ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΒΔΟΜΟ  ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Κεφάλαιο δέκατο όγδοο

Το δίλλημα

Έμειναν μόνοι στην πλατεία. Όση ώρα χόρευαν πριν τον κοιτούσε στα μάτια. Προσπαθούσε να τα διαβάσει. Δεν ήταν ότι δεν είχε νοσταλγήσει την πατρίδα, ότι δεν ήταν χαρούμενη που ανέπνεε τον αέρα της, ότι δεν ήθελε να θυμηθεί, έβγαινε όμως από μέσα της μια πίκρα, για το πώς είχε φερθεί στον Όθωνα. Πόσο-άθελά της- τον είχε πληγώσει με το αλαζονικό της ύφος, την υπεροψία, την έπαρση που είχε τότε. Κανονικά, εκείνος δεν θα έπρεπε να της ξαναμιλήσει, όχι να εξακολουθεί να την αγαπάει. Δεν τον άλλαξαν τα χρόνια, οι δοκιμασίες της ζωής, ούτε αυτόν, ούτε τα συναισθήματά του; Έμεινε ο ίδιος; Καθαρός, ειλικρινής, γελαστός; Μα, από τι υλικό  ήταν φτιαγμένος αυτός  ο άνθρωπος,  πόση καλοσύνη είχε στην ψυχή του; αναρωτιόταν η Κλειώ.  Χαίρομαι που είσαι εδώ, της είπε. Κι εγώ. Πραγματικά είμαι πολύ χαρούμενη που σε βλέπω. Σε αδίκησα. Όλοι είχαν καταλάβει πως ένιωθες για μένα, εκτός από μένα. Θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη που σε πίκρανα, που με τρόπο ασαφή και έμμεσα σκληρό, σε «απέρριψα», σε απομάκρυνα. Τι κατάλαβα; Η ζωή με εκδικήθηκε. Η έπαρση απάντησε. Ήμουν δυστυχισμένη όλα αυτά τα χρόνια. Αρρώστησε ο άντρας μου. Σοβαρή ψυχική πάθηση. Το αποτέλεσμα, να μείνει για πάντα στην κλινική. Μόνο στήριγμα, οι γονείς μου, τα παιδιά μου. Πέρασε μια ζωή έτσι, χωρίς σύντροφο. Δεν είχα μυαλό για τίποτε. Μόνο για εκείνα, το σχολείο, τους μαθητές μου. Καθημερινό τρέξιμο για όλα. Η κατάσταση δύσκολη. Και να, τώρα, εδώ μπροστά σου…

