ΤΟ Πάσχα συμβαίνουν οι αναπάντεχες  μεταμορφώσεις. Τότε είναι που κατάπληκτοι και μαγεμένοι παρακολουθούμε  τις διακυμάνσεις της μυθολογημένης πατρίδας μέσω αναπαράστασης των παθών, μέσω ταινιών, μουσικής,  ηθογραφίας, ποίησης.

ΤΟΤΕ είναι που ξεπροβάλλει η συνείδηση σαν σαρκωμένο βίωμα, σαν πεπαλαιωμένη ρίζα, σαν μια ουλή . Όσο την κοιτάς, τόσο διαγράφεται η αυλή  με τα περιστέρια και τις κότες, την κορομηλιά  και την ευωδιά των κρίνων.

ΤΟΤΕ σχηματίζεται θαμπά το δωμάτιο με τα ασπρόμαυρα πλακάκια και τους τοίχους της ώχρας, ή  το σανιδένιο υπνοδωμάτιο με τα μεγάλα παράθυρα και την οροφή ως τον ουρανό ..

ΤΟΤΕ λες : Αυτή είναι η ζωή!

 

ΠΟΥ σε γυρίζει πίσω σε αναστατωμένες στιγμές, σε φιγούρες όλο χαμόγελα και ευχές, κι εκείνο τον ήχο της καμπάνας του Αγίου Δημητρίου να υποδέχεται τα πλοία.

ΠΩΣ αναδύονται όλα αυτά κάθε Πάσχα σε επαναληπτικά οπτικά πεδία!

ΌΣΟ ενηλικιώνεται κανείς τόσο ακούει την παιδική ηλικία για να καταλήξει ότι  πατρίδα είναι εκεί που στρέφεται η καρδιά.

ΌΣΟ κι αν απλώνεται σε άλλη γης σε άλλα μέρη, πάντα το κέντρο βάρους  θα αντλείται από εκεί. 

ΜΑΖΙ με τον εορτασμό του Πάσχα χαλάρωσαν και τα γεγονότα.

ΈΔΩΣΑ προτεραιότητα σε ότι ερωτεύτηκα ως παιδί πατώντας σε χνάρια αγαπημένα.

ΣΕ αυλές και σε μπαλκόνια, σε χωριά από βράχους τιτάνων και μαργαρίτες ανάκατες με στάχια.

ΚΑΙ ανακάλυψα πόσο πολύ μου έλειπε το αγνάντεμα…

ΉΔΗ αραίωσε το νησί μας από αυτοκίνητα και επισκέπτες και εγώ μένω ακόμα με το βλέμμα, μια στην παιδική αθωότητα και μια στην αναζήτηση του μέτρου της ζωής μου.

Η εκκλησία με τους εξαιρετικούς ύμνους των ημερών μού χάρισε την συνύπαρξη ιερού και εγκόσμιου, ύλης και υπέρβασης, δραστηριότητας και χαλάρωσης.

ΟΙ καλοκαιρινές μέρες με τις υψηλές θερμοκρασίες βοήθησαν ώστε να αφήσω να  χαϊδέψει το σώμα  και τη ψυχή ο  ήλιος και η θάλασσα, και να χαθώ στο φως και τη ματαιότητα.

ΜΕΣΑ στη βουή των τουριστών που ανεβοκατέβαιναν τα κουραστικά  σκαλιά από την πλατεία Μιαούλη στην Ανάσταση με θόρυβο και αναστεναγμούς κάνοντάς με να νιώσω αυτό που ο Xάιντεγκερ, εννοεί  τουρισμό: «ερημία μιας ατελείωτης ταξιδιωτικής δραστηριότητας»…

MΕΘΕΟΡΤΙΕΣ οι σκέψεις για το Πάσχα, που στάθηκε αφορμή για πολλούς να νοιώσουν ότι η ζωή τούς πήρε από το χέρι και τους τράβηξε ανακουφιστικά από τις βαριές έννοιες.

ΑΛΛΑ και για τους άλλους. Αυτούς που δεν «ανάσαναν» γλέντι και κυκλωτικούς χορούς. Ούτε έζησαν ένα ζουρ-φιξ πριν από την πασχαλινή ανάπαυση, γιατί ήταν μόνοι, ή άρρωστοι ή φρόντιζαν κάποιο άρρωστο.

ΕΙΝΑΙ τότε που απελευθερωμένη η σκέψη οδηγεί σε μέρες κιτρινισμένες από το χρόνο.

ΤΟΤΕ ανακαλείται το παρελθόν. Όταν ο χρόνος ξαναγίνεται κυκλωτικός, και μέσα στη γιορτινή ατμόσφαιρα ξεπροβάλλει σαν ηθογραφία, μια γοητεία επί πολλής, που χαράζει το νου..

