ΔΕ θα μπορούσε η Στήλη να μην κάνει αναφορά στον πολύτιμο συνεργάτη και αγαπημένο φίλο Νίκο Πετράκη και ας κινδυνεύει να σχολιαστεί  ότι τον τελευταίο καιρό, μνημονεύει πολύ.

ΒΛΕΠΕΤΕ οι χρήσιμοι κοινωνικοί αιμοδότες που είναι πλέον πολίτες τ’ ουρανού και πορεύονται σε δρόμους μακρινούς και αρυτίδωτους, δεν σταματούν την παρουσία τους στον κόσμο  μας με προσφορά και εργασία και αγάπη και καλοσύνη που άφησαν απλόχερα σε εμάς και στους χρόνους τους μελλοντικούς.

Ο Νίκος με το τρανταχτό γέλιο, την πληθωρική παρουσία, το θάρρος της γνώμης του καλύπτεται  πια με απέραντη σιωπή.

ΠΟΤΕ πέρασαν 3 χρόνια από την εκδημία του! Κι ενώ έφυγε, είναι σαν να μην έφυγε.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ είναι πάλι και εκείνος που γνώριζε όλα τα δρομολόγια πλοίων απέξω και πρωτοστατούσε για να μην είναι αποκομμένη η πρωτεύουσα, σταμάτησε μεσοπέλαγα και μας χαμογελά.

ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ μαζί του την άδολη ομορφιά του κόσμου και της ψυχής. ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΑΜΕ στα μάτια του την αθωότητα.

ΣΥΓΚΙΝΗΜΕΝΗ πριν λίγες μέρες, μου τηλεφώνησε η γυναίκα του Δήμητρα να με ενημερώσει ότι έγινε η εκταφή του.

ΉΤΑΝ τέλη Ιουλίου του 2020  κι ενώ πλησίαζαν οι μέρες για να επιστρέψει στη Σύρο από τις διακοπές του στην Ικαρία η ξέπνοη φωνή της Δήμητρας  με ενημέρωνε ότι ο Νίκος θέλησε πριν επιβιβαστούν στις 9.30 το πρωί στο πλοίο που θα τους επέστρεφε στην γενέτειρα να κάνει μια τελευταία βουτιά στα πεντακάθαρα νερά του Ευδήλου λίγο μετά τις επτά το πρωί και πνίγηκε.

ΑΠΟ τη Στήλη αυτή, όλοι εμείς εδώ του ΛΟΓΟΥ, φίλοι και συνάδελφοι, τον μνημονεύουμε με στιγμές από τη ζωή του- μας, στο παρακάτω αφιέρωμα το οποίο είχαμε δημοσιεύσει μόλις είχε γίνει γνωστή η είδηση του θανάτου του.

«Ο  Νίκος  λάτρευε  το  μπλε που  περιέβαλλε τα καράβια αυτά που ξεκινούσαν από την Ερμούπολη, τον γενέθλιο τόπο του, περιτυλιγμένα το ασημένιο πέπλο της αλισάχνης των ταξιδιών.

ΚΟΙΤΑΖΕ πάντα την πρύμνη τους να ξεμακραίνει, όχι ως τρόπο αναψυχής, αλλά ζωής.

ΣΑΝ  μια υπόσχεση ένωσης της πατρίδας με τον πέρα κόσμο.  Κι ας ήταν ο πλους σύντομος.

ΑΥΤΑ τα καράβια κατά κάποιον τρόπο ήταν ο τόπος απαντοχής του.

ΜΟΥ είχε στείλει φωτογραφίες με τον πατέρα του  Επαμεινώνδα  Πετράκη  να ποζάρουν με την μητέρα του έξω από το ναυτικό τους πρακτορείο.

ΚΙ έτσι όπως ήταν «κολλημένος» με τα δρομολόγια των πλοίων νόμιζε κανείς πως αυτά ενσωματώνονταν στην κάθε μέρα του σαν τάματα.

