Μία εξόχως σημαντική είδηση που θεμελιώνει την ιδιαίτερη ιστορική και πολιτιστική αξία της Σύρου στο πανελλήνιο «ήρθε στο φως» από το Υπουργείο Πολιτισμού, το οποίο με απόφαση της ΥΠΠΟΑ Λίνας Μενδώνη ενέταξε το συριανό λουκούμι στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ελλάδας.

Η ιστορική αυτή αναγνώριση του συριανού λουκουμιού ήρθε ως επιστέγασμα των άοκνων προσπαθειών και της πολυετούς ενασχόλησης της λουκουμοποιού Ντίνας Συκουτρή – Ανδριωμένου (εκπροσώπησε στην όλη διαδικασία τους λουκουμοποιούς της Σύρου), η οποία μίλησε αποκλειστικά στον «Λ» για την πρωτοβουλία που ανέλαβε ώστε να συντάξει τον σχετικό φάκελο, βασιζόμενη σε ιστορικά στοιχεία και προφορικές μαρτυρίες που συνέλεγε η ίδια επί 60 χρόνια!

Ντίνα Συκουτρή: «Η Κυρά των Λουκουμιών». Με αυτόν τον πολύ εύστοχο τίτλο είχε περιγράψει το 2016 ο δημοσιογράφος Άγγελος Ρεντούλας στην εφημερίδα «Καθημερινή» την Ντίνα Συκουτρή, συνοψίζοντας την μελλοντική της παρακαταθήκη: «Η ιστορία του συριανού γλυκίσματος από μια γυναίκα που δούλεψε όσο, ίσως, κανείς για τη διάσωσή του».
Η αναμφισβήτητη, λοιπόν, «φρουρός της ιστορικής μνήμης» του συριανού λουκουμιού κατέληξε σε μια σπουδαία παραδοχή: η απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού να εντάξει το συριανό λουκούμι στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ελλάδας πιστοποιεί και αναγνωρίζει την ιστορική και παράλληλη πορεία της πολυεπίπεδης ανάπτυξης της Ερμούπολης με την παραγωγή και διάδοση του λουκουμιού ως του κυριότερου εξαγώγιμου προϊόντος της Σύρου προς όλον τον κόσμο.

Η ιστορική πορεία και συνδρομή του λουκουμιού στην κοινωνική ζωή του νησιού

Όπως τονίζει η κα Συκουτρή στην άκρως τεκμηριωμένη έκθεση που κατέθεσε στον φάκελο του Υπουργείου, «η προέλευση του λουκουμιού ανάγεται στη Μικρά Ασία και στην Κωνσταντινούπολη, ενώ στη Σύρο το γλύκισμα αυτό εμφανίζεται παράλληλα με τη δημιουργία της Ερμούπολης, ερχόμενο μαζί με τους Χιώτες και Ψαριανούς πρόσφυγες το 1822-23. Η πρώτη μαρτυρία για την παρασκευή του συριανού λουκουμιού πιθανολογείται το 1832, ενώ η περίοδος από το 1922 -με την έλευση των προσφύγων από τη Μικρασία- έως το 1975 υπήρξε το αποκορύφωμα της ιστορικής του πορείας, που συνεχίζεται αδιαλείπτως έως και σήμερα.

Τα πρώτα υποτυπώδη εργαστήρια λουκουμιών στήθηκαν από τους Χιώτες και τους Ψαριανούς πρόσφυγες στις αυλές των σπιτιών τους, ενώ αργότερα με την ανάπτυξη του αστικού ιστού της πόλης, τα εργαστήρια μεταφέρθηκαν στο λιμάνι προκειμένου να διευκολυνθεί το εμπόριο.

Στα μητρώα του Ιστορικού Αρχείου του Δήμου Σύρου – Ερμούπολης αναφέρεται ως πρώτος ζαχαροποιός/λουκουμοποιός ο Γεώργιος Αρφάνης από την Έφεσσο, ενώ η πρώτη επίσημη σφραγίδα λουκουμοποιού που εμφανίζεται το 1837 στην Ερμούπολη είναι αυτή του Νικολάου Σταματελάκη εκ Κωνσταντινουπόλεως (χιώτικη καταγωγή).

 

Εκεί, στο λιμάνι τη Ερμούπολης, παρατηρείται το φαινόμενο μια πόλη κι ένα προϊόν να δημιουργούνται από τους ίδιους ανθρώπους και να αναπτύσσονται και τα δύο παράλληλα μέσα στον χρόνο, με τη φήμη τους να ξεπερνά σιγά – σιγά τα στενά όρια της Ελλάδας και να εξαπλώνεται σε όλο τον κόσμο.

