Μετά από τέσσερα και πλέον χρόνια «Οι 12 Ένορκοι», το δικαστικό δράμα  σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνας Νικολαΐδη, επιστρέφει με ανανεωμένο καστ στη Σύρο και το Θέατρο Απόλλων για δύο παραστάσεις στις 29 και 30 Απριλίου χάρη στις ενέργειες της  συριανής υπεύθυνης επικοινωνίας, Άντζυς Νομικού.

Το ιστορικό θέατρο της Σύρου για δύο ημέρες θα μετατραπεί ξανά σε δικαστικό μέγαρο, φέρνοντας ενόρκους και θεατές αντιμέτωπους με τις συνειδήσεις τους.

“Κάθε ψηφοφορία τους είναι και μία μάχη, αλλά… μία μάχη που πρέπει να κερδηθεί με μόνο όπλο την αλήθεια! Ποια θα είναι η ετυμηγορία τους; Και με τι «κόστος» για τον καθέναν από τους 12;”

Από την  αρχική ομάδα των ηθοποιών παραμένουν μοναχά ο Περικλής Λιανός  και ο Κωνσταντίνος  Μουταφτσής, ωστόσο: «Σκηνοθετικά η παράσταση δεν έχει αλλάξει. Είναι σαν να παίζουν σ’ αυτήν και όλοι οι προηγούμενοι  ηθοποιοί. Όχι  δώδεκα άτομα δηλαδή αλλά είκοσι πέντε, λόγω της όλης εμπειρίας και του τι έδωσε ο καθένας ηθοποιός σ αυτήν» δηλώνει στο «Λ» η σκηνοθέτιδα Κωνσταντίνα Νικολαΐδη, προσθέτοντας: «Όλα έχουν ενσωματωθεί, οπότε θα λέγαμε ότι υπάρχει η τέχνη αρκετών ηθοποιών  στην παράσταση αυτή που χρόνο με το χρόνο γίνεται ολοένα και πιο συμπαγής».

Η εξέλιξη της πλοκής έχει αμείωτο σασπένς. Τα πάντα κινούνται στη σκιά ενός «ναι μεν, ­αλλά», που διερωτάται σχετικά με την ηθική του «άσπρου και του μαύρου» και διε­ρευνά τις οριακές στιγμές της ζωής, όπου τα κοινωνικά στερεότυπα και τα προσωπικά απωθημένα δεν αφήνουν τον άνθρωπο να δει την ουσία των πραγμάτων.

«Βρισκόμαστε στον 5ο χρόνο και είμαστε sold out από την πρώτη μέρα που ξεκινήσαμε. Ο κόσμος  το ‘χει στηρίξει πάρα πολύ αυτό το εγχείρημα… το αγαπάει πάρα πολύ. Το βλέπουμε αυτό από το χειροκρότημα στο τέλος κάθε παράστασης αλλά και από τη συμμετοχή του κατά τη διάρκειά της, Αντιδρά με αυτά που λένε οι ηθοποιοί, γι’ αυτό και συνηθίζω να λέω ότι είναι μια εμπειρία» τονίζει η κα Νικολαίδη, υπογραμμίζοντας ότι το μήνυμα που μεταφέρει το έργο στον θεατή είναι εν τέλει ελπιδοφόρο: «Είναι ένα έργο που από μόνο του θεωρώ ότι είναι διαχρονικό και έχει τρομερή αξία ως προς το γεγονός της θανατικής ποινής, στο πόσο εύκολα κρίνουμε –  κατακρίνουμε  τον διπλανό μας, καταδικάζουμε μεταφορικά ή κυριολεκτικά, αλλά ταυτόχρονα δίνει στον θεατή την ελπίδα ότι η Κοινωνία μπορεί να αλλάξει. Ότι ο ίδιος μας ο εαυτός μπορεί να αλλάξει, αρκεί να σηκώσουμε το ρημαδιασμένο μας χέρι και να εναντιωθούμε, ή να πούμε «Αθώος», όπως στην προκειμένη περίπτωση».

