Τη δική σου βελούδινη κουβέρτα έχω στρωμένη στο κρεβάτι μου. Φώτισε όλο το δωμάτιο… Εκεί επάνω ακούμπησες όλη σου την αγάπη μάνα όταν μου τη χάρισες στο γάμο μου. Όταν πήγα να τη στρώσω να κοιμηθούμε, εκείνη δεν με άφησε… «Ε… σιγά την κουβέρτα…» μου είπε η θετή μου μάνα επειδή μου την είχες φέρει εσύ. Πάντα σε ζήλευε. Αισθανόταν μειονεκτικά απέναντι σου. Ήθελε να σε μειώνει. Φοβόταν μήπως κλέψεις την αγάπη μου για εκείνη και της πάρεις τη θέση της μέσα στην καρδιά μου. Τελικά και οι δύο σας πήρατε ακριβώς την ίδια θέση μέσα στην καρδιά μου γιατί σας ένιωσα και τις δυο.

Μέχρι τα δεκαοκτώ μου δεν ήξερα. Μα τότε που έστρωνα την κουβέρτα ήξερα. Είχα κάνει τα παιδιά μου. Ήξερα… την δικαιολογούσα και την καταλάβαινα. Δεν μπορούσα να κάνω κι αλλιώς. Την αγαπούσα. Πολλές φορές είχα ζήσει την αγωνία της που τη συνόδευε μια κουβέντα βαριά, απαξιωτική απευθυνόμενη σ’ εσένα. Όλο δηλητήριο. Να σε υποβιβάσει στα μάτια μου ήθελε. «Ε, σιγά τη νοικοκυρά… » έλεγε. Είχες τόσα χαρίσματα. Έπλεκες υπέροχα πουλόβερ. Κάτι πολύ δύσκολες πλέξεις… με το κομμάτι, για να βοηθήσεις την οικογένεια.  Ήσουν έξυπνη, καλοσυνάτη. Το χαμόγελο σου δεν μπόρεσα να το βρω πουθενά. Όλη γλύκα και ψυχούλα. Σε ζήλευε η μάνα μου για την καλοσύνη σου. Εκεί δεν μπορούσε να σε ξεπεράσει. Ήταν πολύ άξια. Ύφαινε, έπλεκε. Αξεπέραστα ήταν τα υφαντά της, τα πλεκτά, τα κεντητά της. Χρυσά ήταν τα χεράκια της. Δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από σένα. Την καλοσύνη σου όμως δεν μπορούσε να τη φτάσει. Και… που εσύ ήσουν μάνα μου ενώ εκείνη δεν ήταν. Αυτό την έτρωγε. Έπρεπε να σε υποβιβάσει για να νιώσει καλά. Κατά βάθος ήταν πολύ δυστυχισμένη γυναίκα, αδύναμη και μόνη, κι ας φαινόταν δυνατή. Μάχη έδινε μέσα της και δεν κατάφερνε- μόνο στιγμές- να νικήσει το μίσος που την κυρίευε και την έπνιγε. Δεν είχε τη μεγάλη καρδιά τη δική σου, μάνα… Εκεί την ξεπερνούσες. Και τα άντεχες όλα. Κι ήσουν ευαίσθητη πολύ. Οι κουβέντες της – το ήξερε- φαρμάκωναν την ψυχή σου. Κι εγώ… το παιδί σου… στα χέρια της. Πώς άντεξες μάνα- ποτέ δεν το κατάλαβα- αυτό το μαρτύριο;

Είχα κι άλλη μια κουβέρτα βελούδινη, ωραία, πιο χοντρή και απίστευτα απαλή με λαδιές, γκρίζες και μελί αποχρώσεις, δώρο της θείας. Θα τη θυμάμαι… Μου είχε πλέξει πουλοβεράκια αμάνικα για τα παιδιά- δύο φορές- δυο μπλε με άσπρη μπορντούρα, και δυο γαλάζια με άσπρη μπορντούρα.

Δεν ξέρω ποια θα πρωτοστρώσω… ποια να θυμάμαι πρώτα! Θα τις στρώσω και τις δύο να σας θυμάμαι και τις δύο. Και το δώρο της μάνας της κουμπάρας μας για τα μικρά τότε παιδιά μου, ήταν δυο μονές βελούδινες κουβέρτες, μπεζ με ωραία καφέ- μελί λουλούδια με κοτσάνια και φύλλα πράσινα, σκέτη ζωγραφιά! Σκέπασα ζεστά τα παιδιά μου. Δεν τα σκέπασα με κουβέρτα… τα σκέπασα με αγάπη! Έτσι θέλατε… με αγάπη να μας σκεπάσετε. Βελούδινα θελήσατε να κάνετε τα όνειρα μας… τα όνειρά τους. Ν’ απαλύνει η ψυχή μου ήθελες, να χαρώ, να ξεχάσω, να μην ξαναζήσω την πίκρα, ούτε εγώ, ούτε άλλος κανείς… την πίκρα που είχαν δει τα μάτια μου κι είχε νιώσει η ψυχή μου από παιδί, μη ξέροντας ότι έβλεπα την μάνα μου- εσένα- να πονά, να υποφέρει. Ευτυχώς που τότε δεν το ήξερα αλλά μεγάλη πια το έμαθα. Και ξεδιάλυνα το μυστήριο.

Γλυκά ακούμπησαν πάνω μας, άγγιξαν τα βελούδινα προσωπάκια των παιδιών μου εκείνες οι κουβέρτες, κι είδαμε όλοι όνειρα γλυκά… κι εμείς, κι εκείνα. Είμαι σίγουρη γι’ αυτό.

Ανέβηκα στο χωριό. Βρήκα τις βελούδινες κουβέρτες. Το δικό μου χνώτο, το χνώτο των παιδιών μου, το χνώτο των γονιών μου, το δικό σου χνώτο ήταν ακόμη εκεί… Αγκάλιασα με τα μάτια μου τις βελούδινες κουβέρτες… κι ήταν σαν να σας αγκάλιασα όλους. Είχα αποφασίσει να τις πάρω μαζί μου τώρα που θα πουλήσω το σπίτι.

Η δική σου βελούδινη κουβέρτα είναι στρωμένη στο κρεβάτι μας. Κάθε μέρα το βλέμμα μου στέκεται πάνω της κι είναι σαν να βλέπω εσένα. Κι όταν σκεπάζομαι και την αγγίζω είναι σαν να αγγίζω εσένα. Όταν την στρώνω την χαϊδεύω και χαϊδεύω εσένα, και ταξιδεύω… Εκείνα τα βελούδινα όνειρα ξαναβλέπω όταν κοιμάμαι, κι εσένα να χαμογελάς… Στα κρεβάτια των παιδιών- τα γιορτινά στρωμένα- έχω στρώσει τις δικές τους βελούδινες κουβέρτες, να κάνουν κι εκείνα τα δικά τους βελούδινα όνειρα… Μ’ εκείνο το βελούδο που ήθελες να με σκεπάσεις εσύ, μ’ εκείνο το ίδιο βελούδο σκεπάζω κι εγώ τώρα τα παιδιά μου. Πώς καταλαβαίνω τώρα την αγάπη σου… Κι ακόμα πιο καλά καταλαβαίνω την ψυχή σου…

08-12-2019              Μαρία Π.Κρόντη