Καθένας δίνει τις δικές του ερμηνείες, κατά πώς τον βολεύει!!!

η “ασθενής και ωδιπόρος (ή ωδειπόρος) αμαρτίαν ουκ έχει”. Με απλούστερα λόγια: “Ο άρρωστος και η έγκυος γυναίκα δεν αμαρτάνει εάν δεν νηστέψει”

Ο ΚΥΡΙΟΣ Αλέκος. Θρήσκο.ο.ος! Να περπατάει στο δρόμο και να ψέλνει «Σώσον, Κύριε, τον Λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου. Νίκας τοις βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος…». Του λένε πως αυτό τα «Νίκας τοις βασιλεύσι» έχει αντικατασταθεί με το «Νίκας τοις ευσεβεύσι», αλλά εκείνος το βιολί του. «Εγώ είμαι βασιλικός και θα το λέω όπως θέλω», απαντά στους επικριτές του, οι οποίοι κουνάνε περίλυποι το κεφάλι τους. «Δεν είσαι βασιλικός, Αλέκο. Γλάστρα είσαι».

ΚΑΘΕ Κυριακή στην εκκλησία. Απαραιτήτως. Και κοινωνάει, απαραιτήτως. «Μα, νήστεψες, για να κοινωνήσεις;» «Όχι, διότι η Εκκλησία το λέει καθαρά «Νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες ευφράνθητε σήμερον» «Το λέει για ειδικές περιπτώσεις, όπως ας πούμε για τους ασθενείς και ωδιπόρους (έγκυες γυναίκες). Εσύ ούτε ασθενής είσαι ούτε έγκυος, Αλέξανδρε» «Πέρασα μια γρίπη. Δεν είναι ασθένεια η γρίπη;» «Είναι, αλλά την πέρασες πριν ένα μήνα» «Δεν έχει σημασία. Στην ανάρρωση μπορεί να κολλήσεις τους άλλους» «Ούτε ωδιπόρος είσαι. Γιατί όταν η Εκκλησία αναφέρεται σε ωδιπόρους εννοεί τις εγκύους και όχι εκείνους που διασχίζουν ερήμους, Αλέξανδρε, αν και εδώ που τα λέμε συχωρεμένοι είναι και οι μη νηστεύσαντες όταν διασχίζουν ερήμους» «Κι εγώ ερήμους διασχίζω» «Ποιες ερήμους;» «Της Ερμούπολης. Κάνε μια βόλτα στους δρόμους και τα μαγαζιά το απόγευμα… Έρημα όλα. Χειρότερα από Σαχάρα» «Ο Δήμαρχος λέει πως έχει παρατηρηθεί ανάκαμψη στην αγορά, οπότε πού βλέπεις την έρημο;» «Αυτό λέει;» «Αυτό» «Ω, τον έρημο!»

ΒΕΒΑΙΑ, όταν ο Αλέκος ψέλνει εντός και εκτός Εκκλησίας, αφήνει κατά μέρος όλα εκείνα τα ακαταλαβίστικα, όπως «Ο έχων δύο χιτώνας μεταδότω τω μη έχοντι» ή το άλλο «Όποιος ελεεί το φτωχό δανείζει το Θεό». Σιγά, με τα καβούρια που έχει στην τσέπη ο κύριος Αλέκος να υιοθετεί τέτοιες ακραίες προτροπές. Τις αφήνει για υιοθεσία στους άλλους, τους αφελείς. Εκείνος ικανοποιείται με άλλα θρησκευτικά ακούσματα, όπως ας πούμε εκείνο το γνωστό “Άφες ημίν τα οφειλήματα ημών”.

ΚΑΤΑ τα άλλα όμως, Θρήσκο.ο.ος… ο κύριος Αλέκος….! Άσχετο αν δε δίνει ούτε του αγγέλου του νερό. «Δεν πίνουνε οι άγγελοι νερό, οπότε γιατί να δώσω στον δικό μου;», απαντάει σε όσους επικαλούνται αυτή τη λαϊκή ρήση για να του δείξουνε πως δεν μπορεί άλλα να λέει ψέλνοντας και άλλα να κάνει στην πράξη. «Δώσε κάτι και σε κανέναν φτωχό. Δε θα πέσει έξω το κομπόδεμά σου» «Μη στενοχωριέσαι. Θα του δώσει ο Θεός» «Πού το ξέρεις;» «Όλοι το ξέρουμε. Δεν λένε, “έχει ο Θεός”; Ε, αφού έχει, ας του δώσει. Γιατί να το στερηθώ εγώ;» «Ναι, αλλά λένε και το άλλο, “συν Αθηνά και χείρα κίνει”, που θα πει πως δεν πρέπει να τα περιμένουμε να τα φέρει όλα ο Θεός» «Εγώ δεν πιστεύω στην Αθηνά. Δεν είμαι ειδωλολάτρης σαν και μερικούς μερικούς, που το παίζουνε θεοσεβούμενοι».

Ο ΚΥΡΙΟΣ Αλέκος έχει δώσει όμως τις δικές του ερμηνείες, κατά πώς τον βολεύει. «Το λέει καθαρά η Εκκλησία “Άφες ημίν τα οφειλήματα ημών”, δηλαδή “Άφησε μας τα χρέη μας”, δηλαδή τα χρέη μας έχουνε διαγραφεί» «Δεν μας τα λες καλά. Αλέξανδρε. Άλλο λέει η Εκκλησία. Λέει “συγχώρησε τις αμαρτίες μας” και συνεχίζει να λέει και άλλα παρακάτω» «Τι άλλα λέει παρακάτω;» «Α, ούτε αυτό το ξέρεις; Δεν ξέρεις, δηλαδή, που λέει “ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών”. Δηλαδή “Όπως και εμείς αφήνομε τους χρεώστες μας”. Και για να στο κάνω πιο λιανά, θα πει, Αλέξανδρε, “ Όπως και εμείς συγχωρούμε αυτούς που μας έφταιξαν”. Αυτά δεν σου τα μάθανε;» «Εσάς σας τα μάθανε στραβά. Εμένα μια χαρά τα μάθανε. Και μακάρι να τα διάβαζε αυτά η Κυβέρνηση να πήγαινε αυτή η χώρα μπροστά».

ΑΣΕ που τον έχουνε τσεκάρει ότι ρίχνει στο δίσκο ένα πεντάευρο και παίρνει ρέστα έξι ευρώ. Του το είπε με τρόπο ο φίλος του ο Δημητράκης, όταν είδε ότι έβαζε χέρι στα έσοδα της Εκκλησίας. «Αλέξανδρε, σε είδα εγώ, αλλά σε βλέπει και ο Θεός που τον κλέβεις. Δε φοβάσαι, μωρέ, το Θεό;» «Του ζητάω βοήθεια και μου τη δίνει με τον τρόπο του» «Πώς του τη ζητάς, δηλαδή;» «Δεν λέμε το “Πάτερ ημών”, που του ζητάμε “Tον άρτον ημών τον επιούσιον”;» «Ε, και;» «Τι λέει παρακάτω;» «Τι λέει;» «Λέει: “Δος ημίν σήμερον”, αυτό λέει. Αφού το λέει, παίρνω κι εγώ ένα ευρώ. Τόσο δεν κάνει ένα φραντζολάκι ψωμί;»