Τριάντα ολόκληρα χρόνια έχουν περάσει από τότε που δεκάδες σπίτια στις περιοχές των Τριών Ιεραρχών και Λιβοχωρίου αντιμετώπισαν τις παρενέργειες των κατολισθήσεων του εδάφους, παρουσιάζοντας εκτεταμένες στατικές φθορές και ρωγμές στο εσωτερικό και εξωτερικό κέλυφός τους.
Κατά τη σημερινή χρονική αυτή συγκυρία, έτυχε μέσα στο καλοκαίρι να επισκεφτεί τον τόπο όπου δούλεψε για παραπάνω από έναν χρόνο ο αρμόδιος πολιτικός μηχανικός Μιλτιάδης Κίτσιος, ο οποίος ανέλαβε να διεκπεραιώσει το δύσκολο έργο της επισκευής – ανακατασκευής 7 κατοικιών στις παραπάνω περιοχές.
Ερωτηθείς ποιο ήταν το κλίμα και οι συνθήκες που αντιμετώπισε τότε, ο κ. Κίτσιος εξιστόρησε στον “Λ” τα εξής:
Ήταν τέλη του 1990, όταν δημοσιεύτηκε μια διακήρυξη έργου από την τότε Νομαρχία Κυκλάδων έργου, ύψους 45 εκατομμυρίων δραχμών (προ ΦΠΑ) για την επισκευή 7 κατοικιών στον παραδοσιακό οικισμό των Τριών Ιεραρχών της Ερμούπολης.
Στην αρχή μας προβλημάτισε πώς ένα δημόσιο έργο αφορά στην επισκευή ιδιωτικών κατοικιών. Ύστερα, λοιπόν, μάθαμε ότι από την δεκαετία του ’80 είχαν παρουσιαστεί σε πολλά σπίτια προβλήματα στατικότητας και εμφανή σημάδια ρωγμών και καθιζήσεων, οι οποίες – σύμφωνα με μια πρώτη εκτίμηση – οφείλονταν στην κατολίσθηση του εδάφους. Έγιναν έκτοτε κάποιες μελέτες, οι οποίες αργότερα θα δανειοδοτούνταν με μισή συμμετοχή των ιδιωτών και μισή του Δημοσίου, στα πρότυπα της εφαρμογής αποκαταστάσεων ιδιωτικών κατοικιών μετά από σεισμό ή άλλη φυσική καταστροφή. Ωστόσο, αυτή η φόρμουλα δεν βρήκε ανταπόκριση, αλλά το φαινόμενο συνέχιζε να διογκώνεται, κάτι που διαπιστώσαμε κι εμείς μετά την ανάληψη του έργου. Ήταν, λοιπόν, εμφανές ότι σε αρκετά σπίτια είχαν παρουσιαστεί ρωγμές και κατολισθήσεις επειδή το υπέδαφος ήταν προβληματικό αφού η γεωλογική του σύνθεση αποτελούνταν κυρίως από τάλκη, το οποίο είναι ένα ορυκτό που ολισθαίνει και είναι δύσκολο να θεμελιώσεις ή να στηρίξεις πάνω του το οτιδήποτε.
Φυσικά, οι σύγχρονες μέθοδοι επιτρέπουν να κάνεις σχεδόν τα πάντα και οπουδήποτε, αλλά τα πάντα εξαρτώνται από τα τεχνικά μέσα που διαθέτεις εκείνη τη στιγμή, οπότε σε τοπικό επίπεδο υπήρχε μια διστακτικότητα να αναλάβει κάποιος συριανός μηχανικός το έργο λόγω της αναγνωρισμένης δυσκολίας του, με αποτέλεσμα στα τέλη του 1990 να πάρω σχετικά εύκολα εγώ την εργολαβία, προερχόμενος από την Καστοριά και έχοντας μια σχετική εμπειρία από τέτοια έργα.