ΓΙΑΤΙ μπορεί τα χρόνια να πέρασαν, να άλλαξα πατρίδες, να άλλαξα ανθρώπους και φιλίες, να άλλαξα ακόμη – υπό κάποια έννοια- και συγγενείς, αλλά  η ψυχή μου παραμένει στο πρώτο δημοτικό σχολείο της Ερμούπολης που βρίσκεται κοντά  στο σπίτι μου.

ΤΟ «Ρολόι», που μόλις άκουγα το κουδούνι να χτυπά, έτρεχα να προλάβω την πρωινή προσευχή, πριν τα μαθήματα.

ΕΙΝΑΙ αυτά τα σκαλιά, που όταν έβρεχε γινόταν χείμαρρος έτοιμος να με καταπιεί και, μουσκεμένη μέχρι τα γόνατα, έφτανα στην νεοκλασική πλατεία που περίμεναν οι συμμαθήτριες ακόμη και με ομπρέλα για μια βόλτα.

ΚΑΙ ΟΣΟ απλωνόμουν σε επαγγέλματα και ασχολίες και έγνοιες, τόσο αυτά παράμεναν χαραγμένα στη καρδιά.

ΚΑΙ ζωγράφιζαν στους τοίχους της ζωής με φόντο το απλωμένο γιασεμί, το ανθισμένο μπαλκόνι της όμορφης Αδαμαντινής με τα πολύχρωμα τριαντάφυλλα να κρέμονται και τη μεθυστική μυρωδιά της γαζίας.

ΕΚΕΙ το διάλειμμα. Εκεί το ξαπόσταμα. Εκεί η ελπίδα. Στο Πάσχα των παιδικών χρόνων όπου μαζεύαμε τα ροδοπέταλα σε μικρά ψάθινα πανέρια για να στολίσουν οι μεγαλύτερες τον Επιτάφιο… Η Θεοδώρα , η Ευφροσύνη, η Ιφιγένεια, η Καλλιόπη, η Ευτυχία..

ΜΟΣΧΟΒΟΛΟΥΣΕ το σπίτι, από το ζυμάρι στα χέρια της μάνας φτιάχνοντας -κι εμείς τα παιδιά μαζί της- τα πασχαλιάτικα κουλούρια, το ξίδι ανακατεμένο με το χρώμα βάφοντας τα κόκκινα αβγά, που μετά εμείς τα αλείφαμε με λάδι… Κι όταν ο Δημήτρης τολμούσε πριν την Ανάσταση να γευτεί το κουλούρι, γινόταν ο χαμός …..

Ο ΑΣΒΕΣΤΗΣ πάνω στις αυλές, στους τοίχους και τα μεγάλα (έτσι φάνταζαν στα παιδικά μου μάτια ) ατέλειωτα σκαλιά …

 ΌΛΑ οι νοικοκυρές τα έκαναν «καθρέφτη» καθορίζοντας η κάθε μια πόσα σκαλοπάτια θα ασβεστώσει έτσι ώστε τα μάτια να θαμπώνουν από το απέραντο πάνλευκο.

 ΚΑΙ το σπίτι, που έπρεπε να βάλει τα καλά του… Όλα έπρεπε να καθαριστούν. Και προπάντων η εκκλησία της Μεταμόρφωσης. Παρατηρούσα τις γυναίκες τα πρωινά, αλλιώτικες, πώς την ετοίμαζαν, πώς την έκαναν σιγά- σιγά ν’ αστράφτει, πώς γυάλιζαν τα μπρούντζινά της.

ΚΑΙ Η ΣΚΕΨΗ μου γυρίζει στο μικρό κορίτσι, που κλείνοντας τα σχολεία έβαζε τη σύνοψη στην τσέπη και πήγαινε στο μοναστήρι της Αγίας Βαρβάρας να ψάλλει με τις συμμαθήτριες της και τις καλλίφωνες καλόγριες …

ΜΙΚΡΕΣ τελετές, μέσα στην έκσταση του Θείου Πάθους, όπου είχα την αίσθηση του δράματος ταυτόχρονα με ένα συναίσθημα αγαλλίασης από την προσδοκία μιας υπέροχης γιορτής.

ΌΛΑ ήταν λυπημένα κι όλα ακτινοβολούσαν, ελπίζοντας να ανοίξουν οι ουρανοί… Γιατί πίστευα ότι ο Χριστός είχε αναστηθεί εκ νεκρών και περίμενα να αναστηθεί ξανά.