ΈΤΣΙ ο Νίκος έβλεπε τα καράβια να φεύγουν, να έρχονται και να ξαποσταίνουν στο λιμάνι πριν από τον επόμενο απόπλου.

ΉΤΑΝ πάντα οι φορτισμένες εμφανίσεις στη ζωή του.

ΑΝ και δεν είχε δουλέψει ποτέ του μέσα σ αυτά, εκπλήρωνε λες  μια οφειλή προς τον εαυτό του και την προσωπική του ιστορία.

Ο Νίκος ό,τι αγαπούσε, το αγαπούσε με πάθος.

ΤΗΝ αγαπημένη του Δήμητρα, την μονάκριβη κόρη του, τα δίδυμα εγγόνια του, τον σκύλο του τον Μπάνυ, που μετά από την σωματική του μεταμόρφωση- αυτήν που του επέβαλλε το πρόβλημα υγείας του ώστε να χάσει πάρα πολλά κιλά – έγινε ο πιστός φίλος και το καμάρι του.

Ο Νίκος ήταν φωτεινός, ανοιχτό βιβλίο, ένας τρυφερός, εγκάρδιος άνθρωπος, βαθιά Έλληνας και βαθιά Ερμουπολίτης.

ΑΠΙΣΤΕΥΤΑ επικοινωνιακός, καλός οικογενειάρχης, καλός επαγγελματίας, καλός συνάδελφος.

ΈΤΥΧΕ πολλές φορές, υπερφίαλοι και εγωκεντρικοί, να νομίζουν ότι τον ταπεινώνουν. Με την  απίστευτη αξιοπρέπειά του, μας μάθαινε να συγχωρούμε τους ανθρώπους .

ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΙ από τα παλιά, όταν μας απέλυσαν από την εργασία μας (εκείνον κυριολεκτικά με βάρβαρο τρόπο)  θέλησε με αγάπη να συμμετέχει στην ίδρυση του ΛΟΓΟΥ.  Να αρθρογραφεί. Να κάνει αυτό που ήξερε.

ΤΟΝ θυμάμαι με πλατύ χαμόγελο και ευχές να κερνάει σαμπάνια «βρέχοντας μεθυστικά» τον ενθουσιασμό των  οκτώ συνολικά ατόμων που ξεκινήσαμε αυτό το  δύσκολο ταξίδι.

ΠΩΣ θα μπορούσε να απουσιάσει από αυτήν την προσπάθεια ένας αεί ταξιδιάρης!

ΔΕΝ έκανε πίσω. Οι αντιξοότητες δεν τον τρόμαζαν και η συνεργασία μας ήταν τέλεια.

ΚΑΠΟΙΑ στιγμή που σήμανε συναγερμός με την υγεία του σταμάτησε να καλύπτει  γεγονότα αλλά δεν σταμάτησε να αρθρογραφεί και να λέει ευθαρσώς την γνώμη του.

ΌΣΟΙ συγχρωτιστήκαμε με το Νίκο, είμαστε  βέβαιοι πως γνωρίσαμε έναν ακέραιο  άνθρωπο που αγαπούσε ό,τι  βαθιά ανθρώπινο.

ΠΡΟΙΚΙΣΜΕΝΟΣ  με  εξαιρετικά χαρίσματα: Ποτέ  μικρόψυχος, ποτέ εκδικητικός, ποτέ  λαϊκιστής. Πάντα πολιτισμένος.

ΠΛΕΟΝ κινείται στον αέρα αβέβαιη η πατίνα του χρόνου.

Ο Νίκος, όπως και άλλοι θνητοί  διέσχισε την Αχερουσία  κολυμπώντας.

ΣΤΑ πόδια του κάθεται εξημερωμένη η  καλοσύνη με όλα της τα δώρα. Προσφορά. Συγχώρεση. Χαμόγελα.  Απροσποίητη ευγένεια.

ΌΛΟΙ, ζώντες και τεθνεώτες, γνωρίζουν πως δεν υπάρχει εκούσια  έξοδος. Μόνον όπου κάτσει το βελάκι στον τροχό της τύχης. Το βελάκι έκατσε στο 65.

