ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΔΕΚΑΤΟ ΟΓΔΟΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Κεφάλαιο δέκατο ένατο

Το όνειρο

Είχε ξημερώσει. Ο Λευτέρης έτρεξε στο σπίτι της Κατερίνας. Το προηγούμενο βράδυ τραγούδησαν όλοι μαζί αγαπημένα τραγούδια με κιθάρα  και μπουζούκι! Της Ελένης και του Όθωνα.  Η Κατερίνα τραγούδησε μοναδικά,  με την υπέροχη, βραχνή φωνή της.  Μελαγχολική καθώς ήταν, θλιμμένη, έβγαλε από μέσα της, όλο το παράπονο της ζωής της. Το ίδιο βράδυ, την είδε στον ύπνο του.

Ήταν  σ’ ένα σκοτεινό δάσος. Άκουγε να κρώζουν δυνατά, περίεργα, μαύρα πουλιά. Πετούσαν αγριεμένα χαμηλά, ανάμεσα στα δέντρα. Η Κατερίνα περπατούσε αργά, απελπισμένα, ντυμένη στα μαύρα.  Τραγουδούσε απαλά, μελωδικά. Χόρευε περιστρεφόμενη γύρω από τον εαυτό της, συνεπαρμένη από την σκοτεινή ομορφιά του δάσους. Ξαφνικά, τα πουλιά την πλησίασαν απειλητικά! Μπλέχτηκαν ανάμεσα στα μαλλιά της οι φτερούγες τους. Προσπαθούσαν να την τραβήξουν με δύναμη προς τον ουρανό. Εκείνη χαμογελούσε άφοβη, ανέκφραστη, αφημένη στα άγρια νύχια τους. Έμοιαζαν με μικρούς αετούς. Εκείνη φερόταν σαν να τους ήξερε. Δεν τους φοβόταν, κι αφηνόταν με εμπιστοσύνη στα αγγίγματά τους. Έδειχνε να χαίρεται  που την έπαιρναν μαζί τους ψηλά… Ξύπνησε καταϊδρωμένος, βυθισμένος ακόμη, στο σκοτεινό δάσος. Ήτανε μεσάνυχτα. Τη σκεφτόταν συνέχεια όλο το βράδυ. Είχαν κουβεντιάσει. Τόσα χρόνια είχαν να τα πουν. Του είχε πει για τον άντρα της. Πόσο την πρόσβαλλε και καλό λόγο δεν της έλεγε ποτέ, πως υπέφερε και δεν άντεχε άλλο τη ζωή της έτσι. Από τη φύση του αισιόδοξος άνθρωπος η Κατερίνα, ζωντανός, ελεύθερος,  αλλά χωρίς  καθόλου αυτοπεποίθηση, την έπνιγε η «μαυρίλα», όπως έλεγε, μιας τέτοιας ζωής, δηλητηρίαζε την ψυχή της, αργά και βασανιστικά.

Πρωί-πρωί είχε πληροφορηθεί για το αποτέλεσμα των εξετάσεων θυρεοειδούς που είχε κάνει. Διεγνώσθη καρκίνος. Ψυχοσωματικός κι αυτός; Με μια εγχείρηση θα το ξεπερνούσε, την καθησύχασε ο γιατρός.  Δεν το άντεξε… Επάνω στη απελπισία της…