Κατά πάγια τακτική της, η κα Νικολαΐδη προσφέρει μέρος των εσόδων των παραστάσεων της στη Σύρο στη Στέγη Εφήβων και Ανηλίκων του νησιού. Ποια εσώτερη  ανάγκη ωστόσο την ωθεί αδιάλλειπτα  στο να λειτουργεί υποστηρικτικά σε αδύναμους και αναγκεμένους συνανθρώπους μας; Την απάντηση την δίνει η ίδια: «Σε όλες μου τις παραστάσεις, δίνω ένα μέρος των εσόδων σε  κάποιο φιλανθρωπικό σκοπό. Μ’ αρέσει να στηρίζω ιδρύματα το οποία ξέρω και η ίδια ότι κάνουν πολύ σοβαρή δουλειά. Προσπαθώ, μέσω των θεατών, να τους  παρακινήσω να ξέρουν και οι ίδιοι ότι από τα 10-15 ευρώ που έχει το εισιτήριο ένα ποσό θα πάει για τη στήριξη ενός συνανθρώπου τους. Μ’ αρέσει δηλαδή αυτή η αίσθηση της αλληλεγγύης, πόσο μάλλον να δίνουμε  κι εμείς τη  δυνατότητα αυτή στο θεατή να την κάνει πράξη. 

Όσο αφορά τη Στέγη Εφήβων και Ανηλίκων Σύρου. Θεωρώ ότι στα ιδρύματα αυτά γενικότερα, είτε είναι Ενηλίκων, είτε νέων, γυναικών ή ανδρών, φυλακές και ιδρύματα κράτησης οι συνθήκες είναι δύσκολες. Η στέρηση της ελευθερίας είναι ένα σημείο κόκκινο και χρειάζεται τη στήριξη όλων μας. Συνήθως τους έχουμε ξεχασμένους τους ανθρώπους αυτούς. Στα ιδρύματα αυτά τα άτομα που βρίσκονται μέσα δεν έχουν ανάγκη μόνο οικονομικής στήριξης αλλά και συναισθηματικής.  Κι εμείς το παρέχουμε αυτό. Πηγαίνουμε δηλαδή τις παραστάσεις σ’ αυτά. Παίζουμε μέσα. Με τους συντελεστές της παράστασης έχουμε πάει επισκέψεις φορτωμένοι με δώρα και γλυκά. Δηλαδή, χρειάζονται γενικότερα λίγο περισσότερο την προσοχή μας. Χρήζουν στήριξης, κι από την Κοινωνία, κι από την Κυβέρνηση κατ’ επέκταση, αλλά και από τον καθένα μας ξεχωριστά. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπάρχουν άτομα που είναι κλεισμένα πίσω από μπάρες τα οποία,πέρα από μια οικονομική στήριξη, έχουν ανάγκη μιας ζεστασιάς».

Ολοκληρώνοντας, η κα Νικολαΐδη τονίζει ότι οι θεατές γίνονται αποδέκτες των μηνυμάτων του έργου, κάτι που αποτυπώνεται στις συνομιλίες τους με τους ηθοποιούς στο τέλος κάθε παράστασης: «Βλέπω τους θεατές να περιμένουν τους ηθοποιούς για συνομιλήσουν μαζί τους. Τους λένε πόσο τους άλλαξε σαν ανθρώπους και το πόσο τους συγκλόνισε. Αυτό, τόσο για μένα όσο και για τους ηθοποιούς είναι η πληρωμή μας ουσιαστικά.

Το μήνυμα που περνάμε είναι ότι δεν πρέπει να καταθέτει κανείς τα όπλα. Η σπίθα μπορεί να γίνει πυρκαγιά. Το ένα χέρι που υψώθηκε μπορεί να φέρει αποτέλεσμα, και φέρνει συνήθως. Ίσως να μην είναι άμεσο ή αυτό που περιμένουμε. Αλλά αποτέλεσμα το χέρι που θα υψωθεί θα φέρει σίγουρα».

Για την παράσταση δηλώσεις στο logotypos.gr έκαναν και οι κάτωθι ηθοποιοί:

Θανάσης Κουρλαμπάς: «Η παράσταση έρχεται για δεύτερη φορά στη Σύρο, ωστόσο εγώ έρχομαι για πρώτη στο νησί. καθώς έχει αλλάξει σχεδόν ολόκληρο το αρχικό team. Το μήνυμα της παράστασης είναι συγκεκριμένο. Κατά πόσο οι άνθρωποι, στη ζωή που ζούμε,  είμαστε μέσα μας ώριμοι  κι έτοιμοι να δεχτούμε να επιτρέψουμε μια δεύτερη ευκαιρία στα πράγματα, να σκεφτόμαστε με βαθύτερο και πιο αποτελεσματικό τρόπο, αυτά και την αλήθεια,  να δεχτούμε την αποδοχή τού διαφορετικού  δίπλα μας, να μην κρίνουμε εύκολα…. πόσο μάλλον όταν πρόκειται για τις ζωές των διπλανών μας. Αυτοί οι ένορκοι, οι συγκεκριμένοι, πρέπει να αποφασίσουν για τη ζωή ή όχι ενός 16χρονου παιδιού.