Οι βιοτεχνίες λουκουμιού ήταν κατά παράδοση οικογενειακές επιχειρήσεις και απασχολούσαν όλα τα μέλη της οικογένειας. Σήμερα, η παράδοση αυτή συνεχίζεται, με τη διαφορά ότι πλέον δεν είναι αποκλειστική απασχόληση όλης της οικογένειας. Στη θέση νεαρότερων μελών απασχολούνται ντόπιοι τεχνίτες, οι οποίοι είναι πρόθυμοι να συνεχίσουν την παράδοση της τέχνης του λουκουμιού και συχνά ανοίγουν δικές τους βιοτεχνίες.

Ενδεικτικό της φήμης του συριανού λουκουμιού εκτός των στενών ορίων του νησιού είναι το γεγονός πως προσφέρονταν ως πρώτο ελληνικό γλύκισμα στα ανάκτορα καθώς και σε πρεσβείες και προξενεία της Ελλάδας στο εξωτερικό, συσκευασμένα σε κουτιά που είχαν επάνω τους τον θυρεό ή προσωπογραφίες των βασιλέων, γεγονός αρκετά σπάνιο για την εποχή του.

Σε ότι αφορά τον ρόλο του λουκουμιού στη σημερινή κοινωνία της Σύρου, αυτός παραμένει πολύ σημαντικός. Το γλύκισμα αυτό πρωταγωνιστεί στην καθημερινή ζωή του τόπου και είναι συνυφασμένο με όλες τις κοινωνικές εκδηλώσεις. Αποτελεί μέρος τόσο της καθημερινότητας, όσο και των ιδιαίτερων στιγμών της κοινωνικής ζωής. Δεν λείπει από κανένα σπίτι, από κανέναν χώρο μαζικής εστίασης, από καμία εκδήλωση. Συνοδεύει ακόμα τους Συριανούς στις μεγάλες τους χαρές (γάμο, γέννηση, βάπτιση) αλλά και στις μεγάλες τους λύπες (θάνατος, μνημόσυνο). Σε πολιτιστικές και τοπικές εκδηλώσεις, θρησκευτικές πανηγύρεις, το λουκούμι ως προσφερόμενο γλυκό κυριαρχεί».

Μια άλλη όψη του συριανού λουκουμιού ως αγαθό πολιτιστικής κληρονομιάς είναι η πώλησή του από τους λεγόμενους καλαθατζήδες στους επιβάτες κατά την άφιξη και αναχώρηση των πλοίων από το λιμάνι της Σύρου (πωλητές λουκουμιού στο λιμάνι της Ερμούπολης το 1954).
Πολλοί από τους καλαθατζήδες είναι οι ίδιοι λουκουμοποιοί, οι οποίοι μπαίνουν σε κάθε πλοίο που δένει στο λιμάνι, έστω και για λίγα λεπτά, με καλάθια γεμάτα συριανά λουκούμια και χαλβαδόπιτες, αποτελώντας πια «σήμα κατατεθέν» του νησιού.

«Ο φυσικός χώρος του λουκουμιού είναι το Βιομηχανικό Μουσείο Ερμούπολης»

«Τα τελευταία τέσσερα χρόνια ήταν κυρίως μια μοναχική διαδρομή, προσπαθώντας να συλλέξω το απαραίτητο υλικό και τις ιστορικές πηγές τεκμηρίωσής του, έτσι ώστε να συνταχτεί ο φάκελος που κατατέθηκε στη Διεύθυνση Νεότερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς για το συριανό λουκούμι», τόνισε η κα Συκουτρή.

«Υπό την καθοδήγηση και διαρκή φροντίδα της κας Τζαβάρα, στελέχους του Τμήματος Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς και Διαπολιτιστικών Θεμάτων, την οποία ευχαριστώ δημόσια για την καθοριστική συνδρομή της, κατατέθηκε ο φάκελος στο Υπουργείο Πολιτισμού, ο οποίος έγινε ομόφωνα αποδεκτός από Επιστημονική Επιτροπή που στελεχώνεται από ακαδημαϊκούς.

Τα σημαντικότερα στοιχεία που έπρεπε να τεκμηριωθούν με ιστορικές πηγές και αρχεία ήταν φυσικά η ημερομηνία της πρώτης ιστορικής αναφοράς του λουκουμιού στη Σύρο καθώς και η αδιατάρακτη συνέχεια της πορείας του στις επόμενες γενεές, μέχρι και σήμερα.

