(Ναυτική Ποίηση)

Όταν με τα πεζόβολα με ψάρευαν οι θύτες
κι έψαχνα έν’ απάνεμο λιμάνι να δεθώ,
ποτέ δεν ήρθες να με δεις στις νύχτες και στις ήττες,
σπουργίτι ήσουν και κούρνιαζες στης πέτρας το βυθό.

Δε φταίει βροχούλας ξέσπασμα, δε φταίει αυγής αγιάζι,
που τρέμει μέσ’ στο σύθαμπο το χείλι το κλειστό.
Μον’ φταίει αυτό που με νικά, κείνο που με τρομάζει,
απάνω που σκαρφάλωσα, μην ξαναγκρεμιστώ.

Τρέξε, κυρά Βασιλική, πότισε τη μπιγκόνια,
δώσε στα γειτονοπούλα το χάδι το ζεστό.
Κι αν είναι να ‘ρθουν δίσεχτα, βλογιοκομμένα χρόνια,
στο κούτσουρο π’ ανάψαμε, θα ξαναζεσταθώ.

Χρόνια, που σου περίσσεψαν, μη μου γυρίζεις πίσω.
Από πηλό κι απόβροχο δε θέλω μερτικό.
Θέλω μονάχα μια φορά ζωή να σε νικήσω,
μ’ αν σε νικήσω μια φορά, πάντα θα σε νικώ.