Της Νάγιας Καζολέα- Ταβουλάρη
Διδάκτωρ του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών επιστημών
Το Ιστορικό-Λαογραφικό Μουσείο, μεγαλόπνευστο δημιούργημα του Λυκείου Ελληνίδων Σύρου δεν αποτελεί πλέον «Φανταστικό Μουσείο» του μέλλοντος. Εγένετο, απέκτησε οντότητα μετά από κοπιώδεις προσπάθειες από τη δεκαετία 1980, με υποστήριξη του Δήμου Σύρου-Ερμούπολης και του πρώην Δημάρχου Γιάννη Δεκαβάλλα, με δωρεές ιδιωτών και κυρίως με δωρεά προς το ΛΕΣ του Μεγάρου Ρεθύμνη από την κ. Φ. Ανδριανοπούλου, κληρονόμο του κτιρίου.
Το χρονικό της διαμόρφωσης του Ιστορικού Μουσείου
Η δημιουργία του Ιστορικού Μουσείου ως έργο ζωής της σημερινής Προέδρου του ΛΕΣ κ. Χριστίνας Λιγοψυχάκη, και των ικανών συνεργατών της, αποβλέπει σε μεγαλόπνοους στόχους.Η Πρόεδρος σκιαγραφεί τους καταστατικούς σκοπούς της ίδρυσής του Μουσείου ως ουμανιστικής, παιδευτικής για το κοινό λειτουργίας σε διαφύλαξη της υψηλής πολιτιστικής παράδοσης της Σύρου. Το ίδρυμα θα εκπαιδεύει σε ανώτερες πνευματικές και αισθητικές αξίες. Για την ιστορική γνώση, αναπαριστά ψηφίδες της Ερμούπολης του 19ου αιώνα, ιδιαίτερα μιάς ευημερούσας, κοσμοπολιτικής αστικής τάξης, πρωτοστάτη με την συμβολή και του εργατικού δυναμικού, στο οικονομικό θαύμα της πόλης. Παράλληλα με την εικονική αστική κοινωνιολογία της Ερμούπολης, το Μουσείο καλείται να αναδείξει και τη σημασία του λαϊκού πολιτισμού, έργου της θεμελιωμένης από τον Ν. Πολίτη , Λαογραφίας και των τεκμηρίων της, Στην εναρκτήρια ομιλία των εγκαινίων του Μουσείου, η Πρόεδρος Λιγοψυχάκη αφού αναφερθεί στο επίπονο έργο δεκαετιών και ευχαριστήσει θερμά τους συντελεστές ολοκλήρωσής του, μεταφέρει την μεγάλη συγκίνησή της για το ευτυχές αποτέλεσμα και συνοψίζει τους πολυεπίπεδους στόχους του για τη δημιουργία ενός υψηλού κέντρου πολιτισμού ευρείας θεματικής με στήριξη νέων καινοτόμων δράσεων. Το έργο επικοινωνεί αλληλεπιδραστικάμε το κοινό ως δέκτη που εκφράζει ήδη κολακευτικότατα σχόλια για τη νέα μουσειακή εμπειρία που εκπαιδεύει στο ωραίο και το καλό γούστο, τις κορυφαίες φιλοσοφικές αισθητικές αξίες.
Δια στόματος των άξιων συγχαρητηρίων βασικών συντελεστών δημιουργίας του Μουσείου σκιαγραφείται το χρονικό της υλοποίησής του. Εν αρχή ο χώρος στέγασης του Μουσείου. Σύμφωνα με τον διακεκριμένο και βραβευμένο για την καταγραφή και διάσωση της νεοκλασικής Ερμούπολης (EuropaNostra), αρχιτέκτονα και νυν Διευθυντή του Ιστορικού Μουσείου κ. Παύλο Χατζηγρηγορίου, το Αρχοντικό Ρεθύμνη αποτελεί ως Palazzoήvilla, δείγμα των νεοκλασικιστικών τάσεων του 19ου αιώνα με τις τρεις φάσεις του για την Ερμούπολη,με στοιχεία εκλεκτικισμού πέραν της βασικής τυπολογίας του.Tο κτίριο διαθέτει με τετράριχτη κεραμοσκεπή, loggiaμε έξι κίονες, με τρεις καμάρες, ορθομαρμαρώσεις, ρυθμικά διακοσμητικά στοιχεία, εσωτερικές οροφογραφιες και τοιχογραφίες που αποκαταστάθηκαν κ.α. Ως προς την παλαιότητά του θεωρείται ότι από τη δεκαετία του 1840 υπήρχε ως κτίσμα, ολοκληρωμένο περί το 1860-70. Στην τελική του φάση, με βάση συγκριτικά δεδομένα, πιθανολογείται ότι επενέβη ο P. Sampo, ο αρχιτέκτων του Θεάτρου Απόλλων. Κτηριολογικά το έργο δεν διαθετει τα χαρακτηριστικά φουρούσια του εισαγόμενου ως αντιδάνειο από την εποχή των Βαυαρών νεοκλασικισμού, που ο Sampo δεν συνήθιζε. Διαθέτει ορθολογική λειτουργικότητα, ρυθμό, μέτρο και χαρίεσσα αρμονία προσαρμοσμένη στην ανθρώπινη κλίμακα ως ιδιωτική κατοικία, μακράν της μνημειακότητας των δημοσίων νεοκλασικών κτιρίων της εποχής Κατόπιν έργων αποκατάστασης ικανότατων επιστημόνων από το 2009 και μετά την καταγραφή άνω των 1000 νεοκλασικών οικιών του 2004-2010 του HermoupolisDigitalHeritage,το ΜεγαροΡεθύμνη είναι ήδη κηρυγμένο Μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού. Κτίριο καιΜουσείο νομικά αποτελούν ΝΠΙΔ, της αστικής, μη κερδοσκοπικής εταιρείας ΑΜΚΕ και της HERMES.