Συνηθίζεται, διάφορες φιγούρες γυναικείες ή ανδρικές με την έναρξη του καρναβαλιού και τον χαρακτηρισμό «μπάστακας», να τοποθετούνται σε διάφορα σημεία για να σηματοδοτήσουν την αποκριάτικη περίοδο. Ήδη έχουμε δει στην Πάτρα, τόσο μπροστά στο δημοτικό μέγαρο (φωτο) όσο και σε διάφορα κεντρικά σημεία της πόλης, να δεσπόζουν μασκαράδες-μπάστακες που κεντρίζουν τα βλέμματα των περαστικών.

Έτσι και στο δικό μας δημαρχιακό μέγαρο στήθηκε ένα γλυπτό που αναπαριστά την σατιρική εκδοχή (καρικατούρα – καρτούν)  του συριανού ποιητή Γεωργίου Σουρή με την ονομασία «ο μπάστακας του Γεωργίου Σουρή».

Είναι αλήθεια ότι πριν από 11 περίπου χρόνια γεννήθηκε η ιδέα της ώθησης του συριανού καρναβαλιού  με την ονομασία «Γεώργιος Σουρής», πάντα με το σκεπτικό του Ρωμιού του και των πρωταγωνιστών του Φασουλή και Περικλέτου. Των δυο αγαπημένων προσώπων που τα έψαλλαν κανονικά σε πολιτικούς και πολιτικές.

Όμως η λέξη «μπάστακας», που ξεκίνησε από τα παιδικά παιχνίδια ως στόχος (μια πέτρα ή άλλο σταθερό σημάδι) για να παίζουν τα παιδιά με τις πέτρες μέχρι το κατρακύλισμα της σημασίας που παραπέμπει στο «Μη στέκεσαι σαν  το μπάστακα  από πάνω  μου», έχει μεγάλη διαφορά. Ακόμη και ως «ενοχλητικός»- εκείνος δηλαδή που ενοχλεί γιατί  με τα εύστοχα και διαχρονικά ποιήματά του για την κακοδαιμονία της ελληνικής πολιτικής σκηνής η οποία αντικατοπτρίζει όλα τα ελαττώματα της φυλής μας με απαράμιλλο σαρκασμό, αυτογνωσία και γλυκόπικρο χιούμορ- δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να μπει στην ίδια μοίρα με τους μπάστακες – άγνωστες καρναβαλικές φιγούρες άλλων καρναβαλιών.  Εδώ ο “μπάστακας” έχει ονοματεπώνυμο με ένδοξη ιστορία.

Εν προκειμένω, δε νομίζω ότι είναι πολύ κολακευτικός ο συμβολισμός του «μπάστακα» για τον κορυφαίο σατιρικό ποιητή του 19ου αιώνα. Εκείνον που προτάθηκε το 1906 για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας και του απονεμήθηκε το παράσημο του Ανώτατου Ταξιάρχη του Σωτήρος για τις υπηρεσίες του προς την πατρίδα.

Υποβαθμίζει την προσωπικότητα του Γεωργίου Σουρή. 

Αν θέλουμε το συριανό καρναβάλι να έχει ταυτότητα οφείλουμε να αναδεικνύουμε με την πρέπουσα σημασία τον άνθρωπο, που έκανε επί δύο γενεές τους Έλληνες να ευθυμούν και ας ήταν  ο ίδιος «ολιγόλογος, σοβαρός και μελαγχολικός την όψιν, άκακος ως αρνίον».

 

Υπενθυμίζω ότι στα 100 χρόνια από το θάνατό του το Λύκειον των Ελληνίδων Σύρου, σε μια ιδέα της εφημερίδας μας, προχώρησε, κινητοποιώντας όλους τους πολιτιστικούς φορείς του νησιού και τον τότε δήμο, να τον τιμήσει με τον δέοντα σεβασμό.

Εκτυπώσαμε επετειακό φύλλο του «ΡΩΜΗΟΎ» με το Σουρικό» ταλέντο τού Παναγιώτη Λίτσα και σύγχρονη ματιά την οποία προωθήσαμε σε ολόκληρη την Ελλάδα ως ένθετο στην κυριακάτικη έκδοση της εφημερίδας «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ», που δέχτηκε μετά χαράς το όλο εγχείρημα, διαφημίζοντάς την.

Από την μια πλευρά μαρμάρινη προτομή στη δημοτική βιβλιοθήκη και από την άλλη πλευρά καρικατούρα;

«Μπάστακες»  θα μπορούσαν να είναι ο Φασουλής και ο Περικλέτος «ο καθένας νέτος- σκέτος» με δικής μας έμπνευσης μορφές, έτσι όπως τις είχαν «ενσωματώσει» με της εποχής τα δεδομένα οι κουκλοπαίχτες του 19ου  αιώνα.

Καρικατούρες -πρωταγωνιστές του ποιητή που μέσω του πηγαίου ταλέντου του, σατίριζαν τις εξελίξεις της εποχής ανεβασμένοι σε ένα κάρο. Γεννήθηκαν  στα τέλη του 19ου και για αρκετές δεκαετίες του 20ού αιώνα καθιερώθηκαν ως το απαραίτητο θέαμα των Αποκριών.

Για πολλά χρόνια πάνω στο κάρο γύριζαν στους δρόμους της Αθήνας και με τις κωμωδίες τους ανήγγελλαν την έναρξη του Τριωδίου και το αποκριάτικο ξεφάντωμα μέσα από το κουκλοθέατρο.