Κλειώ, σ’ αγαπούσα πολύ! Πληγώθηκα όμως, που με δεν μου έδινες καμιά σημασία. Γιατί δεν μίλησες όλα αυτά τα χρόνια; τον κοίταξε στα μάτια. Τι να σου έλεγα… με είχες απομακρύνει. Αυτό ήταν. Έπρεπε να σεβαστώ την επιλογή σου και… τον τρόπο σου, όποιος κι αν ήταν. Δεν χώρεσα ποτέ στη ζωή σου. Δεν ήταν τυχερό αφού εσύ δεν ήθελες… Ατυχήσαμε… Δεν ξαναερωτεύτηκα. Δεν παντρεύτηκα, μόνο και μόνο για να πω ότι το έκανα. Δεν συμβιβάστηκα όμως κι αισθάνομαι καλά γι’ αυτό. Η Κλειώ πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε διστακτικά, αν ήθελες… από δω και πέρα… να… είμαστε… μαζί! Θέλω να γνωρίσω τον άνθρωπο που δεν γνώρισα τότε, τον άνθρωπο που αδίκησα. Ο Όθωνας ξαφνιάστηκε, δεν περίμενε τέτοια απάντηση. Υγράνθηκαν τα μάτια του, χωρίς ν’ αφήσει ούτε ένα δάκρυ να πέσει. Έμεινε για μερικά δευτερόλεπτα έτσι βουρκωμένος. Χαμήλωσε το βλέμμα του. Χαμογέλασε πικρά. Δεν το περίμενα… άσε με να το σκεφτώ. Ήμουν σίγουρος πια, ότι οι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Αυτοί που ήταν, αυτοί θα είναι μια ζωή!  Από τη μια είμαι  χαρούμενος, ξαφνιασμένος, από την άλλη όμως, δεν ξέρω… Θα ένιωθα το ίδιο για σένα, αν τελικά, ήμουν κοντά σου; Δεν ξέρω… Αν θέλεις να μάθεις για τα δικά μου αισθήματα, νομίζω πως είσαι ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να μου τύχει, είπε η Κλειώ. Έστω και αργά, σου το λέω. Τότε όμως… Δεν ήξερα τι ήθελα. Πραγματικά δεν ήξερα. Άσε να χαρούμε αυτή τη συνάντηση μας, την απίστευτη, έτσι κοντά! Άσε να τη ζήσουμε. Ίσως πάψω να είμαι μπερδεμένος. Δεν θέλω να σε πάρω στο λαιμό μου. Θέλω… να είμαι απόλυτα σίγουρος. Δεν είμαστε πια για λάθη… δεν είμαστε πια παιδιά, ή είμαστε πιο παιδιά από ποτέ και μάλλον δεν μας νοιάζει πια, όπως τότε, αν κάνουμε λάθος! Μ’ άρεσε που μου μίλησες ειλικρινά…  που άνοιξες την καρδιά σου. Μου έδωσες προσοχή. Την προσοχή που χρειαζόμουν πάντα. Αυτή που κάθε άνθρωπος ζητά. Παραδέχτηκες. Δεν είσαι όπως ήσουν. Ανθρώπινα, το χρειαζόμουν. Είναι δύναμη για μένα αυτό. Ο πόνος της «απόρριψης» σου τότε, ήταν για μένα ανεξήγητος. Δεν μπορούσα να τον παραδεχτώ με τίποτα. Με κανέναν τρόπο όμως, όσα χρόνια κι αν πέρασαν, δεν μπόρεσε εκείνος ο πόνος, να θάψει τα αληθινά μου αισθήματα για σένα. Επιβίωσαν. Έμειναν άθικτα. Τριάντα χρόνια μετά… έμειναν ίδια! Άντεξαν! Κι εγώ, ίδιος έμεινα! Ίσως λίγο πιο σοφός. Την κοίταξε ζεστά στα μάτια μ’ ένα βλέμμα όλο ερωτηματικά, όλο παράπονο. Ήταν τρυφερός μαζί της. Τον κοιτούσε σαστισμένη μέσα στα  μελιά του μάτια. Της φαινόταν παράξενος, λίγο απόμακρος αλλά, γοητευτικός. Έσκυψε και τον φίλησε απαλά. Το πρώτο τους φιλί! Εκείνο που τόσο λαχταρούσε μια ζωή… (!).

Το επόμενο βράδυ θα τη φιλοξενούσε στο σπίτι του. Ήταν μόνος. Ζούσε η μητέρα του, αλλά βρισκόταν στης αδερφής του, στη Θεσσαλονίκη. Άναψε το τζάκι. Είχε λίγη ψύχρα. Της χάιδεψε τα μαλλιά. Τη φίλησε γλυκά πολλές φορές. Έκαναν έρωτα τρυφερά, όπως θα έκαναν τότε, τριάντα χρόνια πριν. Με το πάθος της νεότητας. Με την ίδια λαχτάρα. Με την ίδια συγκίνηση. Οι φλόγες της φωτιάς ζέσταιναν τις καρδιές, άναβαν τα κορμιά. Ήταν σαν να είχε γυρίσει πίσω ο χρόνος. Το κορμί της ρίγησε όπως και η ψυχή της. Πώς τον είχε αφήσει αυτόν τον άνθρωπο, πώς τον είχε πληγώσει; Το αθλητικό του σώμα την έκανε να τα χάσει ακόμη περισσότερο. Σαν να μην είχε περάσει μια μέρα από πάνω του. Ήταν όμορφος! Τον ήθελε! Κατάλαβε πως ήταν ο πιο ελκυστικός άντρας που είχε γνωρίσει. Του χάρισε το γλυκό σπασμό της. Ο οργασμός της ήταν τόσο παρατεταμένος και αργός που έκλαψε. Ένα δάκρυ κύλησε από τα δυο γαλάζια μάτια της. Είχε παραμελήσει τον εαυτό της. Τώρα, είχε νιώσει γυναίκα, ελεύθερη. Ζούσε πραγματικά τις στιγμές… Διψασμένη για έρωτα, παραλήρησε μέσα στα χέρια του. Ήταν χαρούμενος κι εκείνος, συνεπαρμένος- αυτή ήταν λοιπόν, η Κλειώ που πάντα ήθελε; Ταυτόχρονα μια ανεπαίσθητη θλίψη σκίαζε την ψυχή του. Ένα κενό γεννιόταν την πιο ακατάλληλη στιγμή,  που ούτε ο ίδιος θα το περίμενε. Η Κλειώ παραδομένη στο τρυφερό του χάδι, την ήρεμη χροιά της φωνής του,  έλιωνε στα χέρια του. Είχε αφήσει ελεύθερο τον εαυτό της να «χαθεί» στο όνειρο που ζούσε για πρώτη φορά! Δεν τον φανταζόταν τόσο θερμό άντρα. Το ένα ξάφνιασμα ερχόταν μετά το άλλο. Δεν τον χόρταινε. Ήταν ευτυχισμένη. Τον φιλούσε ασταμάτητα, άπληστα, μετανιωμένα, απεγνωσμένα. Η λαμπερή Κλειώ έλαμπε σαν αστέρι στην αγκαλιά του Όθωνα. Εκείνος, σκεφτικός. Αν το μάθαιναν οι συμμαθητές, θα έλεγαν, επιτέλους!  Να, που ποτέ δεν είναι αργά…

