ΤΟ περίφημο «ΠΙ» του Αγίου Νικολάου. Μεγάλωσε γενεές επί γενεών, κανάκεψε παιδιά που δεν έτρωγαν το κολατσιό ή τα κεφτεδάκια που κουβαλούσε η μαμά από το σπίτι… …Γειτονιές ολόκληρες ξεσηκώνονταν με τσάντες γεμάτες φαγώσιμα, νερά και αλλαξιές με τα μικρά να κρατούν τις «σαμπρέλες»  για να περάσουν ώρες ολόκληρες εκεί, μέχρι αργά το βράδυ…  Έκλεισε το μάτι σε ερωτικά σκιρτήματα… αποτράβηξε ντροπαλά το βλέμμα σε φλογερά ραντεβού…. δρόσισε φλέγοντα κορμιά… ..Έγινε τόπος φιλοξενίας σχολικής κοπάνας…

ΚΑΙ τόπος κουβέντας μέσα στα καταγάλανα νερά της ….Κατέβηκε το υπέροχο δρομάκι με τα ατέλειωτα φαρδιά σκαλιά  που, όταν ο ήλιος έκαιγε, η ανηφόρα έφερνε λαχάνιασμα  και δίψα ατέλειωτη…

«ΤΑ ΑΣΤΕΡΙΑ» κάτω από τα αστέρια.. Μια συνεχής απόλαυση τόσο που όταν έρχεται η ανατολή δεν είσαι απολύτως σίγουρος αν έχεις ζαλιστεί περισσότερο από το αλκοόλ ή την ευτυχία από τα αρμυρά φιλιά και τον έρωτα που ξέρεις ότι μπορεί να κρατήσει μόνο λίγες μέρες. Μα δεν υπάρχει παντοτινός έρωτας.. Δεν υπάρχει το «πάντα».

…ΛΙΚΝΙΣΤΗΚΕ σε χορούς μοντέρνους, αλλά και κολλητού μπλουζ, τραγούδησε επιτυχίες παθιασμένων στίχων  και αντιλάλησε στις πέρα γειτονιές «το καλοκαίρι εκείνο»   ή «ένα πρωινό η παναγιά μου (γιατί ξενύχτησε με πάρτι βερμούτ). Άφησε  αποτυπώματα στις καρδιές εκείνων που έζησαν του θέρους τη  ψευδαίσθηση σιγοψιθυρίζοντας  «Εσένα που σε ξέρω τόσο λίγο»… Έγινε τόπος σκιρτήματος όταν από τα κάγκελα ψηλά το βλέμμα έψαχνε το.. «πρόσωπο»….… Συνεχίζει να αγκαλιάζει τρυφερά κάθε λουόμενο ή ρομαντικό και να ανέχεται καλόκαρδα τα παιχνίδια των παιδιών και τις ξεσηκωτικές φωνές τους…