ΕΙΝΑΙ μάλλον αδύνατο να κλείσει κανείς μέσα σε δυο σελίδες  τη ζωή μιας συριανής που κατάφερε μέσα από ένα μοναχικό αγώνα με το Υπουργείο Πολιτισμού να ενταχθεί το τοπικό χαρακτηριστικό προϊόν της Σύρου- αυτό με το οποίο την ξέρει όλος ο κόσμος – το συριανό λουκούμι-  στον εθνικό κατάλογο άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς.

ΕΙΝΑΙ απολύτως εφικτό, όμως, να παραδώσει αποστάγματα ουσίας, ειδικά αν έχει μια ξεκάθαρη «χημεία» με την ιστορία του νησιού.

ΑΝΑΜΦΙΣΒΗΤΗΤΑ μας έκανε υπερήφανους.

ΟΜΩΣ,  υπερήφανο πάνω απ’ όλα, έκανε το Σύλλογο Μικρασιατών Ερμούπολης του οποίου είναι από τα ιδρυτικά στελέχη.

ΘΥΜΑΜΑΙ, μόλις είχα τελειώσει μια ομιλία στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου για την Ημέρα Μνήμης Γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας  όταν αποφασίσαμε να ιδρύσουμε αυτόν τον σύλλογο που σήμερα μετρά 10 χρόνια ζωής, κι εκείνη ήταν από τα πλέον ένθερμα στελέχη του,  μιας και δεν έπαψε ποτέ να εκλέγεται και να ανήκει στο διοικητικό συμβούλιο.

ΑΠΟ πατέρα Σμυρνιό και μητέρα Κωνσταντινουπολίτισσα  που ήλθαν αποδιωγμένοι το 1922 στη Σύρο με τον πατέρα της 15χρονο αγόρι ανάπηρο, αφού οι Τούρκοι τού έλιωσαν το πόδι..

ΟΙ αγάπες της πολλές:  Η οικογένειά της, οι καταβολές της, το λουκούμι, η πολιτιστική κληρονομιά, η συλλογή αρχειακού υλικού, ο αγώνας για το ακατόρθωτο, η ατελείωτη δίψα για μάθηση, το λιμάνι όπου γεννήθηκε, μεγάλωσε και είναι υπερήφανη,  η ανάγκη της να στοχεύει ψηλά, η θάλασσα που της γεννά ελευθερία.

ΟΙ πληγές της πολλές: Όχι μόνο γιατί τον πατέρα της που έστησε το λουκουματζίδικο στην παραλία τον φώναζαν «σακάτη» κι εκείνη «κόρη του σακάτη» αλλά και γιατί την ίδια- μέσα σ’ εκείνα τα μαύρα χρόνια της φτώχιας και του αγώνα για επιβίωση – κάποιες συμμαθήτριές της τη φώναζαν «τουρκοσπορίτισσα.

ΜΑΛΙΣΤΑ ήταν τόσος ο θυμός της, που κάποια στιγμή δεν άντεξε, και όταν αυτή η συμμαθήτρια επανέλαβε την ύβρη, εκείνη τής έδωσε μια σπρωξιά  με αποτέλεσμα «να πάρει σβάρνα όλη τη σκάλα του σχολείου».

ΌΛΟΙ γνωρίζουμε την Ντίνα Συκουτρή.

ΈΝΑ ανήσυχο πνεύμα, μια αεικίνητη γυναίκα η οποία κρατά μόνη της το λουκουμοποιείο το οποίο  κληρονόμησε από τον πατέρα της, έναν άνθρωπο που υμνεί τη σοφία της επιμονής στο στόχο, μια πατριώτισσα η οποία δεν έπαψε ποτέ να δηλώνει παρουσία στα δρώμενα της γενέτειρας.

ΜΕΣΑ από την αφήγησή της διακρίνουμε μια αγωνίστρια της προόδου και των γραμμάτων.

Η εξομολόγησή της αποτελεί καταβύθιση στο παρελθόν που την καθόρισε και ένα μάθημα τόλμης  για τους νέους που, όπως θα πει η ίδια, «δεν πρέπει να λιποψυχούν στα πισωγυρίσματα γιατί πάντα υπάρχει ένας δρόμος ανοιχτός».

ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ το σχολείο για να βοηθήσει την οικογένειά της στο λουκουμοποιείο.

ΕΙΝΑΙ πραγματικά ύμνος αγάπης για τη ζωή, η ζωή της, αφού επέστρεψε στο γυμνάσιο μετά από 11 χρόνια και το τελείωσε σε ηλικία 30 χρόνων.

ΚΙ ενώ πάντα εργαζόταν στο εργαστήρι λουκουμιών, κατόρθωσε 32 χρόνια μετά να τελειώσει στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο, το Τμήμα Ανθρωπιστικών Σπουδών -τον Ελληνικό Πολιτισμό- το 2016 σε ηλικία 72 χρόνων!: «Όταν σταμάτησα από το σχολείο, δεν σταμάτησε για μένα ούτε ο δρόμος, ούτε το όνειρο, ούτε η επιθυμία. Είπα στους γονείς μου τότε το 1958. Εγώ και 100 χρόνων να πάω θα τελειώσω και το γυμνάσιο και το πανεπιστήμιο».