Ο θάνατος του φίλου, μετά από την πρώτη απονάρκωση, γρήγορα μεταβάλλεται σε επιτακτική ανάγκη  που σου υπαγορεύει να πεις ή να γράψεις τις καλύτερες σκέψεις. Ακόμη  και υμνολογίες.

ΌΜΩΣ τούτη η εξομολόγηση δεν είναι επικήδειος, αλλά ιαματική σκέψη.

ΤΙ θα έλεγε, αν ζούσε και διάβαζε αυτά τα λόγια;

ΑΝΑΠΟΛΩ τις στιγμές που τον έζησα.

ΤΟΝ ξαναβρίσκω στην εφημερίδα.

ΣΕ πολιτικές  συγκεντρώσεις , σε κοινωνικές  εκδηλώσεις, σε  δημοτικά και περιφερειακά συμβούλια να παίρνει συνεντεύξεις.

ΤΟΝ ξαναβρίσκω  στο σπίτι του μαζί με την Δήμητρα να δέχονται ανοιχτόκαρδα ευχές για την γιορτή του, να μιλά σαν έφηβος με πυρετώδη ήχο.

ΦΥΣΙΚΑ, ακολούθησαν τα χρόνια της θλίψης, όταν χρειάστηκε να αντιμετωπίσει την υγεία του σοβαρά.

ΈΓΙΝΕ αγνώριστος αλλά ο αυθορμητισμός δεν του έλειψε.  «Πόσος «Νίκος» υπήρχε σε αυτή τη λιπόσαρκη αλλαγμένη μορφή που  έκρυβε καλά τις μελαγχολικές σκέψεις;

ΣΤΗ θωριά ενός νεκρού φίλου και όσο αυτό κρατά, έστω και για μέρες, όλοι γινόμαστε καλύτεροι.

ΌΣΟΙ έχουμε κλάψει για έναν δικό μας άνθρωπο, γνωρίζουμε ότι δεν γλυτώνουμε για καιρό από την άταφη μορφή και την φωνή του που ηχεί στ’ αυτιά μας .

ΑΠΟΔΗΜΟΣ πια τριγυρίζει στους δικούς του δρόμους. Απόδημος, μόνος και αόρατος.

ΠΛΕΟΝ το μόνο σπίτι που τον φιλοξενεί  δεν είναι η Ερμούπολή του, οι αγαπημένοι του.

ΥΠΑΡΧΕΙ μονάχα στην καρδιά μας. Και ακόμα βαθύτερα. Είναι πια ο σιωπών τών σιωπώντων.

ΝΟΙΩΘΩ ακόμη σαν να αυξήθηκαν μερικές νέες μέρες στο ημερολόγιο.

ΒΛΕΠΕΤΕ,  οι αντιδράσεις  έχουν μια καινούργια βαθύτητα.

ΟΙ νεκροί βαραίνουν τις σκέψεις των ζωντανών και τις βασανίζουν ανακουφιστικά μόνον όταν είναι οι “δικοί σου” ή και φίλοι από καρδιάς.

Ο Νίκος ξεκίνησε να συναντήσει την μητέρα του, τον πατέρα του και  τους γνωστούς και φίλους της δουλειάς μας με τους οποίους συνεργαζόταν θαυμάσια.

ΤΟΝ Αντώνη Μαρκουλή, τον Μάκη Φρέρη, τον Αλέξανδρο Γεννάδιο, τον Αντώνη Κουμαριανό , τον Κώστα Χαλαβατζή, τον Αντώνη Αλμπανόπουλο…

ΚΑΙ σίγουρα, τώρα -ήταν πολύ καλός και σε αυτό- θα κανονίζει κάποια συνέντευξη.

ΚΑΙ μας έβαλε όλους εδώ κάτω, σοκαρισμένους να τρέχουμε για να γράψουμε για εκείνον…

ΝΙΚΟΛΑ, καλή στράτα. Να είναι φωτεινός ο δρόμος σου και φιλιά σε όλους εκεί πάνω.!!”