ΔΕΝ είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν ότι το «αύριο», όσο μακρινό κι αν είναι αυτό, θα φέρει στην επιφάνεια τη δυστυχία του «σήμερα», όσο διαρκέσει αυτό το «σήμερα» με τον κορονοϊό να έχει αλώσει τα πάντα και να τρίζει τα δόντια στην ανθρωπότητα απειλώντας την με αφανισμό.
ΦΤΑΣΑΜΕ στο σημείο να θυμηθούμε τα λόγια του Αθηναίου διδασκάλου της ρητορικής Ισοκράτη, που έλεγε πως «Κοινή γαρ η τύχη και το μέλλον αόρατον», δηλαδή «Η τύχη είναι κοινή για όλους και το μέλλον άγνωστο», αφού η εξάπλωση του φονικού ιού σε παγκόσμιο επίπεδο όντως εντάσσει την ανθρωπότητα σε κοινή τύχη με άγνωστο το μέλλον της.
ΜΕΧΡΙ εδώ γίνεται λόγος για τη θεωρητική πλευρά του προβλήματος, με το δεδομένο ότι η θεωρία προσεγγίζει την πράξη. Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι πολλές φορές η μία απέχει της άλλης παρασάγγας, με αποτέλεσμα η πρακτική εφαρμογή της θεωρίας να εγείρει ερωτηματικά και αμφισβητήσεις.
ΕΠΙ του προκειμένου, η απειλή κατάρρευσης της παγκόσμιας οικονομίας εξαιτίας της πανδημίας του κορονοϊού, με το μέλλον πραγματικά «αόρατον» (όπως και ο ιός), έχει προκαλέσει πανικό σε εργοδότες και εργαζόμενους στην ιδιωτική πρωτοβουλία, καθώς το κλείσιμο της επιχείρησης (είτε με κρατική εντολή είτε αυτοβούλως λόγω μηδενικού τζίρου) προκαλεί μια σειρά αλυσιδωτών παραμέτρων που επηρεάζουν άμεσα και εργοδότες και εργαζόμενους.
ΤΑ μέτρα στήριξης που εξαγγέλθηκαν και για τους μεν και για τους δε, σίγουρα αμβλύνουν (προσωρινά) το πρόβλημα, αλλά είναι βέβαιο ότι δεν πρόκειται να βοηθήσουν καταλυτικά τη μικρομεσαία επιχείρηση να σταθεί στα πόδια της, έστω και με τις «πατερίτσες» των μέτρων.
Η ΟΠΟΙΑ αναστολή εισφορών, προκειμένου να ανταποκριθούν στα τρέχοντα έξοδα, με πρώτο αυτών τη μισθοδοσία του προσωπικού εκείνων που δεν κλείνουν με κρατική εντολή, δεν σημαίνει ότι τους απαλλάσσει από την καταβολή τους, αφού θα κληθούν να καταβάλουν (σωρευτικά) μετά από τέσσερις ή περισσότερους μήνες, προφανώς «με ευκολίες πληρωμής».
ΔΗΛΑΔΗ, θα κληθεί η πληγωμένη σχεδόν θανάσιμα «ανοιχτή» επιχείρηση, ενώ θα βρίσκεται τσακισμένη και ρημαγμένη στο στάδιο όποιας ανάρρωσης, να σηκωθεί (μπορεί δεν μπορεί) για να εισφέρει το μερίδιο που της αναλογεί στον κρατικό κορβανά, ο οποίος -θέλοντας και μη- θα έχει πιάσει πάτο.
ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ, λοιπόν, το κράτος θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν προκειμένου να σταθεί αρωγός σε εργαζόμενους και επιχειρήσεις, όσο ο κορονοϊός αλωνίζει και καταφέρνει καίρια πλήγματα στα οικονομικά και των δύο, αλλά όταν η απειλή τεθεί υπό έλεγχο, τότε από τη θεωρία θα περάσουμε επώδυνα στην πράξη.
ΑΥΤΗ την «πράξη» φοβούνται όλοι. Γιατί, άλλο οι εξαγγελίες και οι υποσχέσεις στο ζενίθ της κρίσης, ώστε να κατευναστεί η μάζα, και οι αντιδράσεις να είναι οι ελάχιστες δυνατές, και άλλο η ώρα του απολογισμού που μετράς τα «κουκιά» και δεν σου βγαίνουνε, οπότε κάποιος (συγκεκριμένα) πρέπει να τα πληρώσει.
ΠΟΙΟΣ αμφιβάλει ότι αυτός ο συγκεκριμένος «κάποιος» δεν θα είναι, για μια ακόμη φορά, ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας, με την τσακισμένη ραχοκοκαλιά, μιας και οι κυβερνώντες αρέσκονται να διατυμπανίζουν ότι «η μικρομεσαία επιχείρηση αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας», την οποία -μετά τα δικά της προγενέστερα χτυπήματα- θα την έχει αποτελειώσει η κοροναϊκή κρίση;
ΙΔΙΟΝ των εκάστοτε Κυβερνήσεων είναι η εξαγγελία ευεργετικών μέτρων σε περιπτώσεις ακραίων καιρικών φαινομένων (πλημμύρες, πυρκαγιές, σεισμοί κ.α), για άμεση βοήθεια στους πληγέντες, αλλά δυστυχώς η συνέχεια αποδεικνύει πως οι υποσχέσεις διαρκούν όσο διαρκεί και η τηλεοπτική προβολή του προβλήματος. Μετά, οι εν δυνάμει ευεργετούμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι σε έναν γραφειοκρατικό κυκεώνα, προκειμένου να πάρουν τα «ψίχουλα» της ευεργεσίας.
ΦΥΣΙΚΑ, αυτό δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, γιατί το πρόβλημα δεν αφορά μια ομάδα ανθρώπων, ούτε μια φυσική καταστροφή, μα τους ανθρώπους όλης της χώρας, οπότε οι όποιες υποσχέσεις δεν θα πάνε στις καλένδες, αλλά θα τύχουν άμεσης (ή σχετικά άμεσης) εφαρμογής.
ΣΕ πρώτη φάση, γιατί το μέλλον είναι αβέβαιον, χωρίς συγκεκριμένο ορίζοντα που θα σημαίνει το τέλος του. Ένα τέλος το οποίο όλοι εύχονται να έλθει το συντομότερο δυνατόν, χωρίς κανείς όμως παράλληλα να έχει αυταπάτες πως στη συνέχεια η χώρα (με τη μικρομεσαία επιχείρηση λαβωμένη θανάσιμα) θα κληθεί να πορευτεί σε δύσβατο δρόμο, χειρότερο εκείνου που πορεύτηκε σχεδόν για μια δεκαετία, μέσω της Σκύλλας και της Χάρυβδης των μνημονίων.
Το ερώτημα, στην παρούσα φάση, είναι: πώς αναπνέει κανείς με το κεφάλι μέσα στο νερό χωρίς αναπνευστήρα, τους επόμενους μήνες, με την ανάπτυξη του τόπου να έχει εξαφανιστεί πλέον από προσώπου γης, κυνηγημένη άγρια από τον κορονοϊό;































