Το 3ο μέρος του Λογοτεχνήματος της Ερατούς Θαλασσινού

«Όταν φτάσω θα σε δω. Ολοπράσινη, ολόδροση, γλυκιά πατρίδα! Θα σε δω από μακριά να ξαπλώνεις γαλήνια στους πρόποδες του βουνού, να σε ποτίζουν τα νερά του.

»Μόλις φτάσω θα τ’ ακούσω τα νερά σου, θα τα νιώσω να μου βρέχουν το πρόσωπο, πριν καλά-καλά γεμίσω τις χούφτες μου, στις βρύσες. Θα με φυσήξει το βοριαδάκι της καρδιάς, εκείνο που τόσο νοστάλγησα. Θα ‘ρθει κατευθείαν να τη χαϊδέψει, να την καλωσορίσει. Θα γείρει κι εκείνη απάνω του να ξαποστάσει απ’ τα χρόνια, απ’ τον κόπο, απ’ την ξενιτιά. Το μαγικό άγγιγμα θ’ ανεβεί πιο πάνω, στο πρόσωπο, στο νου, να τον τονώσει με το ζωογόνο του συστατικό. Συστατικό, της ψυχής μου.

»Όταν πατήσω το πόδι μου στη γη που με γέννησε, θα νιώσω γύρω μου μια γνώριμη ηρεμία, μια χαρά. Θα πάρω το γνωστό δρόμο για το σπίτι. Με περιμένει άδειο πια, αλλά γεμάτο απ’ τ’ αγαπημένα πρόσωπα που έζησαν εδώ. Τις φωνές τους, τα χαμόγελά τους, τις στιγμές, τα χρόνια που ζήσαμε.

»Πόσο πλούσιο θα είναι. Γι’ άλλη μια φορά που θα το δω μπροστά μου. Το σπίτι μου. Το σπίτι που μεγάλωσα. Κάτι χορταράκια στην αυλή θα με καλωσορίσουν και το χώμα, η γη, θα μου ψιθυρίσουν: «Καλώς ήρθες», κι η φωνή του πατέρα θα ακουστεί καθαρά: «Βρε, καλώς το κορίτσι μας» Αγκαλιές, φιλιά, ζεστασιά.

»Θα σεργιανίσω στην αυλή. Σιωπηλά θα δακρύσω. Θα ταξιδέψω το βλέμμα στους τοίχους, στα παράθυρα, στις στέγες, στο μικρό μπαλκόνι με θέα την ευλογημένη αυλή.

»Τη μυρωδιά θα μυρίσω της μάνας, αχόρταγα… και θα σταθώ. Θα σταθώ και θα τη δω μπροστά μου, σαν όραμα. Αληθινή θα είναι! Πιο αληθινή από ποτέ. Πάντα εκεί θα είναι.

»Θα πάρω μια καρέκλα και θα κάτσω στην αυλή. Οι σπουργίτες μου θα νομίσουν πώς γύρισα για πάντα, θα μου τραγουδήσουν όπως τότε που ήμουν παιδί, τα ίδια χαρούμενα τραγούδια.

»Καμιά θλίψη δεν θα ταιριάζει εκεί. Μόνο η χαρά. Ο ήλιος, το πράσινο, τα νερά, τα δέντρα, θα είναι όλα χαρούμενα. Κι εγώ χαρούμενη θα είμαι. Γεμάτη!

»Το σπίτι θα μου μιλά ατελείωτα με τις φωνές των γονιών μου. «Εδώ είμαστε» θα μου λένε, «Εδώ θα μας βρίσκεις, στον τόπο σου. Από δω, δεν φεύγουμε ποτέ.»

»Κάθε γωνιά θα είναι γεμάτη στιγμές. Η γειτονιά μου θα με χαιρετά σαν να είμαι πάλι παιδί, ανέμελο, αχόρταγο για παιχνίδι, για όνειρα…

»Κι ύστερα θα πάω στην πλατεία. Θα πιώ έναν καφέ κάτω απ’ τα αγέρωχα πλατάνια. Θα δροσίσω τα χείλη μου στο δροσερό νερό της βρύσης. Θα βρω τους παλιούς συμμαθητές, τις συμμαθήτριες. Θ’ αγκαλιαστούμε. Σαν ν’ αγκαλιάζουμε τη ζωή μας όλη θα είναι. Το φως της νιότης μας σαν ν’ αγκαλιάζουμε, άλλον έναν δικό μας άνθρωπο, την οικογένεια μας. Αυτή δεν χάνεται ποτέ.

»Η οικογένεια αυτή είναι μεγάλη, ατελείωτη. Όσο είμαστε άνθρωποι, δεν μένουμε ποτέ μόνοι. Όχι, κανείς δε χάνεται, κανείς δεν φεύγει. Κανένας δε χάνεται όταν αγαπιέται, όταν αγαπάει.

