Με την καθιερωμένη Επιμνημόσυνη Δέηση και την κατάθεση στεφάνων στο μνημείο Μικρασιατικής Μνήμης ολοκληρώθηκε σήμερα το πρωί ο τριήμερος εορτασμός της Ημέρας Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου.

Λίγο νωρίτερα στον Ιερό Ναό των Ταξιαρχών – παρουσία εκπροσώπων των τοπικών αρχών, του Στρατού και των Σωμάτων Ασφαλείας –  είχε τελεστεί επίσημη Δοξολογία στη μνήμη των σφαγιασθέντων από τους Τούρκους, με το πέρας της οποίας ο πρόεδρος του Συλλόγου Μικρασιατών Ερμούπολης Νίκος Λειβαδάρας εκφώνησε τον πανηγυρικό της ημέρας.

«Το πρώτο βήμα έγινε με το Ν. 2193 της 11 – 3-1994, με τον οποίο η  Ελληνική Βουλή αναγνώρισε δημόσια αυτό που δεν τολμούσε να κάνει για εβδομήντα και πλέον χρόνια.  Αναγνωρίστηκε η Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού, ορίζοντας την 19η Μαΐου ως ημέρα μνήμης» τόνισε, υπογραμμίζοντας ότι η μέρα αυτή δεν πρέπει να εντυπωθεί στη μνήμη μας ως μια ακόμη επέτειος αλλά να λειτουργήσει ως θρυαλλίδα ανάπτυξης μηχανισμών που θα συντηρήσουν την προσφυγική ταυτότητα δρομολογώντας ταυτόχρονα   εξελίξεις σε διεθνές επίπεδο:  «Η δικαίωση αυτή και η διεθνοποίηση πίστευαν ότι θα αποτελέσει τροχοπέδη για άλλες γενοκτονίες από πλευράς της Τουρκίας. Δυστυχώς όμως εκτυλίσσεται μια ακόμη γενοκτονία σήμερα πάλι από την Τουρκία εναντίον Κούρδων, των οποίων ήρθε η σειρά μετά τους Αρμένιους και τους Έλληνες.  Η ημέρα Μνήμης, δεν πρέπει να μείνει μόνο μια επέτειος. Πρέπει να υπάρξουν μηχανισμοί μέσα στην εκπαίδευση για τη συντήρηση της προσφυγικής ταυτότητας – αντίστοιχοι μ’ εκείνους που λειτούργησαν για την καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης στον Ελληνισμό του Πόντου, όσα χρόνια αυτός ανθούσε στον Εύξεινο Πόντο.   Άλλωστε το Ποντιακό γονίδιο είναι βαθιά ριζωμένο στους απογόνους και αναδεικνύεται με κάθε τρόπο η αγάπη για τις πατρογονικές εστίες και ο πόνος της απώλειας των αλησμόνητων πατρίδων συνεχίζει να εκφράζεται μέσα  από το παραδοσιακό τετράστιχο για τη διατήρηση της Μνήμης».

Παράλληλα κατέδειξε το ρόλο των «συμμάχων» με την Ελλάδα δυτικών Χωρών στην γενοκτονία και κυρίως της Γερμανίας  η οποία, όπως τόνισε,  προκειμένου να αποκτήσει τον εμπορικό έλεγχο της ευρύτερης περιοχής έδρασε ως ηθικός αυτουργός , με την σιωπηρή ανοχή των λοιπών δυτικών Κρατών – και την Ρωσία να αντιδρά ανάλογα με τα δικά της οικονομικά συμφέροντα.

Αναφορά έκανε και στο πρώτο προσφυγικό κύμα των Ελλήνων του Πόντου (1919-1920) και στον ρόλο που έπαιξε η Οκτωβριανή Επανάσταση καθώς και η κατάληψη της Τραπεζούντας για την τύχη των προσφύγων, ευχόμενος οι πολύχρονοι αγώνες  των Πόντιων και των Ποντιακών Σωματείων σ’ όλο τον κόσμο που ζητούν διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας να βρουν σύντομα δικαίωση.

Από την πλευρά του ο εφημέριος του Ι.Ν. π. Κωνσταντίνος Χαρούλης ε υπογράμμισε: «Χαμένες πατρίδες είναι οι λησμονημένες. Όταν δεν λησμονούνται δεν χάνονται» προσθέτοντας ότι, με κίνδυνο να χαρακτηριστεί γραφικός, πιστεύει ότι θα εκπληρωθούν οι προφητείες πολλών πατέρων της εκκλησίας και πάλι με χρόνους και καιρούς δικά μας θα γενούν: «Αρκεί να έχουμε Ελπίδα και Πίστη» κατέληξε.