Η παράσταση έχει αγαπηθεί πάρα πολύ απ’ τον κόσμο γιατί πραγματεύεται κι επεξεργάζεται ένα πάρα πολύ δυνατό πλαίσιο στη ζωή των ανθρώπων. Πράγματα που αφορούν το σύνολο της καθημερινής ζωής και του τρόπου σκέψης. Δώδεκα διαφορετικοί άνθρωποι, από διαφορετικές κατευθύνσεις ο καθένας, με διαφορετικές προσλαμβάνουσες, συναντιόνται και πρέπει να αποφασίσουν για την τύχη ενός 16χρονου αγοριού. Βλέπουμε συγκρούσεις, αποδοχές, ανατροπές συνεχόμενες,  και το νόημα που δίνεται απ’ όλη αυτή τη συγκρουσιακή κατάσταση των δύο ωρών είναι ότι πρέπει πάντα να στέκεσαι απέναντι από τα πράγματα και να τα βλέπεις με μεγαλύτερη δυνατή ψυχραιμία. Για να προκληθεί  η  πυρκαγιά από τη σπίθα, κι ένας ένορκος να ανατρέψει το δεδομένο της δίκης πείθοντας του υπόλοιπους ότι μπορεί να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία στο παιδί αυτό, είναι αναγκαίο να υπάρχει και το κατάλληλο υπόβαθρο από κάτω. Ακόμα κι αν αυτό δεν φαίνεται, θα πρέπει στις ψυχές των ανθρώπων να υπάρχει, κάπου εκεί στο βάθος, μια ελπίδα ή το υπόβαθρο που να μπορεί να ανάψει αυτή η σπίθα».

Ορέστης Τρίκας: «Πέμπτη σαιζόν και πάμε για έκτη σε λίγο. Η χαρά μου είναι μεγάλη που συμμετέχω σ’  αυτή την παράσταση και πρέπει να πω ότι συνέβη κάτι πραγματικά μαγικό. Ήθελα πάρα πολύ να παίξω σε αυτήν και ξαφνικά ένα απόγευμα με πήρε η Κωνσταντίνα (σκηνοθέτιδα) τηλέφωνο και μου ζήτησε να αντικαταστήσω τον Αυγουστίνο Κούμουλο που αποχωρούσε. Και κάπως έτσι ξεκίνησε η σχέση μου με τους 12 ενόρκους. Αισθάνομαι χαρά κι ευγνωμοσύνη. Κάθε παράσταση είναι για μας σαν να’ ναι η πρώτη φορά. Είναι ένα πολύ ζωντανό συναίσθημα εκείνη τη στιγμή. Είναι πάντα κάτι καινούργιο και το αγαπάμε όλοι  πάρα πολύ.

Είναι ένα έργο που συγκινεί και νομίζω,  θα απασχολεί πάντα τον κόσμο. Η φύση της παράστασης είναι τέτοια που είναι σαν να μην βλέπεις θέατρο. Δεν βλέπεις πειραματικά πράγματα που λίγο – πολύ ο κόσμος τα ‘χει βαρεθεί και τον έχουν κουράσει, Ο κόσμος θέλει  πραγματικά μια παράσταση που έχει να του πει κάτι, που θα τού μιλήσει στην καρδιά και την  ψυχή του και τελικά να αποχωρήσει από την αίθουσα γεμάτος, κι όχι απλά εντυπωσιασμένος από σκηνοθεσίες του εκάστοτε σκηνοθέτη.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια κοπελίτσα γύρω στα 16 -17 που περίμενε μετά το τέλος της παράστασης να μας χαιρετήσει όλους έναν-έναν προσωπικά. Και με δάκρια στα μάτια μας έλεγε: “ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό που μου προσφέρατε και γι’ αυτό που ξυπνήσατε μέσα μας”. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ αυτό γιατί πρόκειται για ένα κορίτσι πολύ νεαρής ηλικίας για να πεις ότι έχει ζήσει τις εμπειρίες. Κι όμως το έβλεπες, με τα μάτια του τεράστια να σε κοιτάνε, να σε ευγνωμονεί. Πραγματικά ήταν συγκλονιστική εμπειρία για μένα αυτή. Το μήνυμα της παράστασης είναι ελπιδοφόρο. Πάντα μπορεί να επέλθει η ανατροπή. Πάλι καλά που υπάρχει αυτό στη ζωή. Γιατί αν ήταν όλα τα πράγματα μαύρα ή άσπρα θα ήταν περίεργα. Αρκεί ένας άνθρωπος να βοηθήσει και τους άλλους να αλλάξουν το οτιδήποτε. Ένας άνθρωπος μόνος του αρκεί για να φέρει την αλλαγή»