Χτύπησε την πόρτα. Δεν ακούστηκε καμία απάντηση. Απόλυτη ησυχία. Ξαναχτύπησε επίμονα. Σιωπή. Κάτι είχε συμβεί, αναρωτήθηκε. Κοίταξε μήπως υπήρχε κανένα  ανοιχτό παράθυρο στο ισόγειο του σπιτιού, απ’  όπου θα μπορούσε να μπει. Υπήρχε. Ήταν ανοιχτό το παράθυρο της κουζίνας. Κατερίνα; Κατερίνα… φώναξε ανήσυχος. Που είσαι;  Άνοιξε την πόρτα της κουζίνας. Μπήκε. Προχώρησε στα άλλα δωμάτια ψάχνοντας τα, ένα-ένα. Στο σαλόνι, ανοιχτά βιβλία, σκόρπια, και… κάτι φωτογραφίες παλιές. Νοσταλγία, σκέφτηκε. Κάτι συμβαίνει… Κατερίνα… γιατί δεν απαντάς; Η πόρτα ενός δωματίου ήταν ανοιχτή. Έτρεξε με κομμένη την ανάσα. Κατερίνα; Βρισκόταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Στο πλάι της πολλά χρησιμοποιημένα χαρτομάντιλα και τρία κουτιά ασπιρίνες! Τι έκανες κορίτσι μου; Χλόμιασε ο Λευτέρης. Γιατί; Κατερινάκι… την αφουγκράστηκε. Πανιασμένο το πρόσωπό της και λυπημένο… Ανέπνεε ευτυχώς, ισχνά και άτονα. Πρέπει να προλάβω, μονολόγησε. Κάλεσε αμέσως ασθενοφόρο. Προς το πρώτο δημοτικό σχολείο είναι το σπίτι, είπε, Ιωάννη Πίτσουλα 8. Ήπιε τρία κουτιά ασπιρίνες, τρέξτε να την προλάβουμε. Ειδοποίησε την Ελένη. Κι εκείνη όλους τους άλλους. Ήρθαν αμέσως. Γιατί Κατερινάκι μου; ψιθύρισε η Ελένη. Γιατί το έκανες αυτό; Ήταν πολύ λυπημένη, δεν έπρεπε να την αφήσω μόνη, είπε ο Λευτέρης, μου μίλησε για το γάμο της που δεν πάει καλά, ήταν απελπισμένη, έπρεπε να μείνω μαζί της. Ευαίσθητη ψυχή, έρημη, πελαγωμένη, μόνη…

Την πήρε το ασθενοφόρο. Την πρόλαβαν! Το όνειρο… Τους αφηγήθηκε ο Λευτέρης το όνειρο που είχε δει, όταν βγήκαν έξω από το δωμάτιο του νοσοκομείου όπου κοιμόταν η Κατερίνα εξουθενωμένη. Το όνειρο που είδα… Αν δεν έβλεπα το όνειρο… Δεν θα πήγαινα το πρωί στο σπίτι της. Δεν θα την προλάβαινα. Τι πήγε κι έκανε… Ήθελε να τιμωρήσει τον εαυτό της ή κάποιον άλλο; Ξέρω πόσο την βασάνιζαν οι συμπεριφορές του άντρα της. Προσπαθούσε πολύ, τον δικαιολογούσε, αλλά δεν το άντεχε. Στην ουσία κατηγορεί με κάθε τρόπο τον εαυτό της που δεν αποφάσισε ως τώρα, να φύγει.  Τον ανέχεται τον Γεράσιμο, δεν αντέχει άλλο. Συνέχεια αυτό λέει… Αυτές είναι οι συνέπειες της δυστυχίας μας; Να αρνούμαστε τη ζωή;  Αντέχεται όμως, η ζωή χωρίς αγάπη; Είναι ερημιά να έχουν «φύγει» από τη ζωή σου, να μην σε νιώθουν, να μην είναι κοντά σου, οι άνθρωποι που αγαπάς. Μου τα έλεγε στο γράμμα της. Ίσως υπάρχουν και πράγματα που δεν μου έχει πει. Αχ, Κατερίνα… Έσκυψε και τη φίλησε ήσυχα για να μην την ξυπνήσει.

Όταν άνοιξε τα μάτια της, τους είδε όλους γύρω της χαμογελαστούς! Ο Λευτέρης της κρατούσε το χέρι. Δεν ειδοποίησαν τον άντρα της, ούτε τα παιδιά της, γιατί δεν το ήθελε.

Δεν έφτασε η Κατερίνα τυχαία σ’ αυτό το σημείο, να μην θέλει τη ζωή της την ίδια! Πάλεψε με τον εαυτό της να την αντέξει.  Δεν είναι εύκολο να σε εξευτελίζουν, να σε προσβάλλουν μπροστά στους άλλους σαν να είσαι ο χειρότερος άνθρωπος… Είναι πολύ ευαίσθητη, πληγώνεται, είπε η Ελένη. Ποια είναι η θέση της στη ζωή αυτού του ανθρώπου; Σημαίνει άραγε κάτι για εκείνον, με τον τρόπο που της φέρεται; Την κακοποιεί. Νιώθει ασήμαντη, παραγκωνισμένη, ξένη, έρημη.