Ναι. Ποτέ δεν είναι αργά. Η καρδιά όμως του Όθωνα ήταν βαθιά πληγωμένη κι ας είχε γίνει αυτό που ήθελε, έστω και τώρα. Δεν ήταν ο ίδιος άνθρωπος. Το διαπίστωνε τώρα. Η Κλειώ ξετρελαμένη μαζί του. Εκείνος όμως, συγκρατημένος σκεφτόταν, πόσο  τον είχε βάλει στο περιθώριο, ένας άνθρωπος με τη συμπεριφορά του, ο άνθρωπος που αγάπησε. Κι η αγάπη ακόμη, όταν σε  πονέσει πολύ, σβήνει, χάνεται; Τι συνέβαινε; Είχε έρθει η σειρά του να αναρωτηθεί πολύ για όλα αυτά, αυτός που είχε δεδομένη την αγάπη του για κείνη. Ρωτούσε και ξαναρωτούσε τον εαυτό του. Όχι ότι δεν ένιωθε ωραία μαζί της. Το σμίξιμό τους ήταν όμορφο. Το πάθος του, ίδιο για εκείνη, δεν είχε σβήσει, δεν είχε ξεθυμάνει.  Ήταν όλα, αντιφατικά και παράξενα μέσα του.  Μα, του φερόταν τρυφερά, μετανιωμένα… δεν ήταν λίγο αυτό, σκεφτόταν. Είχε καταλάβει. Ποιος; Η Κλειώ! Το είχε παραδεχτεί. Δεν έφτανε αυτό για να τον κάνει να νιώσει δικαιωμένος; Πόσο περίμενε αυτές τις στιγμές που είχε ζήσει, και τώρα που τις έζησε; Όλα είχαν τελειώσει; Τι είχε γίνει; Γιατί; Εκείνο το γιατί που τον βασάνιζε πάντα. Τώρα ένα καινούργιο γεννιόταν, αποστομωτικό, ψυχρό, πάλι αναπάντητο. Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του πως όλα ήταν καλά, αφού η Κλειώ είχε γίνει δική του… αφού είχε έρθει κοντά του η γυναίκα που πόθησε περισσότερο όσο καμιά άλλη στη ζωή του. Και τώρα, αυτό δεν έφτανε,  ήταν λίγο; Η Κλειώ ήταν λίγη για εκείνον που τόσο την είχε αγαπήσει; Δεν μπορούσε να το εξηγήσει αυτό που του συνέβαινε αλλά έπρεπε να εξηγηθεί μαζί της. Θα άφηνε να περάσει λίγος καιρός, να δει πως θα νιώσει, ή αυτό θα ήταν ανέντιμο από τη μεριά του και καταστροφικό για εκείνη; Τι θα έκανε; Αναρωτιόταν και χτυπούσε η καρδιά του δυνατά. Την αγαπούσε όμως, δεν θα έπαψε ποτέ να την αγαπάει. Θα έμενε μαζί της έστω κι έτσι… σκεφτόταν.  Βασάνιζε το μυαλό του για το τι έπρεπε τελικά να κάνει. Κι αν μόνος του ήταν πάλι λυπημένος; Αν τη χρειαζόταν; Να την έχανε πάλι; Θα έκανε πίσω; Το δίλημμα του κορυφωνόταν, τον έπνιγε. Θα ακολουθούσε την καρδιά του όπως πάντα. Θα της μιλούσε ειλικρινά. Ήταν μια άλλη Κλειώ, και θα καταλάβαινε. Θα τον περίμενε. Τώρα ήταν η σειρά της…

Ερμούπολη, 06-05-2018                                       Μαρία Π. Κρόντη