Εκτός αυτού, είχαμε να αντιμετωπίσουμε και την καχυποψία των 7 ιδιωτών οι οποίοι είχαν αρχικά τους προβληματισμούς τους για το πόσο αξιόπιστο θα ήταν ένα δημόσιο έργο για την επισκευή των σπιτιών τους.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, κάτι που διαπίστωσα με το πέρασμα του χρόνου, η επιμονή κάποιων ανθρώπων, ώστε να χρηματοδοτήσει η τότε Νομαρχία το έργο και να καμφθούν οι όποιες ενστάσεις των ιδιωτών, έφερε ένα απρόσμενα καλό αποτέλεσμα καθώς και οι 7 κατοικίες που επισκευάστηκαν ή ανακατασκευάστηκαν πλήρως με καινούργιες συμπαγείς θεμελιώσεις και ενδυναμώσεις – δέσιμο κατασκευών, δεν αντιμετωπίζουν σήμερα τα ίδια εκτεταμένα προβλήματα, αν και είναι γνωστό ότι η περιοχή είναι γενικώς προβληματική.
Επιπλέον, όταν εγκαταστήσαμε το εργοτάξιο, διαπιστώσαμε ότι οι υφιστάμενες μελέτες δεν ήταν πλήρης οπότε ξεκινήσαμε με την σκέψη “βλέποντας και κάνοντας”.
Επίσης, ήταν ξεκάθαρο ότι το πρόβλημα των συγκεκριμένων κατοικιών δεν οφείλονταν μόνο στις κατολισθήσεις του εδάφους, αλλά και στην αρχική κακή ποιότητα κατασκευής τους καθώς είχανε χτιστεί πολύ πρόχειρα και χωρίς τις απαραίτητες προδιαγραφές. Η θεμελίωση, μάλιστα, αυτών των σπιτιών ήταν απαράδεκτη.
Έτσι, η παρέμβασή μας έγινε πολύ αργά και προσεχτικά σε κάθε σπίτι, το οποίο βεβαίως παρουσίαζε διαφορετικά προβλήματα από το άλλο και επομένως έπρεπε να εφαρμοστούν και διαφορετικές τεχνικές αποκατάστασης.
Σε κάθε περίπτωση, εντός του 1992 (ο εργολάβος εγκαταστάθηκε στη Σύρο τον Φλεβάρη του 1991) καταφέραμε να φέρουμε εις πέρας το όλο έργο με επιτυχία, έχοντας μια πολύ καλή συνεργασία και αναπτύξει με το πέρασμα του χρόνου σχέσεις εμπιστοσύνης και φιλίας με την πλειοψηφία των ιδιωτών, αφού ήταν ευχαριστημένοι από τις παρεμβάσεις που κάναμε τότε.
Σαφώς και σε μερικές περιπτώσεις, μετά από τόσα χρόνια, θα έχουν εμφανιστεί κάποιες ρωγμές από τις συνεχείς κατολισθήσεις, ωστόσο δεν είναι σοβαρές και δεν προκαλούν ανησυχία για την γενικότερη στατικότητα των κατοικιών”.
Σε ερώτηση, αν τα σημερινά προβλήματα κατολισθήσεων στην περιοχή Βούρλη υπενθυμίζουν την επικινδυνότητα της περιοχής ή χτυπούν αντίστοιχο καμπανάκι γι’ αυτό που έγινε πριν από 30 χρόνια, ο κ. Κίτσιος δήλωσε άγνοια για το συγκεκριμένο θέμα, ωστόσο ως έμπειρος μηχανικός τόνισε ότι: “Οι όποιες παρεμβάσεις στην περιοχή με αντιστηρίξεις του δρόμου ασφαλώς και υποβοηθούν την περιοχή, όμως αν κάποιος θέλει να χτίσει ή να αξιοποιήσει ένα παλιό ακίνητο, πρέπει να ακολουθήσει σε κάθε περίπτωση την ίδια τακτική που θα ακολουθούσε είτε το ακίνητο βρίσκονταν στο Βροντάδο είτε σε κάποιο άλλο οικισμό του νησιού. Δηλαδή, να ελέγξει τους όρους αντισεισμικής κατασκευής, την ποιότητα των δομικών υλικών και την γεωλογική σύνθεση του υπεδάφους της περιοχής» κατέληξε ο κ. Κίτσιος.
