Εχθές ο  Σύλλογος πραγματοποίησε την καθιερωμένη λαμπαδηφορία του, έχοντας ως σημείο συνάντησης το πάρκινγκ δίπλα στην Πυροσβεστική, με την πομπή – μέσω της παραλιακής οδού –  να καταλήγει  στο Νησάκι, όπου τελέστηκε επιμνημόσυνη δέηση και ρίψη στεφάνου στη θάλασσα.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της Ομιλίας του Νίκου Λειβαδάρα

«Έναν πουλίν, καλόν πουλίν, έβγαιν’ από την Πόλη, Ουδέ στ’ αμτιέλια κόνεψεν, Ουδέ στα περιβόλια, επήγεν και εκόνεψεν και σου Ηλί το κάστρον. Έσειξεν τ’ έναν το φτερόν, σο αίμα βουτεμένον, έσειξεν τ’ άλλον το φτερόν, χαρτί έχει γραμμένον. Αλλοί εμάς και βαι εμάς πάρθεν η Ρωμανία…

…. Η Ρωμανία πέρασεν η Ρωμανία πάρθεν ….

Η Ρωμανία αν πέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο….»

Με αυτά τα λόγια μοιρολόγησαν το πάρσιμο της Πόλης οι Πόντιοι στα 1453, μα έλπισαν και στην Ανάσταση της. Μοιρολόγησαν μια Ρωμανία- -Ρωμιοσύνη, που βρισκόταν για πάνω από 2.500 χρόνια στο χώρο της Μαύρης Θάλασσας, όταν στα 1453 οι ορδές των Τούρκων έμπαιναν στην Κωνσταντινούπολη.

Οι πρώτες μαρτυρίες για την παρουσία των Ελλήνων στον ΑΞΕΝΟ (αφιλόξενο) ΠΟΝΤΟ, διαφαίνονται έντονα μέσα από την μυθολογία μας, από την πρωτόγνωρη, εφευρετική, ανήσυχη και πρωτοπόρα ελληνική σκέψη. Ο μύθος του Φρίξου και της Έλλης, με το χρυσόμαλλο δέρας, η Αργοναυτική εκστρατεία του Ιάσωνα στην μακρινή Κολχίδα, που ιστορικά τοποθετείται στα 1280-1260 π.Χ, το δράμα του Προμηθέα, καθώς και ο ένατος άθλος του Ηρακλή στα παράλια του Πόντου φανερώνουν την ανάγκη των Ελλήνων να γνωρίσουν, να κατακτήσουν το άπιαστο, το φοβερό, το άγριο, το μυθικό, το ανυπέρβλητο, το ακατόρθωτο, τον Πόντο.

Πόλεις και τοποθεσίες  όλων των παραλίων της Μαύρης  Θάλασσας – Άξενου Πόντου, από τον 7ο π.Χ.  αιώνα έχουν ελληνικά ονόματα. Ηράκλεια, Σινώπη, Κοτύωρα, Διοσκουριάδα. Αμισός, Τραπεζούς, Κερασούς, Φάσις, Όλβια, Μεσημβρία, Απολλωνία, Τόμις, Νικώνιον, Ιασόνιον ακρωτήριο, Ηράκλειο ακρωτήριο. Και πώς να μην έχουν, αφού κατοικούνται πλέον από τους Ελληνικούς  πληθυσμούς της Ιωνίας και των νησιών του ανατολικού Αιγαίου. Έτσι η Μαύρη θάλασσα γίνεται μια μεγάλη Ιωνική λίμνη και όπως λέει ο Στράβων, από τον Άξενο Πόντο την ονομάζουν ΕΥΞΕΙΝΟ ΠΟΝΤΟ, « των Ιώνων εν τη παραλία πόλεις κτησάντων».

Η παρουσία των Ελλήνων σ’ όλα τα παράλια της Μαύρης θάλασσας θα είναι συνεχής και αδιάκοπη μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα που ο Πόντος, παρ’ όλες τις αντιξοότητες, ανθεί πολιτιστικά, εμπορικά, οικονομικά και θρησκευτικά. Την ίδια εποχή έχει στεριώσει πολύ καλά ο Γερμανικός ιμπεριαλισμός στην Τουρκία. Τεράστια οικονομικά προνόμια παρέχονται στους Γερμανούς» για δημιουργία σιδηροδρομικού δικτύου, για αποξηράνσεις λιμνών και κυρίως για την οργάνωση και εκπαίδευση του Τουρκικού στρατού.

