«Ο υπερπληθυσμός του πλανήτη. Πεντακόσια, οκτακόσια, ακόμα και δυό χιλιάδες άτομα σε κάθε τετραγωνικό μίλι παραγωγικής γης-και η γη εξαντλείται διαρκώς από την κακή καλλιέργειά της. Παντού διαβρώσεις του εδάφους, παντού εξάντληση των μεταλλωρυχείων. Και διαρκώς μεγαλύτερη εξάπλωση των ερήμων και υποχώρηση των δασών. Ακόμα και στην Αμερική, ακόμα και σ’ αυτόν το Νέο Κόσμο, που ήταν κάποτε η ελπίδα του Παλαιού Κόσμου. Ανεβαίνει ο δείκτης της βιομηχανικής παραγωγής, κατεβαίνει ο δείκτης της αποδοτικότητας του εδάφους. Γινόμαστε πιο εύσωμοι και με καλύτερη διάπλαση, πιο πλούσιοι και πιο δυνατοί-και ύστερα, ξαφνικά, αρχίζουμε να πεινάμε ολοένα και περισσότερο… Από την επάρκεια τροφίμων στον υπερπληθυσμό και από αυτόν πάλι στην πείνα. Στη Νέα Πείνα, στην Ανώτερη Πείνα…Στην πείνα των κατοίκων των πόλεων για χρήμα, για όλες τις σύγχρονες ευκολίες, για αυτοκίνητα και ραδιόφωνα και κάθε άλλη εφεύρεση που βάζει ο νους, στην πείνα που είναι η αιτία των ολοκληρωτικών πολέμων, οι οποίοι, με τη σειρά τους, γίνονται αιτία μεγαλύτερης πείνας…» (Από το βιβλίο του Άλντους Ξάξλεϋ, «Ο πίθηκος και η αλήθεια»)

Τα είχε πει όλα ο μεγάλος συγγραφέας και οραματιστής. Από το 1949. Για σκέψου! Κι έρχονται σήμερα οι μετά Χριστόν Προφήτες, επιστήμονες, οικολόγοι κλπ.κλπ. για να μας πουν πως είναι λίγα τα ψωμιά του ανθρώπινου είδους πάνω στη γη. Αν δεν… Αν δεν, τι;

Αυξηθήκαμε και πληθύναμε. Και γεμίσαμε ετούτο τον πλανήτη, όπου η μητέρα φύση δημιούργησε, μέσα σε εκατομμύρια χρόνια, εκατομμύρια διαφορετικές μορφές ζωής, με σκουπίδια. Σκουπίδια στη γη και κάτω από τη γη και στον αέρα και στα νερά και στα ποτάμια και στις θάλασσες.

Και πηγαίνεις, για παράδειγμα, στις παρθένες βόρειες παραλίες και βλέπεις με τη μάσκα μέσα στη θάλασσα να αιωρούνται, σαν στάχτες, μικροσκοπικά κομματάκια πλαστικού και δεν τα αναγνωρίζεις και λες, μήπως είναι πλαγκτόν, μήπως είναι καμιά νεροσυρμή από τη νοτιαδούρα… όμως όχι, είναι πλαστικό. Το τρώνε τα ψάρια, το τρώμε κι εμείς.  Οι καθαριστές των βυθών μένουν έκθαμβοι από τον πλούτο των σκουπιδιών που αφήνουμε μέσα στις θάλασσες. Εκτός από τους τόνους από πλαστικές σακούλες και πλαστικά κάθε είδους και μορφής, βρίσκουν μπαταρίες, φίλτρα λαδιού, δίχτυα, λάστιχα, ακόμα και έπιπλα, ότι μπορεί να φανταστεί ανθρώπινος νους.

Και πηγαίνεις στο κλεινόν άστυ, στην Αθήνα, για να δεις φίλους και οικογένεια, και να κάνεις κάποιες δουλειές. Και βρίσκεσαι στον πλανήτη των σκουπιδιών. Λες κι έχουν κάνει παρέλασε στρατιές μπαμπουίνων. Μουτζουρωμένα τα πάντα από κάτι αλλόκοτα παρανοϊκά σχέδια που τα ονομάζουν «γκράφιτι», δε βλέπεις τοίχους, ακόμα και τα ρολά των παραθύρων είναι «διακοσμημένα» με τα αποκρουστικά αυτά σχέδια και καταλαβαίνεις γιατί οι άνθρωποι της μεγαλούπολης έχουν παραφρονήσει και γιατί έχουν πάθει ομαδική κατάθλιψη και γιατί τα νοσοκομεία-ιδιαίτερα τα αντικαρκινικά-είναι γεμάτα από μάζες αρρώστων.

Και στους δρόμους και στα πεζοδρόμια του κέντρου της πρωτεύουσας, όπου πρέπει να προσέχεις πολύ για να περπατήσεις μη γλιστρήσεις από τη γλίτσα, χυμένο το περιεχόμενο των σκουπιδοτενεκέδων, χυμένα αποφάγια και σάπια κρέατα και κόκκαλα και παχύρευστα ζουμιά από αποσυντεθειμένα τρόφιμα και βρωμερά ξεσκισμένα στρώματα και σπασμένα γδαρμένα κομματιασμένα έπιπλα κάθε είδους και μορφής και ποπ κορν σκορισμένα σε πεζοδρόμια νοσοκομεία. Ας μην πούμε άλλα γιατί, καταλαβαίνετε, και η αντοχή των στομαχιών μας είναι ευαίσθητη, ακόμα και στις περιγραφές.

Και αφού φάγαμε και ήπιαμε και γίναμε πλούσιοι κι αποκτήσαμε μηχανές να κάνουνε τις δουλειές μας κι αφού ξεκουραστήκαμε και αποκτήσαμε κοιλάρες και πατσές από το καθισιό και τη μάσα, βλέπουμε την κλιματική αλλαγή και τις καταστροφές από την τηλεόραση, αν είμαστε τυχεροί και δεν έχουμε σπίτι στο Μάτι ή στη Μάντρα ή αν δεν είμαστε αμερικανάκια με σπίτια στη Φλόριντα.

Και συνεχίζουμε να παράγουμε σκουπίδια, κάθε λογής. Από συνήθεια. Κι όταν θα πλακώσει η Μεγάλη Πείνα, η Νέα Πείνα όπως λέει κι ο συγγραφέας, πρώτα θα τη δούμε από την τηλεόραση, αλλά δεν θα είναι τόσο μακριά μας, όπως είχαμε συνηθίσει μέχρι τώρα να τη βλέπουμε στην Αφρική, θα είναι δίπλα μας, είναι ήδη δίπλα μας, αλλά δεν τη βλέπουμε, δεν θέλουμε να τη δούμε. Η πείνα!

Η αντίστροφη μέτρηση, όχι για τον πλανήτη, αλλά για μας.