Αναφερόμενος στο αίτημα της επισκεψιμότητας, ικανοποιητικότατης ήδη, ο κ. Χατζηγρηγορίου προσθέτει ως φιλοδοξία του νεότευκτου θεσμού τη διαρκή λειτουργικότητά του και όχι για μια τουριστική saison, την μη μονοθεματική ανάπτυξή του ως πολυχώρου με συνεχή εμπλουτισμό των πλήρους νοήματος εκθεμάτων του. Με διαρκή ανοιχτότητα σε συνεργασίες για ποικίλες πολιτιστικές εκδηλώσεις, φεστιβάλ, συνέδρια, νέες θεματικές εκθέσεις, εκπαιδευτικές επισκέψεις κ.α. ο Διευθυντής του Μουσείου προάγει την προσιτότητα στο χώρο για ένα εξ ορισμού ετερόκλιτο επισκεπτικό κοινό πολλαπλών ενδιαφερόντων. Τόσο ο πολιτιστικός όσο και ο ευρύτερος παιδευτικός ρόλος αποτελούν στόχους του μείζονος αυτού θεσμού, που ενθουσιάζει ήδη.
Καθ ύλην αρμόδιος διαμόρφωσης του Μουσείου ο εμπειρότατος αρχιτέκτων-μουσειολόγος κ. Θωμάς Τσουκαλάς που επωμίστηκε την ευθύνη του εγχειρήματοςτης τελικής χωροταξικής διευθέτησης των εκθεμάτων. Με το κτίριο του Μουσείου ως κέλυφος και σε συνεργασία με την Πρόεδρο Λιγοψυχάκη, ο μουσειολόγος διατάσσει τα αντικείμενα με βάση δύο άξονες ανάπτυξης της Ερμούπολης, αφενός τη ζωή του νησιού και αφετέρου την εικονική αναπαράσταση μιάς μεγαλοαστικής οικογένειας. Η οπτική αφήγηση του βίου της οικογένειας μέσω των επιλογών αντικειμένων που μεταφέρουν πλήθος ειδικών μηνυμάτων δηλωτικών και των σκοπών της ίδιας της έκθεσης, αποτυπώνει τη στερεοτυπική, πατριαρχική οικογένεια της εποχής, με οριοθέτηση του ρόλου των δύο φύλων. Με την αφήγηση περί ανισότητας στο δίπολο των έμφυλων σχέσεων αλλά και της ιεραρχημένης κοινωνικής ανισότητας (υπηρέτριες), ως μελέτη της κοινωνικής ιστορίας του νησιού, αναδεικνύεται μια στοχευμένη εκλεπτυσμένη εικόνα της ερμουπολίτικης, πολυπολιτισμικής κοινωνίας σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο. Η φιλοσοφία που διέπει τη μεθοδολογία τοποθέτησης των αντικειμένων, με δεδομένες τις κτιριολογικές δεσμεύσεις, ακολουθεί εύκαμπτη ιεράρχιση του μηνύματος των εκθεμάτων. Σύμφωνα με τον κ. Τσουκαλά η προσέγγιση τοποθέτησης είναι πολυεστιακή, χωρίς κέντρο, σε κάθε δωμάτιο εκτίθεται αυτόνομο θέμα, η αφήγηση δεν είναι αυστηρά γραμμική, αρχής πάντως γενομένης με την εισαγωγική πρώτη αίθουσα που αφορά στην Ερμούπολη. Κατόπιν συστηματικής καταγραφής, συντήρησης, ομαδοποίησης ομοειδών αντικειμένων, η σχέση του μουσειολόγου με την σύνθετη αυτή εργασία υπήρξε βιωματική, οιονείπολυαισθητηριακή. «Έβλεπα και έπιανα» τα αντικείμενα δηλώνει. Στη Μουσειογραφική του μελέτη με τον κατάλογο των εκθεμάτων καταγράφονται τίτλοι ενοτήτων των εκτιθεμένων αντικειμένων όπως Από τη Σύρο στην πόλη του Ερμή, Έμποροι και ταξιδευτές, Διασταύρωση οδών και πολιτισμών, Στις υπηρεσίες σας, Ιστία και ατμός, Ιδιωτικός χώρος, Η τέχνη στην αστική κατοικία κ.α. Πλήθος πολυτελών και χρηστικών αντικειμένων εκφράζεια κινητοποιημένη φιλοκαλία, ευταξία, ρομαντικό κάλλος.
