Την Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου, συμπληρώθηκαν 24 χρόνια από την ενθρόνιση, ως μητροπολίτη Σύρου, του Δωρόθεου Β΄ στον μητροπολιτικό ναό της Μεταμορφώσεως, με ομόφωνη την επικύρωσή του «Άξιος» από το εκκλησίασμα.
Να υπενθυμίσουμε ότι ο κ. Δωρόθεος Β΄ εκάρη μοναχός στις 17 Ιουλίου 1977, χειροτονήθηκε διάκονος στις 31 Ιουλίου από τον τότε μητροπολίτη Σύρου Δωρόθεο Α’ και στις 20 Αυγούστου 1978, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στην Ιερά Μονή Τουρλιανής από τον ίδιο αρχιερέα.
Από το 1977 έως το 2001 υπηρέτησε ως ιεροκήρυκας της Ιεράς Μητροπόλεως Σύρου, ενώ το 1988 διορίστηκε γραμματέας παρά την Ιερά Σύνοδο, αρμόδιος για θέματα Συνοδικών Επιτροπών, καθώς και επιμελητής βιβλίων της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Στις 14 Δεκεμβρίου 2001 εξελέγη από την Ιερά Σύνοδο Μητροπολίτης Σύρου και χειροτονήθηκε την επομένη από τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χριστόδουλο, ενώ ενθρονίστηκε στην Ερμούπολη στις 19 Ιανουαρίου 2002.
Ο ίδιος, άλλωστε, έχει δηλώσει: «Εγώ είπα ότι θέτω τη δεξιά επί τω πηδαλίω, γιατί ήμουν βέβαιος ότι σε αυτή την πολυνησιακή Μητρόπολη, που η χάρις και το έλεος του Θεού με αξίωσε να είμαι επίσκοπος και ποιμενάρχης, δεν είμαι απλός γεωργός, αλλά είμαι καπετάνιος άρα έπρεπε να θέσω τη δεξιά επί το πηδάλιο της νοητής αυτής νηός, η οποία άρχιζε ένα καινούργιο ταξίδι όπως πάντα συμβαίνει με την ενθρόνιση και την εγκατάσταση σε μία Μητροπολιτική επαρχία ενός νέου επισκόπου. Άρα, λοιπόν, θα ήθελα να πω ότι το ταξίδι αυτό δεν είναι Οδύσσεια, διότι ξέρουμε ποιος είναι ο προορισμός μας. Είναι ένα ταξίδι το οποίο έχει πολυκύμαντες θάλασσες και έχει και νηνεμίες.Είχε σκοτεινούς ουρανούς και αστραπές, όπως έχει και καθαρούς ουρανούς και ωραίες αλκυονίδες ημέρες».
Όταν, στη συνέχεια, είχαμε αναφερθεί στην υπερκινητικότητα που δείχνει και φαίνεται από τις μετακινήσεις του όχι μόνο στα διάφορα νησιά της Μητρόπολης, αλλά και στη συμμετοχή του σε εκδηλώσεις θρησκευτικές και μη, σε όλη την Ελλάδα, είχε απαντήσει: «Είναι σωματικής κόπωσης άνευ προηγουμένου. Αν το σώμα μου μπορούσε να μιλήσει θα με εράπιζε, διότι δεν το ξεκουράζω καθόλου. Αν το μυαλό μου μπορούσε να μιλήσει, θα μου έλεγε ότι έχουν χτυπήσει κόκκινα λαμπάκια παντού και πρέπει λίγο να βάλουμε φρένο ή μάλλον πρέπει λίγο να τραβήξουμε το πηδάλιο στο «κράτει», να χρησιμοποιήσουμε ναυτική ορολογία, επειδή ξεκινήσαμε με το πηδάλιο. Με όλα ταύτα πρέπει να σας πω ότι, έως και αυτή τη στιγμή που μιλάμε, με τη χάρη του Θεού, βρίσκω τη δύναμη να αντιμετωπίζω όλα τα θέματα, γράφοντας ακόμα και μέσα στα πλοία. Έρχονται οι γραμματείς εν πλω, μεταξύ Σύρου και Μυκόνου, και διεκπεραιώνουμε την αλληλογραφία και επιστρέφουν και βγαίνουν, γιατί εγώ πρέπει να γυρίσω πάλι στον Πειραιά. Δεν υπάρχει αυτή την ώρα που μιλάμε στην Μητρόπολη ένα έγγραφο σε εκκρεμότητα. Φαντάζομαι, αν μπορούσε να λειτουργεί η κρατική μηχανή όπως λειτουργεί η Μητρόπολη και η Εκκλησία, ο λαός θα τη χειροκροτούσε».




