Το κίνημα των Νεότουρκων και του Μουσταφά Κεμάλ πασά, βρίσκουν οδηγό και συμπαραστάτη στο έργο τους την Γερμανική Κυβέρνηση. Κύριο έργο τους, όπως δήλωνε ο Ιαλαάτ Πασάς είναι η εκρίζωση των ζιζανίων από την Τουρκική γη, δηλαδή ο εκτουρκισμός και η εξαφάνιση των μη Τουρκικών πληθυσμών. Οι Ιστορικοί Ντρίο και Λεριτιέ αναφέρουν ότι «πίσω από τον ξαφνικό εθνικισμό των Τούρκων κρύβονται οι Αυστριακοί και οι Γερμανοί, που επιδιώκουν την εξαφάνιση του Ελληνικού στοιχείου, για να υφαρπάσουν το εμπόριο.

Στα 1914 γίνεται γενική επιστράτευση, που για τους χριστιανικούς πληθυσμούς σήμαινε τη δημιουργία των Ταγμάτων Εργασίας ή Ταγμάτων θανάτου, «Αμελέ Ταμπουρού».

Στα 1915 γίνεται η δεύτερη και τελειωτική Γενοκτονία 1.500.000 Αρμενίων, ενώ στα 1916 αρχίζει αργά αλλά σταθερά το σχέδιο της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου.

Οι Ευρωπαίοι παρακολουθούν αδιάφορα τα γεγονότα, ενώ οι Ρώσοι αντιδρούν ανάλογα με τα συμφέροντά τους.

Στα 1920 υπογράφεται ανάμεσα στους Έλληνες του Πόντου υπό τον Μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρύσανθο και την Αρμενική Κυβέρνηση, που ήδη ιδρύθηκε στη Σοβιετική Αρμενία, συμφωνία για ίδρυση ανεξάρτητης και αυτόνομης «ΠΟΝΤΟΑΡΜΕΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ», κάτι τέτοιο βέβαια δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτό από τις μεγάλες φίλες και σύμμαχες ομόθρησκες δυνάμεις της Δύσης.

Στις 19 Μαΐου1919 αρχίζει ο δεύτερος και τελευταίος κύκλος εκκαθαρίσεων του ελληνικού στοιχείου στον Πόντο. Την ημέρα αυτή αποβιβάζεται στην Σαμψούντα (Αμισσός» ο Μουσταφά Κεμάλ Πασάς μαζί με τον αιμοσταγή δολοφόνο Τοπάλ Οσμάν. Είναι και οι δυο τους τα εκτελεστικά όργανα του σχεδίου της  Γενοκτονίας, ενώ ο ηθικός αυτουργός η Γερμανία παραμένει αθέατη στο παρασκήνιο και τα δυτικά κράτη απαθείς κομπάρσοι των γεγονότων.

Οι Πόντιοι βλέποντας ότι δεν μπορούν να περιμένουν  βοήθεια από πουθενά, αρματώνονται και βγαίνουν στα βουνά. To Ποντιακό Αντάρτικο θα αριθμεί 45,000 ένοπλους αντάρτες απόγονους των Ακριτών και 0α γράψει σελίδες πρωτοφανούς ηρωισμού και μεγαλοπρέπειας στα απάτητα και δύσβατα βουνά τον Πόντου» από το 1916 το 1923. «ΤΡΑΝΤΕΛΛΕΝΕΣ, ΡΟΜΕΪΚΑ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΑ» θα τους ονομάσει η λαϊκή Ποντιακή μούσα.

Η αρχή του τέλους για τον Ποντιακό αλλά και τον υπόλοιπο Ελληνισμό της Μικρά Ασίας έχει σαν αποτέλεσμα την Γενοκτονία 1.000.000 Ελλήνων εκ των οποίων 353.000 Ποντίων. Πολλοί Πόντιοι για να γλυτώσουν τη σφαγή πέρασαν στη Ρωσία, ενώ άλλοι πέρασαν στην Ελλάδα. Στη Ρωσία κατάφεραν οι Πόντιοι να αναζωογονήσουν τις πόλεις και τις περιοχές που πήγαν. Πόλεις όπως το Βατούμ, το Σοχούμ, το Ναβοροσίσκ, η Μαριούπολη, η Τσάλκα και άλλες γνωρίζουν μεγάλη πολιτιστική και οικονομική ανάπτυξη.

