ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΤΗΣ ΆΝΩ ΜΕΡΑΣ έβγαινε ο ντελάλης, ο Μανούσος ο Συριανός, και διαλαλούσε τα νέα… ότι «ο ταχυδρόμος την Πέμπτη θα βρίσκεται στην ταβέρνα του Ζουγάνε, στο καφενείο του Φλώριου, να μαζέψει «αποδοσίδια» για την Αθήνα..».

«..ΜΟΙΡΑΖΕ ΧΑΡΕΣ, νέα, ξενιτεμού επιστολογράμματα, χαμπάρια μυστικοφερμένα με βάρος πόνου ή χαράς στο άνοιγμά τους… Κάρτες πολύχρωμες από φίλους παλιούς και νεοαποχτημένους που απεικόνιζαν χώρες μακρινές.. ταξιδεμένες μόνο με τα ονειροφάνταστα μάτια των παραληπτών… και με πλοηγό τη δύναμη του νου…. Ο ερχομός του ταχυδρόμου στην πλατεία της Άνω Μεράς ήταν ένα εξαιρετικό γεγονός

ΜΕ ΓΟΗΤΕΥΣΕ η απλότητά του. Ένα βιβλιαράκι 24 σελίδων αλλά αρκετό  για να  ταξιδέψει τον αναγνώστη  σε περασμένες δεκαετίες, σε θολές αλλά όχι λησμονημένες αναμνήσεις και σε μαγικά παιδικά όνειρα.

ΑΡΚΕΤΟ και για εκείνον που δεν έχει ζήσει εκείνη την εποχή να ακουμπήσει στο στίγμα της.

Η ΔΙΗΓΗΣΗ από την Μυκονιάτισα συγγραφέα σχολικών βιβλίων Αικατερίνη Χανιώτη είναι τόσο γλαφυρή, τόσο παραστατική που, έτσι «δεμένο» με την ποικιλία των ασπρόμαυρων φωτό, μοιάζει με πραγματικό παραμύθι.

Ο ΛΟΓΟΣ για τους Ταχυδρόμους. Εκείνους, που ήταν γέφυρα «από χέρι σε χέρι» και οι «πελάτες» έπαιρναν την επιστολή νιώθοντας  στην αφή τους το χέρι του δικού τους ανθρώπου κι ήταν σαν να τον άγγιζαν. Ένιωθαν στο χέρι τους «αυτό το μυστηριώδες κάτι».

«ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ στη Μύκονο…» λοιπόν αλλά «Μια φορά κι ένα καιρό στην.. Ελλάδα..» αφού οι ομοιότητες είναι ίδιες και μόνο οι τόποι αλλάζουν …

ΤΟΤΕ «που το φασκόμηλο μύριζε ολόγυρα και τα φρύανα τα δένανε σε «αγκαλιές» στα γαϊδουράκια ..».

ΤΟΤΕ  που οι δρόμοι  ήταν ανύπαρκτοι, το ίδιο και τα τροχοφόρα και που οι λάμπες  λουξ  «άναβαν για να φωτίσουν  λίγο περισσότερο την καλοκαιρινή βραδιά».

«..ΚΙ ΟΤΑΝ ΚΟΙΜΟΜΑΣΤΕ, τον ύπνο μας συντρόφευε «ένα καντήλι θαμπερό!…

Το καλοκαίρι, το «φανάρι», κρεμασμένο στο βορεινό παράθυρο, λίγη τροβολιά..».

ΕΚΕΙΝΗ Η ΕΙΚΟΝΑ της Μυκόνου όπως και εκείνη της Ελλάδας δεν έχει καμία σχέση φυσικά με τη σημερινή.

ΤΟΤΕ Η «ΛΕΩΦΟΡΟΣ» Άνω Μεράς-Χώρας δεν ήταν παρά ένα στενό κακοτράχαλο δρομάκι, όλο λακκούβες και πέτρες..στις οποίες όλο και κάπου σκουντούφλαγες, είτε σε κάποια πέτρα, είτε τραυμάτιζες τα ξυπόλητα πόδια σου

«ΑΡΓΟΤΕΡΑ, φτιάχναμε μόνοι μας, αυτοσχέδια παπούτσια… Τα «ψύδια». Ήταν ένα κομμάτι λάστιχο αυτοκινήτου και από πάνω λιγοστά λουράκια που ελάχιστα προστάτευαν το πόδι…»

ΤΑ ΔΥΣΚΟΛΑ εκείνα χρόνια καλλιεργούσαν τη γη τους και εξασφάλιζαν τίμια το φαγητό τους και συχνά οι άντρες ξενιτεύονταν αναζητώντας δουλειά στον Πειραιά ή  σε ξένους τόπους.

Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ «βλέπει» τους «Ταχυδρόμους της Μυκόνου» – εκείνους που η παρουσία τους προκαλούσε  το αναπάντεχο, το προσδοκώμενο, την χαρμόσυνη έκπληξη, μα και κάποτε τον λυγμό του αδόκητου- με μια τρυφερή, στοργική, σχεδόν λεπτοφυή διάθεση.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ λεπτομερώς αυτόν τον προσιτό οικείο σύνδεσμο μιας μυστικής επικοινωνίας.  Εκείνον που  «γεφύρωνε» την απόσταση, γλύκαινε τον πόνο του ξενιτεμού. Γιατί η δουλειά του ήταν λειτούργημα!

ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ, αγία ημέρα, το ποίμνιο συγκεντρωνόταν στο Μοναστήρι της Παναγιάς να λειτουργηθεί,  να ενημερωθεί και να δώσει τα αποδοσίδια του..

«ΑΠΟΔΟΣΙΔΙ». Τι υπέροχη λέξη. Αυτός ο λεξοπλάστης λαός μας… Ζυμώνει κάθε λέξη με τόσα αισθήματα….

ΤΟ ΑΠΟΔΟΣΙΔΙ για τον ξενιτεμένο Μυκονιάτη ήταν «θείο δώρο.. συνήθως ένα μικρό καλάθι γεμάτο με νοστιμότατα καλούδια της φτωχής Μυκονιάτικης γης.

ΛΙΓΗ λούζα, κανένα λουκάνικο, λαρδί παστό, χουχλιούς, κρίθινο παξιμάδι που στα χρόνια της φτώχιας έτρεφε τον φτωχό Μυκονιάτη , ενώ στις μέρες μας ακριβοπληρώνεται στα καλύτερα εστιατόρια του νησιού, σύκα φουρνιστά, φραγκόσυκα,  κοπανιστή, ενώ το κρασί το έβαζαν σε φλασκιά. Το αποδοσίδι σκεπαζόταν από πάνω με ένα πανί ή λινάτσα και ραβόταν προσεχτικά γύρω -γύρω, στην περιφέρεια του καλαθιού.

ΜΕ ΑΥΤΟΝ τον τρόπο σφραγιζόταν και ήταν έτοιμο για ταξίδι!

«ΚΑΙ ΤΙ ΤΑΞΙΔΙ. Μία μικρή αργοναυτική εκστρατεία κάθε φορά» με ήρωες τους  ταχυδρόμους του νησιού: το «Μαρκάκι» ο Παπουτσάς, ο Φλώριος ο Ξενάριος, ο Νικόλας ο Παπουτσάς, ο Ζαννής ο Κοντιζάς, ο Θοδωρής ο Καραμπάτσιος, ο Θοδωρής ο Ζουγανέλης,ο «Μαρκάρας», ο «Κοντάρας», ο Δημήτρης Ασημομύτης ο Μιχάλης ο Μπελόνιας ο Δεκάριστος και μία γυναίκα, η Μαρλώ του Μιχελακιού η Ταχυδρόμισσα!

ΦΥΣΙΚΑ σε ολόκληρη παράγραφο  διευκρινίζει ότι «αυτοί οι ταχυδρόμοι λειτουργούσαν ιδιωτικά διότι Κρατικό Ταχυδρομείο υπήρχε μόνο στη Χώρα».

ΣΠΟΥΔΑΙΑ η περιγραφή των θρυλικών πλοίων της εποχής, όπου οι επιβάτες κατέβαιναν από το πλοίο με βάρκες για να φτάσουν στο νησί αλλά  για να φτάσουν στις βάρκες, χρησιμοποιούσαν μια ανεμόσκαλα και μέχρι να μπουν στη βάρκα, που ανεβοκατέβαινε ακόμα και δύο μέτρα (!), καταλαβαίνετε τι τραβούσαν…

«..ΣΤΟ ΠΛΟΙΟ ΟΙ ΕΠΙΒΑΤΕΣ της τρίτης θέσης με τα καλάθια τους και τα σφαγμένα πουλερικά και κατσίκια στοιβάζονταν σε δύο στενούς διαδρόμους.. Οι καμπίνες ήταν τόσο βαθιά χωμένες μέσα στο πλοίο που δεν αερίζονταν, καθώς δεν άνοιγαν τα φινιστρίνια για να μην μπει η θάλασσα μέσα. Παρά την έντονη δυσοσμία που ανέδυε το πλοίο και τις ατέλειωτες ώρες που έκανε για να φτάσει στον προορισμό του οι Κυκλαδίτες αγαπούσαν τόσο πολύ το «Μοσχάνθη» που του τραγουδούσαν ακόμα και σε γλέντια: «Με τη δόλια τη Μοσχάνθη, περιμένω γράμμα να ‘ρθει…»

ΠΩΣ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ από μια τέτοια περιγραφή να λείπει και ο τόπος συνάντησης. Το Καφενείο, που ήταν το στέκι των Μυκονιατών το οποίο διέθετε και «μία πολύτιμη συσκευή επικοινωνίας, το …τηλέφωνο» με το οποίο η τηλεφωνική συνδιάλεξη ήταν εμπειρία… τραυματική…

ΕΙΔΟΠΟΙΟΥΣΑΝ τον καφετζή ποιος παντρεύεται, ποιος γέννησε, ποιος… πέθανε και εκείνος, με τη σειρά του, έπρεπε να ενημερώσει τον ενδιαφερόμενο!