»Εκείνη η οικογένεια που χτίζεται μέσα μας, ανεπαίσθητα, αθώα, όπως η ανθρωπιά, η φιλία. Θα πλαταίνει, θα μεγαλώνει το μπόι μας, το μπόι του ανθρώπου! Εκείνο το μπόι που ξέρει ν’ αγκαλιάζει όλους, να βάζει κάτω απ’ τις φτερούγες της καρδιάς τους φίλους, να τους κάνει αδέρφια, να συμπονά, να νιώθει, ν’ ακούει γαλήνια, κοιτάζοντάς βαθιά μεσ’ τα μάτια.

»Θα σεργιανίσω στους δρόμους. Θα δω ανθρώπους που θα τους γνωρίσω από μακριά, από το βάδισμά τους.

»Και… παιδιά που μεγάλωσαν! Θα τα γνωρίσω, γιατί θα μοιάζουν στους γονείς τους, στους παππούδες τους, στις γιαγιάδες τους, που τους ξέρω. Ο καθρέφτης τους θα είναι αυτά τα παιδιά. Θα έχει αντιγράψει πιστά το πρωτότυπο, στη νέα έκδοση, βαπτισμένη μέσα στα χρώματα της καινούργιας νιότης. Έτσι γίνεται, και πάντα έτσι θα γίνεται, η μετάγγιση της ζωής. Της ζωής που στον έναν δίνεται απλόχερα, κι από τον άλλο γλιστρά και φεύγει.

»Ποιος θάνατος; Δεν υπάρχει θάνατος. Το μεγαλείο της ζωής ξανά! Ζει ασταμάτητα. Συνεχίζεται αέναα, στα πρόσωπα, στις ψυχές, στην αγάπη. Εκεί ζει, στην αγάπη.

»Θα πω λόγια «καλώς»- ανταμώματος. Θα δω με συμπάθεια ακόμα και τα στραβά, τα λειψά, τα άδικα, τα «κρίμα».

»Θα πάω στα μνήματα, χωρίς να το χρειάζομαι απαραίτητα. Αφού έτσι κι αλλιώς η μνήμη μου «καλά κρατεί», ν’ ανάψω ένα κεράκι. Να φιλήσω το χώμα που τους σκεπάζει, όλους τους αγαπημένους. Να χαϊδέψω νοερά τα κόκκαλα τους που όταν είχαν σάρκα, την «παίδεψαν» για να κρατήσουν τη ζωή στο μπόι που της έπρεπε.

Κανάκεψαν, φρόντισαν, αγάπησαν κι αγαπήθηκαν, με κόπο, με πόνο, με όνειρα, με ελπίδες. Ακούραστα δόθηκαν «κορμί και ψυχή» στην αγάπη… (!) Όλα τα πλούτη του κόσμου η αγάπη τους!

»Φιλώ τη γη που τους σκεπάζει! Φέρνω μαζί μου όλα τα πουλιά να τραγουδήσουν, να τους μηνύσουν πως τους αγάπησα πολύ. Το ξέρουν αλλά θα τους το πω, άλλη μια φορά.

»Τα Χάλκινα της πατρίδας θα παίξουν, μερακλίδικα! Θ’ αφήσουν άφωνη, κι εμένα, κι εκείνους, τότε που ο αέρας θα φέρει τους ήχους τους, ως εκεί, στο χωμάτινο προσκεφάλι. Αυτός ο ήχος, ο θεϊκός, φτάνει ως τον ουρανό, ως βαθιά μέσα στη γη!

»Λίγα λουλούδια θα έχουν φυτρώσει, λίγα χορταράκια, απ’ το γλυκό μεδούλι, το μεδούλι της ψυχής. Σαν κι αυτά που φύτρωσαν μέσα στην καρδιά. Θα τα δουν τα μάτια μου- η ζωή συνεχίζεται θα μου πουν μεσ’ απ’ τη δροσιά τους- χαιρετίσματα θα στείλουν, εκεί στον ουρανό της αγάπης, πιο πάνω απ’ τη ζωή την ίδια, πιο πέρα απ’ τη θάλασσα, σ’ εκείνο το φως του ορίζοντα… το αχνό.

Όταν φτάσω, αγαπημένες φιγούρες, οι φίλοι, οι συμμαθητές κι οι συμμαθήτριες θα με περιμένουν κάτω απ’ τα δροσερά πλατάνια. Θα μου γνέψουν. Τα μάτια τους θ’ αστραποβολούν «καλωσόρισμα!»

Ερμούπολη, 31-08-2017 – Ερατώ Θαλασσινού