Πρόσφυγες στη Ρωσία οι Πόντιοι ξεκινούν από το μηδέν. Η μοίρα όμως τους επιφυλάσσει άλλες εξορίες και προσφυγές.

Έρχονται οι Σταλινικές εκκαθαρίσεις του 1936-39 για να διασκορπίσουν τους Πόντιους στις αχανείς στέπες του Καζακστάν, του Τατζικιστάν, της Κιργισίας, της Μογγολίας και του Βλαδιβοστόκ.

Πάλι πρόσφυγες οι πρόσφυγες.

Χιλιάδες άλλοι πεθαίνουν στα στρατόπεδα της Σιβηρίας ή εκτελούνται,  ενώ απαγορεύεται η Ελληνική γλώσσα και κλείνουν τα Ελληνικά σχολεία.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 πολλοί Πόντιοι έρχονται πρόσφυγες στην Ελλάδα για να διασκορπιστούν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα της πατρίδας μας.

«Σην Ελλάδα ας πάγω κι έναν ομάτ’ ας έχω» λέει ένα παλιό ποντιακό δίστιχο.

(Στη Ελλάδα ας πάω κι ας έχω ένα μάτι).

Και όμως νωπή είναι ακόμη η βάπτιση της λέξης «πρόσφυγες» σε «Παλιννοστούντες», για να μη στενοχωρήσουμε κάποιους φίλους μας.

Νωπή είναι η ανεπίτρεπτη βρισιά «Ρωσοπόντιοι» ή  «Ρώσοι».

Παράλληλα όλα αυτά τα χρόνια οι Πόντιοι και τα Ποντιακά Σωματεία σ’ όλο τον κόσμο ζητούν δικαίωση και διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας

Έγινε όμως το πρώτο βήμα. Με το Ν. 2193 της 11 – 3-1994, η Ελληνική Βουλή αναγνώρισε δημόσια αυτό που δεν τολμούσε να κάνει για εβδομήντα και πλέον χρόνια.

Αναγνωρίστηκε η Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού, ορίζοντας την 19η Μαΐου ως ημέρα μνήμης.

Η δικαίωση αυτή και η διεθνοποίηση πίστευαν ότι θα αποτελέσει τροχοπέδη για άλλες γενοκτονίες από πλευράς της Τουρκίας. Δυστυχώς όμως εκτυλίσσεται μια ακόμη γενοκτονία σήμερα πάλι από την Τουρκία εναντίον Κούρδων, των οποίων ήρθε η σειρά μετά τους Αρμένιους και τους Έλληνες.

Η ημέρα Μνήμης, δεν πρέπει να μείνει μόνο μια επέτειος. Πρέπει να υπάρξουν μηχανισμοί μέσα στην εκπαίδευση για τη συντήρηση της προσφυγικής ταυτότητας – αντίστοιχοι μ’ εκείνους που λειτούργησαν για την καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης στον Ελληνισμό του Πόντου, όσα χρόνια αυτός ανθούσε στον Εύξεινο Πόντο.

Άλλωστε το Ποντιακό γονίδιο είναι βαθιά ριζωμένο στους απογόνους και αναδεικνύεται με κάθε τρόπο η αγάπη για τις πατρογονικές εστίες και ο πόνος της απώλειας των αλησμόνητων πατρίδων συνεχίζει να εκφράζεται μέσα  από το παραδοσιακό τετράστιχο για τη διατήρηση της Μνήμης.

Να σαν εσάς ψηλά ραχιά, ‘ς σην ξενιτείαν ‘κι πάτε.

 Η ξενιτέα κι ο θάνατον τα δύο έναν είναι.

H καρδία μ’ έν γιαρολούν, η ψή μ’ φαρμακωμένον.  

Βάσταξον καρδία μ’ βάσταξον, αν Θελτς και αν κι θελτς.

 

Χαρά σε σας ψηλά βουνά στην ξενιτιά δεν πάτε.

Η ξενιτιά κι ο θάνατος τα δύο είναι ένα.

 Η καρδιά μου είναι πληγωμένη, η ψυχή μου φαρμακωμένη.

Βάσταξε καρδιά μου βάσταξε αν θέλεις κι αν δεν θέλεις.