Είναι καθηλωτική η Σύρος απέναντι στους επισκέπτες
Δημιουργικός, πολυπράγμων, ευρηματικός μα πάνω από όλα γέννημα θρέμμα συριανός, ο Βαγγέλης Περρής πρόκειται να παρουσιάσει στην Πινακοθήκη των Κυκλάδων μία συλλογή με δικά του έργα ζωγραφικής , όπου αποτυπώνει στο χαρτί τις δικές του αναμνήσεις από τη Σύρο της δεκαετίας του 60΄και τους ανθρώπους που εντυπώθηκαν στη μνήμη του όταν εκείνος ήταν παιδάκι. Με αφορμή την επικείμενη έκθεση τα εγκαίνια της οποίας θα γίνουν στις 27 Αυγούστου, παραχώρησε συνέντευξη στο «Λ» και μας μίλησε για εκείνα τα χρόνια, για τα έργα του και για τη σημερινή Σύρο.
Απαντώντας στο ερώτημα πως προέκυψε η ιδέα μίας τέτοιας έκθεσης ο κ. Περρής αναφέρει: «Είναι δύο τρία χρόνια που μου περιτριγυρίζουν το μυαλό εικόνες που είναι θολές, ξεχασμένες, ενώ τις έχω ζήσει μου φεύγουν, είναι σαν κάτι ταινίες που χαλάει το φιλμ και υπερφορτίζεται και τρέχει πιο γρήγορα και δεν μπορείς να το παρακολουθήσεις. Ένα τέτοιο πράγμα μου συνέβη και ήθελα να τις σταθεροποιήσω αυτές τις μνήμες, να τις έχω, να ξανά ευχαριστηθώ αυτό το περιβάλλον και να τις ξανά δω μπροστά μου, έτσι άρχιζα να ζωγραφίζω, ταυτόχρονα μου ήρθαν και διάφοροι ήχοι, επομένως το συνδύασα και με ανθρώπους που έχουν σχέση με τον ήχο και τις κουβέντες, όπως τον Μάρκο και το Μάνο Ελευθερίου, οι οποίοι είναι το έμβλημα της έκθεσης, αλλά κυρίως το σημείο αναφοράς μου είναι οι εικόνες της γειτονιάς που έχουν χαθεί, δηλαδή ο μανάβης που ερχόταν με το γάιδαρο και μας πουλούσε σύκα, ο εργάτης που ξεκινούσε το πρωί να πάει στη δουλειά του ξυπόλυτος.»
Συνεχίζοντας ξεκαθαρίζει ότι δεν πρόκειται για κριτική του παρελθόντος στο σήμερα και μας εξηγεί πως προέκυψε η ονομασία της έκθεσης: «Κριτική δεν είναι, είναι μία ανάγκη να υμνήσουμε τις ρίζες μας που είναι συγκεκριμένες, είναι άνθρωποι, και για αυτό ονομάζεται «οι δικοί μας άγιοι». Είναι άνθρωποι που ήταν τεράστιοι.»

Μοιράζεται μαζί μας μνήμες μοναδικές που θα τις δούμε αποτυπωμένες στο χαρτί: «Θυμάμαι ότι ερχόταν ένας πιτσιρικάς, νυν επιχειρηματίας, και μας έφερνε τον πάγο και θυμάμαι ότι έβλεπα αυτό το παιδάκι και ήταν τελείως έξω από εμάς, εμείς δεν ήμασταν τίποτα, αυτός έφερνε τον πάγο και κρατούσε ένα σίδερο και τον έσπαγε και του φερόντουσαν με σεβασμό οι γυναίκες και οι μεγάλοι.»
Ακόμα και τα ταξίδια είχαν το χαρακτήρα ιεροτελεστίας μαρτυρώντας μία κοινωνία πιο δεμένη, λιγότερο ατομιστική και πιο ομαδική: «Είναι μία χαρακτηριστική σκηνή που θυμάμαι να ταξιδεύουμε, τα ταξίδια τότε δεν ήταν τόσο άνετα, όσο τα σημερινά, και η τρίτη θέση κατάστρωμα ήταν το σήμα κατατεθέν ολόκληρου του νησιού, άντε πέντε-έξι να μπορούσαν να πάνε με την δεύτερη θέση που ήταν πιο ακριβή. Εκεί λοιπόν, υπήρχε πάντα κάποιος που κατάφερνε να σου κάνει ευχάριστο το ταξίδι, είχε ένα ακορντεόν ας πούμε, ένα όργανο, μία κιθάρα, άλλος έφερνε μία λούζα και γινόταν το ταξίδι κοινωνική εκδήλωση. Όλα αυτά τα πράγματα δείχνουν σαφέστατα μία άλλη κοινωνία, πιο ομαδική, πραγματικά κοινωνία και όχι μονάδες αθροισμένες.»
