΌΜΩΣ τούτη η εξομολόγηση δεν είναι επικήδειος, αλλά ιαματική σκέψη.

ΤΙ θα έλεγε, αν ζούσε και διάβαζε αυτά τα λόγια;

ΑΝΑΠΟΛΩ τις στιγμές που τον έζησα.

Ο Νίκος είχε μονίμως το σύνδρομο της συντροφιάς. Γι’ αυτό ήταν πάντα πολύ ομιλητικός.

ΤΟΝ ξαναβρίσκω στην εφημερίδα.

ΣΕ πολιτικές  συγκεντρώσεις , σε κοινωνικές  εκδηλώσεις, σε  δημοτικά και περιφερειακά συμβούλια να παίρνει συνεντεύξεις.

ΤΟΝ ξαναβρίσκω  στο σπίτι του μαζί με την Δήμητρα να δέχονται ανοιχτόκαρδα ευχές για την γιορτή του, να μιλά σαν έφηβος με πυρετώδη ήχο.

ΦΥΣΙΚΑ, ακολούθησαν τα χρόνια της θλίψης, όταν χρειάστηκε να αντιμετωπίσει την υγεία του σοβαρά.

ΈΓΙΝΕ αγνώριστος αλλά ο αυθορμητισμός δεν του έλειψε.  «Πόσος «Νίκος» υπήρχε σε αυτή τη λιπόσαρκη αλλαγμένη μορφή που  έκρυβε καλά τις μελαγχολικές σκέψεις;

ΣΤΗ θωριά ενός νεκρού φίλου και όσο αυτό κρατά, έστω και για μέρες, όλοι γινόμαστε καλύτεροι.

ΌΣΟΙ έχουμε κλάψει για έναν δικό μας άνθρωπο, γνωρίζουμε ότι δεν γλυτώνουμε για καιρό από την άταφη μορφή και την φωνή του που ηχεί στ’ αυτιά μας .

ΤΟ σχήμα του Νίκου συχνάζει τακτικά στην παραλία παρέα με το σκύλο του, κάνει βουτιές και ψάχνει ένα γύρο για συντροφιά.

Η φωνή του ακούγεται καθαρά ανάμεσα στα δικά μας λόγια, το γέλιο του δυνατό.

ΑΠΟΔΗΜΟΣ πια τριγυρίζει στους δικούς του δρόμους. Απόδημος, μόνος και αόρατος.

ΠΛΕΟΝ το μόνο σπίτι που τον φιλοξενεί  δεν είναι η Ερμούπολή του, οι αγαπημένοι του.

ΥΠΑΡΧΕΙ μονάχα στην καρδιά μας. Και ακόμα βαθύτερα. Είναι πια ο σιωπών τών σιωπώντων.

ΝΟΙΩΘΩ ακόμη σαν να  αυξήθηκαν μερικές νέες μέρες στο ημερολόγιο.

ΒΛΕΠΕΤΕ,  οι αντιδράσεις  έχουν μια καινούργια βαθύτητα.

ΟΙ νεκροί βαραίνουν τις σκέψεις των ζωντανών και τις βασανίζουν ανακουφιστικά μόνον όταν είναι οι “δικοί σου” ή και φίλοι από καρδιάς.

Ο Νίκος ξεκίνησε να συναντήσει την μητέρα του, τον πατέρα του και  τους γνωστούς και φίλους της δουλειάς μας με τους οποίους συνεργαζόταν θαυμάσια.

ΤΟΝ Αντώνη Μαρκουλή, τον Μάκη Φρέρη, τον Αλέξανδρο Γεννάδιο, τον Αντώνη Κουμαριανό , τον Κώστα Χαλαβατζή, τον Αντώνη Αλμπανόπουλο…

ΚΑΙ σίγουρα, τώρα -ήταν πολύ καλός και σε αυτό- θα κανονίζει κάποια συνέντευξη.

ΚΑΙ μας έβαλε όλους εδώ κάτω, σοκαρισμένους να τρέχουμε για να γράψουμε για εκείνον…

ΝΙΚΟΛΑ, καλή στράτα. Να είναι φωτεινός ο δρόμος σου και φιλιά σε όλους εκεί πάνω.!!