Οι επισκέπτες του Μουσείου και οι ψυχολογικές αντιδράσεις τους
Υψηλή επισκεψιμότητα πέραν πάσης προσδοκίας στο νέο απόκτημα της Σύρου. Έκθαμβος ο επισκέπτης σε αυτήν την καταδίφηση στον χώρο και χρόνο, σε αυτές τις αινιγματικές εννοιολογήσεις που ενοικούν ενίοτε την άδηλη, την ανεπίγνωστη μνήμη. Υπαινικτικά ανθρωποκεντρική κατά βάση η έκθεση, με μορφές, χειρονομίες, στάσεις, κώδικες αποδεκτών συμπεριφορών, συγκροτεί μια ποιητικότατη σημειολογία της ιδιωτικότητας του οικογενειακού χώρου σε χρόνο εστραμμένο ανεπιστρεπτί ίσως στο παρελθόν. Το οπτικό αφήγημα των επιλεχθέντων αντικειμένων δεν αφορά άλλες περιοδολογήσεις του παλίμψηστου της Σύρου π.χ.του μεσαιωνικού κοινοτισμού. Οι εικόνες των εκθεμάτων συνιστούν σκηνογραφική, αληθοφανή όσο και ψευδαισθησιακή αναπαράσταση του αστικού κόσμου και κατασκευή μιας συγκεκριμένης όψης του πραγματικού σε χώρο και χρόνο. Αλλά κάθε μουσειακή σκηνογραφία αποτελεί κατ αρχάς επιλογή των υπευθύνων οργάνωσης μιας έκθεσης. Κάθε επιλογή εκθέσιμων αντικειμένων προϋποθέτει όχι απλή πρόθεση περιγραφής τους αλλά ερμηνεία-αξιολόγηση του νοήματός τους από τον οργανωτή και γνώστη του αντικειμένου. Και κάθε γνώση συναρτάται με μορφές εξουσίας θα παρατηρούσε ο Foucaut….Από την οπτική εντύπωση όμως παράγονται μηνύματα, ιδέες και ιδεολογίες. Την καταλληλότητα ή μη, τα ιστορικώς αξιομνημόνευτα αντικείμενα αποφασίζει ο μεσολαβητής οργανωτής, προβάλλοντάς τα, κατά τους στόχους μιας έκθεσης. Από την πλευρά του ο επισκέπτης με τη θέαση των εκθεμάτων μέσω των αφυπνιζομένωναισθήσεων, ενεργοποιεί πλήθος γνωστικών λειτουργιών με πρωταρχικές την αντίληψη, την κρίση και τη μνήμη, εν προκειμένω την πολιτιστική, συγκινησιακή μνήμη. Παρότι οι ψυχολογικές αντιδράσεις του επισκέπτη εξαρτώνται γενικά από μεταβλητές όπως το φύλο, η ηλικία, το κοινωνικοοικονομικό και μορφωτικό επίπεδο κ.α. εν τούτοις το Μουσείο του Λυκείου των Ελληνίδων Σύρου επιτυγχάνει την επιδιωκόμενη επικοινωνία με το κοινό και την έκλυση νοητικών και έντονων συναισθηματικών αποκρίσεων των επισκεπτών. Πλήρης συναισθηματική μέθεξη του κοινού, ευαρέσκεια, θαυμασμός προς το εξιδανικευμένα ωραίο, έκπληξη. Και οι Νευροεπιστημες με την πλαστικότητα του εγκεφάλου, τόνισαν τη σύνδεση έντονων αισθητηριακά εικόνων με ισχυρά συναισθήματα. Ταυτίσεις προς ανώτερα πρότυπα ζωής και ενδοβολές του συγκινησιακού φορτίου των οπτικών εικόνων για τον θεατή, θάμβος ενώπιον του κάλλους με συνακόλουθη εναγώνια ενδοσκόπηση και υπαρξιακή αναζήτηση της σημερινής πολιτιστικής του ταυτότητας, ασυνείδητη ίσως θλίψη για την φθαρτότητα, τον συμβολικό θάνατο ενός εκπάγλου παρελθόντος, νοσταλγία, μελαγχολικές συγκρίσεις της αισθητικής τελειότητας των εκθεμάτων με τον παροντικό κόσμο της απομάγευσης, της απομυθοποίησης, του αγνωστικισμού.
Ολόθερμα συγχαρητήρια προς το Λύκειο των Ελληνίδων της Σύρου για την μέγιστη προσφορά του στον πολιτισμό. Υψηλές προσδοκίες του κοινού για νέες θεματικές εκθέσεις που θα αναδείξουν με τη βοήθεια έγκριτων ιστορικών και άλλες υποφωτισμένες πτυχές της ιστορικής Ερμούπολης.