Αλέξανδρος Καλπακίδης: «Για έναν ηθοποιό είναι ευχής έργο να είναι σε μια τέτοια παράσταση που τα τελευταία πέντε χρόνια είναι συνεχώς sold out. Είναι πολύ ευτυχής συγκυρία να συμμετέχεις σε μια τόσο καλή παράσταση, με τόσο ωραίο κείμενο και τόσο καλούς συναδέλφους. Δεν θα έλεγα ότι η παράσταση αυτή είναι γροθιά στο στομάχι του θεατή, θα ‘λεγα καλύτερα ότι σε βάζει σε μια διαδικασία σκέψης, που μέσα σ’ όλο αυτό το χαμό που συμβαίνει γύρω μας καθημερινά,  τον έχουμε ξεχάσει. Ο κόσμος που είδε την παράσταση, αυτό που λέει είναι ότι σκέφτεται για πολύ καιρό μετά, και πολλοί έρχονται για δεύτερη και τρίτη φορά και την βλέπουν. Αυτό ακριβώς κάνει, μας βάζει να σκεφτούμε κάποια πράγματα. Όχι μόνο για την παράσταση, εγώ το μεγεθύνω λίγο, αλλά για ότι μας συμβαίνει γύρω μας. Γιατί είμαστε λίγο υπνωτισμένοι. Αυτό που καταδεικνύει είναι ότι αρκεί μονάχα μια αντίθετη άποψη για να αντιστρέψει κάτι που θεωρείται παγιωμένο καθώς επίσης και το πώς μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει αυτή τη δύναμη.

Το μήνυμα είναι πραγματικά ελπιδοφόρο. Κάποιοι πραγματικά αποφασίζουν ελαφρά την καρδία. Άλλος γιατί θέλει να δει ποδόσφαιρο και βιάζεται, άλλος βαριέται ή έχει δουλειές και δεν προλαβαίνει. Ο καθένας έχει τον δικό του προσωπικό λόγο κι αυτό ευτυχώς εξελίσσεται στην πορεία της παράστασης κι κόσμος τελικά μπορεί να δει ποιος πραγματικά σκέφτεται, άσχετα αν κάνει λάθος. Εγώ πχ υποδύομαι τον ένορκο νο 4, ο οποίος είναι ο πιο ορθολογιστής. Αυτός στο τέλος παραδέχεται ότι έχει κάνει πραγματικά λάθος στην απόφασή του. Όμως είναι ένας άνθρωπος που δεν αποφασίζει ελαφρά την καρδία αλλά στηριζόμενος σε κάποια στοιχεία. Λειτουργεί  έτσι στη ζωή του, γιατί είναι χρηματιστής, οπότε η σκέψη του είναι μαθηματική.

Με το πέρας της παράστασης δεν βγαίνουν μόνο οι δώδεκα ένορκοι αλλαγμένοι αλλά και ο κόσμος. Εκτιμώ όμως ότι αυτό πρέπει να συμβαίνει γενικότερα στην τέχνη. Από το θέατρο, τη μουσική, το χορό έως τη ζωγραφική. Αητός είναι ο ρόλος της τέχνης. Η αλλαγή. Δεν έχει σημασία προς τα πού. Προς το καλό ή το κακό. Σημασία έχει να μας βάλει να σκεφτούμε κάτι άλλο πέρα απ’ αυτό που σκεφτόμαστε καθημερινά, στεκούμενοι μπροστά σε μια τηλεόραση και βλέποντας συνεχώς τα ίδια και τα ίδια.   Αυτό δυστυχώς συμβαίνει στην εποχή μας ούτως ή άλλως».

Κλείνοντας αξίζει να πούμε δυο λόγια αναφορικά με την υπόθεση του έργου: Ένα ανήλι­κο αγόρι από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα της Νέας Υόρκης κατηγορείται το 1957  για τη δολοφονία του πατέρα του. H κατηγορία στοιχειοθετείται από τις καταθέσεις δύο μαρτύρων που δεν αφήνουν περιθώριο για ενδοιασμούς. Φαινομενικά η δουλειά των ενόρκων είναι απλή. Όταν όμως πέφτει στο τραπέζι ο σπόρος της αμφιβολίας, ξεκινά ένα «ξεγύμνωμα» των χαρακτήρων. Οι 12 ένορκοι αντικατοπτρίζουν τις προκαταλήψεις της κοινωνίας μέσα από 12 πεντακάθαρα ψυχογραφήματα που ξετυλίγονται βίαια μπροστά στα μάτια του θεατή.