ΜΑΣ το είχε πει ο ίδιος με εκείνη την  ειλικρίνεια και την απλότητα που  καθήλωνε . Με τις συνεντεύξεις του,  που ήταν πλημμυρίδα συναισθημάτων, πίκρας, χιούμορ, αυτοσαρκασμού, εικόνων και χρωμάτων.

Μάθαμε τόσα πολλά από αυτόν τον μεγάλο δημιουργό όσες φορές ξεδίπλωνε άγνωστες πτυχές από την ζωή του και την αγαπημένη του γενέτειρα.!

Μια ζωή, που στην πλάτη και τη ψυχή του κουβάλησε, τίμια, αδιαμαρτύρητα μέχρι που ήλθε – με τη σοφία πλέον της ηλικίας του- η ώρα να μας πει τις τελευταίες του επιθυμίες εξηγώντας μας τι του «δώρισε» η σκόνη του χρόνου..

Μάνος Ελευθερίου: ‎Ήταν Έλληνας ποιητής, στιχουργός και πεζογράφος. Γεννήθηκε στις 12 Μαρτίου  του 1938 στην Ερμούπολη της Σύρου και πέθανε στις 22 Ιουλίου 2018 στην Αθήνα σε ηλικία 80 ετών. Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους πνευματικούς δημιουργούς με πολυσχιδές έργο: στιχουργός τραγουδιών που αγαπήθηκαν πολύ, ποιητής, μυθιστοριογράφος, συγγραφέας παιδικών βιβλίων, ιστορικός, ζωγράφος και επιμελητής φωτογραφικών άλμπουμ.

Μεταξύ των μεγάλων επιτυχιών του Μάνου Ελευθερίου περιλαμβάνονται τα τραγούδια: «Το παλληκάρι έχει καημό» (Μίκης Θεοδωράκης), «Κάτω απ’ τη μαρκίζα» (Γιάννης Σπανός), «Οι ελεύθεροι κι ωραίοι» (Σταύρος Κουγιουμτζής), «Άμλετ της Σελήνης» (Θάνος Μικρούτσικος), «Είναι αρρώστια τα τραγούδια» (Σταύρος Ξαρχάκος), «Έρημοι σταθμοί» (Διονύσης Τσακνής), «Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες» (Ηλίας Ανδριόπουλος), «Η διαθήκη» (Χρήστος Νικολόπουλος), «Μη χτυπάς σ’ ένα σπίτι κλειστό» (Λουκιανός Κηλαηδόνης) και «Ατέλειωτη εκδρομή» (Θανάσης Γκαϊφύλλιας).

Ο Μάνος μας επιμελήθηκε την έκδοση λευκωμάτων με θέμα τη Σύρο, όπως τα «Ενθύμιον Σύρας» και το τετράτομο «Θέατρο στην Ερμούπολη τον 20ο αιώνα, 1901-1921». Τη δεκαετία του 1990 έκανε ραδιοφωνικές εκπομπές στο δημοτικό ραδιόφωνο της Αθήνας («Αθήνα 9, 84») και στο «Δεύτερο Πρόγραμμα» της ΕΡΤ.

Το 1994 εξέδωσε την πρώτη του νουβέλα με τίτλο «Το άγγιγμα του χρόνου» και το 2004 δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Ο καιρός των χρυσανθέμων», που σημείωσε μεγάλη εκδοτική επιτυχία και το 2005 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Το 2013 βραβεύτηκε για τη συνολική προσφορά του στα γράμματα από την Ακαδημία Αθηνών.

Άφησε και στη αδελφή του Λιλλή Ελευθερίου εντολή να μη θαφτεί. Να αποτεφρωθεί στη Βουλγαρία. Να μη στήσουν άγαλμά του στην Ερμούπολη.. Ήθελε να τον θυμούνται μόνο από το έργο που  άφησε..

Θυμάμαι με συγκίνηση τη συνέντευξη που μου έδωσε πέρυσι τον Αύγουστο η κ. Ελευθερίου με φόβο ψυχής μήπως και δεν τηρηθούν οι τελευταίες του αυτές επιθυμίες από τους συμπατριώτες του..

Και το νησί του τις σεβάστηκε απόλυτα μέχρι αυτήν την ώρα. «Όταν πεθάνω», έλεγε «θέλω να υπάρχουν τα τραγούδια μου, να τα ακούει ο κόσμος». 

Ο κόσμος συνεχίζει να ακούει τα τραγούδια του, να διαβάζει τα βιβλία του, να παρακολουθεί θεατρικές παραστάσεις, να προγραμματίζει και να υλοποιεί εκδηλώσεις και συναυλίες με θέμα τη ζωή και το έργο του.

Του αφιέρωσαν ένα καλαίσθητο ημερολόγιο με ανέκδοτους στίχους του, σπάνιες φωτογραφίες του, που δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά, χειρόγραφά του, σπαράγματα του έργου του και QR code για να ακούσει ο αναγνώστης με την πραγματικά βαθιά φωνή του να διαβάζει ποιήματα και πεζά του.

Ένας χρόνος χωρίς το Μάνο….. Θα μας ακολουθούν τα μαλαματένια του λόγια , θα τον ακολουθούμε κάτω απ’ τη Μαρκίζα και θα μας συγκινεί αυτός ο αγαπημένος φίλος που έγραψε για την ερημιά του κόσμου. 

