-Μαρί Κατίνα, δεν είδιες που ηβούλησε του ντουβάρι; Ήπρεπε να το μπουντελιάρου να μην ηπέσει. Ήβρεξε πολύ βλέπεις τσαι το χαντάτσι δεν το πήρε το νερό. Η κολάταημαύρισετσαιηφούσκωσε ο ασβέστης.
της Γεωργίας Λούβαρη
-Εγώ μαρί, δεν ημπόρου να βγω όξω γιάντα είχα σταλαετό. Ηπήε η ταράτσα καλάθι! Όλα τα νερά ήμπανε μέσα. Τσαι που να βρω κουτάτσατσαιλεκανάτσα να μαζεύω το νερό που ήσταζε μέσα. Ήσταζε απ’ οδώήσταζε απ’ οτσεί δεν ηπρολάβαινα. Είχα δα μια ομπρέλα τσαι την άνοιξα να ξαπλώσει ο Αντώνης να μη βρέχεται η τσεφαλή του. Μα τα ποδάρια του ημουστσέψανεήγινε σάπιος, τσαιηκρύωνε. Οι μπεζούλεςηγίνανε μαύρες. Ευτυχώς ήκαμετσαι την ώρα του βοσκού τσαι ανέκοψε κομμάτι να πάμε να ταϊσουμε τα ζά.
Σημ.
Η γιαγιά μου Αναστασία Χ. Βαρθαλίτου, γεννήθηκε στη Βάρη το 1898. Εκείνη την εποχή τα παιδιά δεν πήγαιναν σχολείο. Γονείς και παιδιά ήταν αγράμματοι. Ο πατέρας της όμως έφερνε έναν δάσκαλο από τη Χώρα, δηλαδή από την Ερμούπολη, και μάθαινε γράμματα στα παιδιά του. Όχι όμως και γραμματική! Βρέθηκε στα χέρια μου το ημερολόγιό της, που έγραφε γράμματα στον ναυτικό μικρότερο γιό της.
Η γιαγιά έγραφε :
« αγαπημέναι μου Βανκέλη μου γράφιςπος τα τακσίδια είναι πολί καλά ειμεπολί ευχαριστημένοι που εισαικοντα μας και οχοι στης μεγαλεςθαλασες να εχειςαφτη την αγονήα της ζέστης μου γράφις ότι στην Ιταλία είναι πολοί κρύο και βρεχει αυτόν τον καιρό εχωμε κι εμιςεδο είναι τορα 9 μέρες που βρεχε και εκανε κρύο και η ψιληβροχη την έπινε η γης ολα τα πραγματαεχουνεχαλάση θα πιάσουνε σιρικιτηςμελιστζάνες και τα κολοκίθηα δεν τα θενε πια τσαι δεν εχουνετιμί. Θα χονεπσου και τα κριθάρια που ημαυρήσανε»
Σε φιλό
η μαμά σου
Αναστασία Χ Βαρθαλίτου»






