Ήθελα να σταθεροποιήσω τις μνήμες
Όπως ο ίδιος αναφέρει ήδη κατά τη διαδικασία της σύλληψης, της έμπνευσης και της δημιουργίας βρισκόταν σε ένα νοητό και αισθητικό διάλογο με τη Λίτσα Χαραλάμπους, η οποία πρόκειται να μιλήσει στα εγκαίνια της έκθεσης: «Από τη στιγμή που άρχισα να το κάνω αυτό και μου ήρθε η ονομασία, είχα ένα διάλογο – χωρίς στην ουσία να υπάρχει διάλογος –εσωτερικό με τη Λίτσα Χαραλάμπους, γιατί είχαμε μοιραστεί πολύ τέτοια πράγματα. Είναι ένας από τους ανθρώπους που έχουν άλμπουμ στο μυαλό τους και επειδή το ήξερα αυτό σκεφτόμουν: «αυτό θα το έβλεπε η Λίτσα και θα μου έλεγε το τάδε». Έτσι μόλις ολοκληρώθηκε αυτή η φάση αυτό που αμέσως σκέφτηκα ήταν να πω της Λίτσας να πει δυο κουβέντες και με χαρά το δέχθηκε και νομίζω ότι το σύνολο αυτών που θα ακουστεί στα εγκαίνια θα είναι κάτι που θα βάλει ένα λιθαράκι να ξανά γυρίσουμε στα παλιά.»
Σχετικά με την επιλογή της ξυλομπογιάς σημειώνει: «Χρησιμοποιώ ένα χρώμα συνήθως που να ταιριάζει. Τώρα σε αυτό έχω γκρι και ένα γαλάζιο. Ο συνδυασμός είναι ξυλομπογιά και μαρκαδόρος. Την ξυλομπογιά την έχω πολύ ταιριαστή σε εκείνη την εποχή μου θυμίζει τις ιχνογραφίες που κάναμε σε μάθημα τότε.»
Σχετικά με το παρόν του νησιού ο κ. Περρής υπογραμμίζει τη σημασία των αντισωμάτων της Σύρου στον υπερτουρισμό: «Η Σύρος είναι από τα τυχερά νησιά. Ανέπτυξε αντιστάσεις νωρίς απέναντι στον υπερτουρισμό και έτσι όταν ήρθε ένα κύμα, που στα άλλα νησιά ήταν δύσκολο να το διαχειριστούν, είχε τους πυλώνες και τους έχει ακόμα για να κρατήσει μία ισορροπία που είναι θαυμαστή. Είναι καθηλωτική η Σύρος απέναντι στους επισκέπτες. Δεν είναι από τα νησιά που οι επισκέπτες τα αλλοιώνουν, η Σύρος επιβάλλεται πάνω στους επισκέπτες.»
Τέλος, δεν αντισταθήκαμε στο να του υποβάλουμε το ερώτημα αν θα ξανά μπει στα αυτοδιοικητικά κάτι το οποίο με σαφήνεια το αρνήθηκε: «Δεν θα ασχοληθώ με τα κοινά του νησιού μέσα από τις υπάρχουσες διαδικασίες. Νομίζω ότι και αυτό που κάνω και πολλά άλλα είναι στην ουσία ενασχόληση με τα νησιά και είναι πολύ περισσότερα και πολύ πιο ταιριαστά από αυτά στα οποία κινήθηκα όσο ήμουν στο δημοτικό συμβούλιο, ήταν ασφυκτικά περιθώρια, δεν μπόρεσα να βάλω σε εφαρμογή τίποτα από αυτά που είχα στο μυαλό μου. Ίσως να χρειάζεται άλλους ανθρώπους πιο κοντά σε αυτό το εργαλείο που είναι ο Δήμος και καλά κάνουν όσοι το κάνουν, δεν ταιριάζει σε εμένα, μου ταιριάζει περισσότερο να κινούμαι έξω από αυτούς τους θεσμούς χωρίς να σημαίνει αυτό ότι δεν παράγουν έργο.»






