ΚΑΙ γιατί τη ζεστή φωλιά της παιδικής μου ηλικίας, όπου ζούσα ασφαλής κι ανυποψίαστη, δεν την είχε επισκεφθεί ακόμη ο θάνατος…

ΥΠΟΘΕΤΩ πως κάπως έτσι θα ήταν και η αρχαία τραγωδία.

ΣΥΝΕΒΑΙΝΑΝ και εκεί πράγματα συνταρακτικά  και ο λαός τα παρακολουθούσε με σεβασμό, αγράμματος και εκείνος περισσότερο από τον σημερινό.

ΜΗΠΩΣ υπάρχει μια ίσια γραμμή που διεισδύει στους αιώνες και διατηρεί μιας άλλης τάξεως ορμέμφυτη επικοινωνία με το Μυστήριο, με τα Πάθη και την Κάθαρση;

ΌΠΩΣ τα αποδημητικά πουλιά βρίσκουν με σιγουριά τον δρόμο, πετώντας σε πολύ μεγάλες αποστάσεις και βρίσκουν πάντα την παλιά τους φωλιά. Και με άγνωστο τρόπο η επιδεξιότητα αυτή περνάει από γενιά σε γενιά.

ΈΤΣΙ πιστεύω οι νησιώτες, όπου και αν ζουν, βρίσκουν το δρόμο που τους κατευθύνει στο Μυστήριο.

ΠΑΡΗΛΘΑΝ τα χρόνια, ήρθαν άλλες εποχές και πολλοί απωλέσαμε την πίστη μας.

ΜΟΝΟ ιστορικά σκεφτόμαστε την ανάγκη που έδειξε το δρόμο στους ανθρώπους να πλάσουν την καταλυτική εισβολή του Θεού στην Ιστορία με την απόκτηση υλικής υπόστασης  του Θείου Λόγου.

ΑΛΛΑ, αμφιβάλλω αν χάσαμε τον δρόμο προς το Μυστήριο, την παρορμητική επικοινωνία μαζί του.

ΕΙΝΑΙ μια μορφή εγκαρδιότητας που έχουμε ανάγκη και την αποζητούμε, όπως από ένστικτο αποζητούμε την οικειότητα του έρωτα. Γι’ αυτό πιστεύω ότι η Μεγάλη Εβδομάδα με τα πάθη και την κάθαρση της Ανάστασης είναι για τους πιστούς και τους άπιστους.

ΛAΜΠΡΟΒΔΟΜΑΔΑ… Κι εγώ έτρεξα να συναντήσω το μικρό κορίτσι που καμάρωνε με τα γιορτινά της ρούχα, τα λευκά σοσσονάκια και τα λευκά ολοκαίνουργια παπούτσια καθώς ανασταινόταν ο Χριστός… Διασχίζοντας ένα τοπίο ονείρου, απ’ όπου τόσοι αγαπημένοι είναι πλέον απόντες, και όσο πάει ξεμακραίνει…

ΞΕΡΟΝΤΑΣ πια ότι όσο μεγαλώνω τόσο λιγότερα έχω να περιμένω… Αλλά σίγουρη ότι τουλάχιστον οι αναμνήσεις με τη μάνα και τον πατέρα πρωταγωνιστές, με περιμένουν γεμάτες ανείπωτη στοργή …

ΙΣΩΣ, μου πείτε, πως όλα αυτά ακούγονται ξεπερασμένα. Με τόση επιμονή  στις αναμνήσεις και πίστη στην παράδοση.

ΜΑ αναρωτιέμαι, πόσα κερδίσαμε αλήθεια από τότε που σνομπάραμε το μοίρασμα και τη συνέχεια των ηθών και εθίμων μας;

ΤΙ κερδίσαμε από τότε που γίναμε υποκριτές με το να ανεχόμαστε τόση βία, τόση φτώχεια, τόση αδικία αλλά απαρνηθήκαμε τις ρίζες μας;

ΑΠΟ τότε που βαριόμαστε να παρακολουθήσουμε το τελετουργικό της Μ. Παρασκευής, το προσκύνημα των επιταφίων ακόμη και το «Χριστός Ανέστη» από τα χείλη του παππά;

ΤΙ κερδίσαμε από τότε που αποτινάξαμε τα τελετουργικά και ισοπεδώσαμε τα πάντα, που αποποιηθήκαμε τη γοητεία των ψαλμωδιών και τον πανηγυρισμό της άνοιξης ως ρομαντικά και εξωπραγματικά;

ΤΙ αλήθεια κερδίσαμε από τότε που απωλέσαμε εν τέλει το σεβασμό σε ό, τι μας μεγάλωσε;