ΟΙ ποιητές, πάντως, είναι πάντα κοντά μας. Απλά, αφήνουν τα χνάρια τους στο βάρος του χρόνου…

ΚΑΙ η Στήλη, όπως η εφημερίδα μας -η οποία του αφιερώνει το κύριο άρθρο με δηλώσεις καλλιτεχνών που συνεργάστηκαν μαζί του- ανάβει ένα κερί στη μνήμη του με, ό,τι μπορούσε καλύτερο.

Ένα εξαιρετικό  αφιέρωμα, ένα λογοτέχνημα,  από τον Θάνο Θραψιάδη με  θερμές ευχαριστίες για την τιμή που μας έκανε να μας το εμπιστευτεί!

Έφυγε σαν αεράκι

 

Ο Μάνος Ελευθερίου  μας άφησε  πριν ένα χρόνο, μια μέρα που το «Μάτι» του Θεού  αντανακλούσε όλα τα δεινά των ανόητων και αυτοκαταστροφικών ανθρώπων.

Ο ίδιος ήθελε να «φύγει» ήσυχα, να μην ενοχλήσει τους συνανθρώπους του, να μην ειδωλοποιηθεί, να μην συντηρήσει τις κακίες, να μην μείνει στη μνήμη των γύρω του σαν ένα αστέρι που έκανε, ακόμα και τον θάνατό του, μέρος μιας επίγειας παράστασης.

Έτσι κι «έφυγε»… Η έξοδός του, τελετουργικά, έγινε όπως την επιθυμούσε, όμως,  έστω κι αν γύρω του – φτάνοντας μέχρι τον αγαπημένο του τόπο, τη Σύρα –  ένα μαύρο σύννεφο  κατέκλυζε  το Σύμπαν, η ψυχούλα του δεν χωνεύτηκε μέσα στη μεγάλη φωτιά. Έφυγε σαν κεράκι, όπως έζησε σαν κεράκι, όλη του τη  ζωή.

Έφυγε σαν αεράκι, όπως φυσούσε  σαν αεράκι και έντυνε τις δύσκολες  ζωές μας με στίχους και τραγούδια, από αυτά που χαράκωσαν τη ζωή μας μια για πάντα.. 

Έφυγε σαν αεράκι… Οι άνθρωποι  δεν έκλαψαν γοερά με το φευγιό του… Δεν  οργανώθηκαν μαζικές συλλυπητήριες εκδηλώσεις , δεν τις ήθελε, άλλωστε… 

Καίτοι, ο ίδιος «κρυβόταν» πίσω από τις «γρίλιες» μιας ιδιότυπης προσωπικής συστολής και αβεβαιότητας, ο  κόσμος δεν  έκρυψε  την αγάπη του  και τα τρυφερά του συναισθήματα  απέναντι στην στιχουργική του «εικονογραφία» – μερικές φορές θα τολμούσα να πω  και  «αγιογραφία»- που δεν είχε,  σε καμία περίπτωση  την απλότητα μιας γνήσιας λαϊκής φωνής.

Ω, αυτό κι αν ήταν το μεγαλείο του Μάνου: αγγίζοντας «σουρεαλιστικούς»  τόνους, τους έβαλε στο στόμα του λαού, έτσι, που  συνειδητοποιήσαμε ότι «η ψυχή της ψυχής» δεν έχει  φόρμες και όρια, «η φωνή της φωνής» δεν έχει  φθόγγους και τονικές  ιδιομορφίες, η «γλώσσα της γλώσσας» δεν έχει ιδιωματισμούς  και τεχνικές, μόνο αλήθεια συναισθημάτων έχει, έναν σπαρακτικό ειρμό ανθρώπινων  ήχων, εικόνων και εμμονικά επαναλαμβανόμενων  μορφών, που  δεν είναι  μέσα  περιγραφικά  ούτε «ποιητική αδεία»  μέσα εντυπωσιασμού, αλλά βαθειά κρυμμένοι «άγγελοι»  στο υποσυνείδητό μας  κόντρα  στις δαιμονικές μας απειλές..

Έτσι, λοιπόν, δρασκέλισε, ήδη, ο Μάνος – ήθελε δεν ήθελε – το κατώφλι της Αθανασίας και τα τραγούδια του  έγιναν μέρος της λαϊκής φωνής. Έτσι, το «φευγιό» του τον έφερε πιο κοντά μας, ήθελε δεν ήθελε, έτσι, η σκιά του τον πήρε με το ζόρι από την «Σκιά» και τον έβγαλε από τις μισοσκότεινες γρίλιες, απ’ όπου,  σαν «άτακτο» παιδί,  χωρίς, ωστόσο, «σκανταλιές», ατένιζε τον κόσμο.

 Έτσι κι εμείς δρασκελίσαμε το κατώφλι του – ήθελε δεν ήθελε – και μπορέσαμε να περπατήσουμε στη γειτονιά του, αλλά και στην δική μας, ζωντανεύοντας την αγαπημένη μας Σύρα μέσα από την άοκνη συλλεκτική του μανία και την άφθαστη,  ζωντανή περιγραφική του δεινότητα,  χιούμορ και τελειομανία..

Έχουμε πολλά να μάθουμε, ακόμα, από σένα, Μάνο και σ’ ευχαριστούμε…

                                      Θάνος Θραψιάδης

Σύρος,  Ιούνης  2019