Ο Λευτέρης έμεινε ως το βράδυ μαζί της στο νοσοκομείο. Συζητούσαν ήσυχα. Του τα είπε όλα. Την καθησύχασε. Εκείνος της κράτησε το χέρι τρυφερά. Εκεί γεννήθηκε η αγάπη της για εκείνον. Ίσως και να υπήρχε βέβαια, κι από παλιά. Τον ένιωσε κοντά της, αληθινά, απροσποίητα. Ήταν πάντα φίλοι. Άκουγαν την ίδια μουσική, διάβαζαν τα ίδια βιβλία! Συζητούσαν γι’ αυτά. Αντάλλασαν κασέτες με αγαπημένα τραγούδια- τότε υπήρχαν ακόμη οι κασέτες και τα κασετόφωνα! Ωραία που ήταν (!), τις αντέγραφαν, τις αντάλλασσαν, πήγαιναν μπρός- πίσω το κασετόφωνο για να ακούσουν το ίδιο τραγούδι,  αναπολούσε η Κατερίνα.

Τώρα δίπλα της, σαν δικό της άνθρωπο τον ένιωσε, κι όλους τους συμμαθητές, σαν αδέρφια της. Η αληθινή της οικογένεια; Αισθάνθηκε σημαντική- κάτι που της έλειπε μέχρι τότε στη ζωή της. Της έφεραν γλυκά, βιβλία, λουλούδια. Όταν βγήκε από το νοσοκομείο ήταν χαρούμενη! Ο Λευτέρης δεν την άφησε στιγμή. Πήγε μαζί της «να τη φυλάει» όπως είπε γελώντας, «μην ξανακάνει καμία βλακεία» Σ’ ένα απροσδόκητο τηλεφώνημα του Γεράσιμου σήκωσε το τηλέφωνο. Αυτό ήταν το τελειωτικό, για εκείνον χτύπημα- από καιρό είχε καταλάβει ότι η Κατερίνα δεν άντεχε άλλο μαζί του, ούτε καν του είχε τηλεφωνήσει τόσες μέρες, κι ούτε απαντούσε στα τηλεφωνήματά του.

Πήγαν μια βόλτα στα Γιαννιτσά, στο σπίτι του Λευτέρη. Αισθανόταν ωραία που την είχε φροντίσει, της είχε μαγειρέψει, την είχε προσέξει σαν μικρό παιδί! Είναι σπουδαίο να φροντίζεις έναν άνθρωπο με την καρδιά σου…(!) σκέφτηκε, να μην φτάνει να σου γίνεται βάρος και βαρυγκώμια, να το κάνεις συνειδητά, όσο κι αν είναι δύσκολο πολλές φορές. Αυτό δίνει μοναδική ευχαρίστηση! Ακόμα κι όταν φροντίζεις ηλικιωμένο. Πάντα παίρνεις χαρά και ικανοποίηση μέσα από τη δυσκολία αρκεί να είσαι συνειδητοποιημένος, ειλικρινής, στο δόσιμο σου!

Ένιωσε οικειότητα, συντροφικότητα μαζί του, κι ο Λευτέρης το ίδιο. Η φιλία τους εξελίχθηκε σε μια τρυφερή σχέση που γέμισε τη ζωή και των δύο. Είχαν «ακουμπήσει» ο ένας πάνω στον άλλο γαληνεμένοι- αφού γνωρίζονταν καλά από παλιά- χωρίς δεύτερη σκέψη! Χαμένοι ήταν βέβαια τόσα χρόνια, δεν είχαν όμως ποτέ ξεχαστεί. Οι καλοί φίλοι δεν  ξεχνιούνται ποτέ, του είπε, και καμιά φορά μπορούν να γίνουν και ζευγάρι! Χαμογέλασε το πρόσωπο της, έλαμψαν τα μεγάλα μαύρα μάτια της. Εκείνος την κοιτούσε με κατανόηση, ανυπόκριτα, βαθιά μέσα στα μάτια. Αυτό έφτανε για να ζεσταθεί η καρδιά τους!

Σύντομα, η Κατερίνα χώρισε  με το Γεράσιμο. Η αγκαλιά του Λευτέρη την περίμενε ζεστή! Θα σε περιμένω να έρθεις, της είχε πει, κι εκείνη πήγε…

 

Ερμούπολη, 20-05-2018                                  Μαρία Π. Κρόντη