ΟΙ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΙ αφού προωθούσαν την πραμάτεια τους, ή την έδιναν σε γείτονες, συγγενείς, να την προωθήσουν σε αυτούς που δεν είχαν μπορέσει να την παραλάβουν οι ίδιοι, έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής στο νησί.

ΦΥΣΙΚΑ, όχι με άδεια χέρια!

ΜΕ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ και δέματα των ξενιτεμένων, με δυσεύρετα  προϊόντα  για τους Μυκονιάτες.  Κουτιά λακέρδες, άσπρο ψωμί, ζάχαρη λευκή και  ό,τι ήξεραν ότι θα γλύκαινε τον καημό της απόστασης.

ΜΕΤΑ ΕΠΕΣΤΡΕΦΑΝ με δυσκολία, φορτωμένοι, στριμωγμένοι στα άθλια λεωφορεία της εποχής, για να καταλήξουν στο λιμάνι του Πειραιά, να μπουν στο καραβάκι για το νησί..

ΚΙ ΕΤΣΙ ΣΥΝΕΧΙΖΟΤΑΝ η ζωή αυτών των ανθρώπων, που ήταν «οι μόνοι και αποκλειστικοί σύνδεσμοι των χωριανών με τα παιδιά, τις γυναίκες, τα εγγόνια τους

ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ η κ. Χανιώτη δίνει ένα καταπληκτικό μήνυμα με δεδομένη πλέον την απόλυτη αλλαγή της Μύκονου και της ζωής των κατοίκων της.

«ΣΗΜΕΡΑ, ΠΟΥ ΟΙ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΙ του παρελθόντος αναπαύονται ..και που η επικοινωνία έχει γίνει ταχύτατη , με τη σύγχρονη τεχνολογία, το διαδίκτυο, τις βιντεοκλήσεις  μην ξεχνάτε να χρησιμοποιείτε τις αισθήσεις σας όσο περισσότερο γίνεται! Να ανταλλάσετε και γραπτά τις ευχές σας!…

 ΝΑ ΝΙΩΘΕΤΕ τους κόμπους του χαρτιού! Να κρατάτε σφιχτά το μολύβι! Να επιμελείστε τον γραφικό σας χαρακτήρα..

ΝΑ ΣΜΙΛΕΥΕΤΕ ΤΟΝ ΛΟΓΟ χρησιμοποιώντας την ελληνική γλώσσα.

ΘΑ ΄ΡΘΕΙ ΚΑΙΡΟΣ, που θα αποζητάτε να αγγίξετε αυτές τις παλιές επιστολές, να τις διαβάσετε ξανά, να πάρετε κουράγιο, να ξανανιώσετε το χέρι που σας τις έδινε με τόση λαχτάρα, πριν από χρόνια…

ΓΡΑΦΕΤΕ ΛΟΙΠΟΝ, ΓΡΑΦΕΤΕ με μολύβι και χαρτί, και προσπαθήστε να γίνετε κι εσείς στο μέλλον ταχυδρόμοι, αγγελιοφόροι ενός λαμπρού μέλλοντος για τα παιδιά σας και τα εγγόνια σας! Αντλήστε δύναμη από τους Ταχυδρόμους της Μυκόνου, που με αυτοθυσία, για πολλά- πολλά χρόνια, ασκούσαν αυτό το λειτούργημα!

ΈΝΑ ΘΑΥΜΑΣΙΟ ΜΗΝΥΜΑ στην εποχή της ψηφιακής πραγματικότητας που έχει υποκαταστήσει τα πάντα και η γραφική μορφή του ταχυδρόμου, που θέριευε την αποσταμένη ελπίδα κάθε ανθρώπου θεωρείται  ξεπερασμένη γραφικότητα.

ΜΙΑ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ με ιστορικές καταγραφές που οφείλεται στην ιδέα του Μητροπολίτη Σύρου Δωροθέου Β’ ο οποίος στην ετήσια εορτή της Αδελφότητος Ανωμεριτών Μυκόνου πρότεινε να γίνει ομιλία με θέμα τους ηρωικούς  ταχυδρόμους της Μυκόνου.

ΟΜΙΛΙΑ, η οποία εντυπωσίασε τόσο ώστε για να μείνει καταγεγραμμένη η ιστορία των ταχυδρόμων της εποχής, τυπώθηκε σε  έκδοση της Ιεράς Μονής Μυκόνου  και διατίθεται δωρεάν από την  Μητρόπολη Σύρου έως ότου εξαντληθεί!