Σε αυτό, βεβαίως, συνέδραμε η ιστορική έρευνα που έκανα μέσα από το Ιστορικό Αρχείο Σύρου καθώς και η αναφορά σε όλους τους παλιούς και νέους λουκουμοποιούς που κράτησαν διαχρονικά σε υψηλά επίπεδα την παραγωγή του λουκουμιού, στηριζόμενοι στα μοναδικά χαρακτηριστικά της συριανής γης, όπως το νερό της πηγής του Αγίου Αθανασίου, αλλά και σε άλλα εκλεκτά υλικά των γύρω περιοχών.

Εν συνεχεία, ένα από τα κυρίως ζητούμενα ήταν να αναδειχθεί η κυρίαρχη θέση του λουκουμιού μέσα στην πολυδαίδαλη οικονομική και κοινωνική ζωή της Σύρου. Συγκεκριμένα, για να επιτευχθεί αυτό, παρουσίασα λαογραφικά στοιχεία από την καθημερινότητα των Συριανών και πώς αυτή είχε ενσωματώσει το λουκούμι ως το κατεξοχήν γλύκισμα όχι μόνον της εργατικής αλλά και της άρχουσας τάξης, ενώ οι αποδελτιώσεις οικονομικών αναφορών από το αρχείο του Επιμελητηρίου Κυκλάδων αποκάλυπταν ότι χιλιάδες τόνοι λουκουμιού είχαν παραχθεί από το 1837 και μετά, καθιστώντας το ως το κυριότερο εξαγώγιμο προϊόν του νησιού, κατά την ιστορική περίοδο της παντοδυναμίας του.

Το συριανό λουκούμι, ως γλύκισμα άμεσα συνδεδεμένο με την ιστορία και την κοινωνία του νησιού, προβάλλεται στη μόνιμη έκθεση του Βιομηχανικού Μουσείου Ερμούπολης που είχε οργανώσει ο Σύλλογος Φίλων Κέντρου Τεχνικού Πολιτισμού Ερμούπολης από το 2013.

Τέλος, ένα εξίσου σημαντικό στοιχείο που έπρεπε να παρουσιαστεί είναι ο τρόπος που η ιστορική αξία του συριανού λουκουμιού μεταλαμπαδεύεται σήμερα στις νεότερες γενιές ως γνώση και ως βίωμα.

Αυτό το σημαντικό ρόλο έρχεται βεβαίως να καλύψει το Βιομηχανικό Μουσείο της Ερμούπολης καθώς η άνθηση και ανάπτυξη της βιοτεχνίας της λουκουμοποιίας στη Σύρο είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πλούσια βιομηχανική ιστορία του τόπου.

Για τον λόγο αυτό είχε παρουσιαστεί μια  έκθεση για την ιστορία της λουκομοποίας το 2013, υπό τον τίτλο «Το συριανό λουκούμι και οι άνθρωποί του», με τη φιλοδοξία να αποτελέσει μια μόνιμη και διευρυμένη έκθεση όπου θα προβάλλονταν ένα πολύ μεγάλο μέρος του πλουσιότατου ιστορικού αρχείου που υπάρχει διαθέσιμο.

Σήμερα είναι εμφανώς περιορισμένη στον δεύτερο όροφο του Βιομηχανικού Μουσείου και χωρίς εύκολη πρόσβαση σε όσους επιθυμούν να την δουν, μην εκπληρώνοντας τον αρχικό σκοπό του σχεδιασμού της, για λόγους που εγώ δεν μπορώ να αιτιολογήσω.

Ωστόσο, αυτό που έχω να καταθέσω είναι ότι δεν μπορεί ένας σημαντικός πυλώνας του συριανού πολιτισμού να είναι σήμερα ουσιαστικά «αστέγαστος».  Πάντα πίστευα και συνεχίζω να πιστεύω ότι ο φυσικός χώρος του λουκουμιού είναι το Βιομηχανικό Μουσείο Ερμούπολης, μέσα στο οποίο πρέπει επιτέλους να βρει κάποιο σημαντικό σημείο αναφοράς, το οποίο αυτή τη στιγμή δεν διαθέτει στο βαθμό που θα έπρεπε», σημείωσε η κα Συκουτρή, η οποία έκανε γνωστό πως στο άμεσο μέλλον κλιμάκιο του Υπουργείου Πολιτισμού θα επισκεφτεί τη Σύρο για να παρουσιάσει το σύνολο της έρευνάς της.