ΔΕΝ ήταν όμως η μόνη που δούλευε στο λουκουματζίδικο του πατέρα της.

ΟΙ περισσότεροι λουκουμοποιοί είχαν και τα παιδιά τους να τους βοηθούν.

ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ τα καλοκαίρια όλα τα παιδιά των λουκουμοποιών δούλευαν στα εργαστήρια.. «Από τότε με τα παιδιά των συναδέλφων του πατέρα μου κάναμε και κάνουμε παρέα.. Τότε, τα απομεσήμερα με τη φοβερή ζέστη τρέχαμε στην παραλία στα «Κύματα» και όπως είμαστε ασπρισμένα  από την λουκουμόσκονη πέφταμε στη θάλασσα και τότε έλεγα ότι η θάλασσα γινόταν γλυκιά».

ΈΧΕΙ μεγάλη τάση να ψάχνει αρχεία. … «Μάζευα κάθε τι που αφορούσε το λουκούμι. Κουτιά, τιμολόγια, ετικετούλες, σφραγίδες.. Για μένα η σωτηρία αυτών των χαρτιών, αυτών των αρχείων ήταν σαν να έσωζα ψυχές. Τα προσωποποιούσα και τους έδινα υπόσταση..»

ΈΝΤΟΝΗ η επιθυμία της για μόρφωση: «Έφευγα από το μαγαζί… πήγαινα στο μόλο κι έκλαιγα τόσο πολύ που δεν πήγαινα σχολείο που έλεγα ότι η θάλασσα γινόταν πιο αλμυρή».

ΤΗΝ καθόρισε, όπως θα πει με υπερηφάνεια  η μικρασιατική καταγωγή της και η δύναμη του αγώνα.

«ΜΕ το χέρι στην καρδιά λέω ότι πρέπει να αγωνιζόμαστε.

ΟΙ πρόγονοί μας ήλθαν ρακένδυτοι, δεν είχαν πού την κεφαλήν κλίναι και όχι μόνο στάθηκαν στα πόδια τους, αλλά έκαναν οικογένεια και μεγαλούργησαν μεταφέροντας τον τρόπο ζωής των τόπων που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν.

Ο κάθε άνθρωπος ξεκινά τη ζωή του από τα ερεθίσματα της οικογένειάς του.

Ο παππούς μου εργαζόταν στην Οθωμανική Τράπεζα –  και-ποιος του τόλεγε-  εδώ  έγινε ψαράς… νόμιζε ότι στην Ελλάδα που ήλθε θα εργαζόταν πάλι σε τράπεζα…» λέει με το ανάλογο ύφος.

ΤΗΝ στιγμάτισε το γεγονός ότι μεγάλωσε στο λιμάνι καθώς αυτός ο τρόπος ζωής διαμόρφωσε τον χαρακτήρα της: «Χαίρομαι ιδιαίτερα που είμαι γυναίκα και μεγάλωσα στο λιμάνι.. Είχα την ευτυχία-  και το λέω με υπερηφάνεια- ποτέ δεν έδωσα δικαίωμα σε κανένα άτομο να πει το παραμικρό γι’ αυτόν τον τρόπο ζωής μου. . .»

ΑΠΟ πολύ μικρή μάζευε ότι της φαινόταν χρήσιμο: «Η μεγάλη μου αγάπη να μαζεύω παλαιά έγγραφα και αντικείμενα ξεκίνησε από το λουκουμοποιείο αρχές του 1960 όταν άρχισαν να αδειάζουν αρχοντικά  σπίτια. Τις περισσότερες βιβλιοθήκες τις έβαζαν πάνω στα κάρα και άδειαζαν τα βιβλία σε όλα τα λουκουμοποιεία για προσάναμμα στα τζάκια.. Ο πατέρας μου δεν έκαψε ούτε ένα. Τα βάζαμε μέσα σε ξύλινες κούτες, τις κλείναμε κι έτσι σώθηκαν.».

ΑΠΟ 10 χρόνων όταν άλλα παιδιά έπαιζαν, εκείνη περπατούσε στα χώματα στο λιμάνι, ψάχνοντας.

ΚΑΠΟΙΑ στιγμή μάλιστα σκέφτηκε να πάρει μια σιδερένια «μπετόβεργα»  και να τη βυθίσει στο χώμα με την ελπίδα ότι αυτή θα σκόνταφτε σε κάποιο αρχαίο άγαλμα.

ΤΟΤΕ ήταν που αποφάσισε να γίνει αρχαιολόγος.

ΕΨΑΧΝΕ να βρει ξύλα από παλιές βάρκες χωρίς να ξέρει πώς θα τα χρησιμοποιήσει.: «Όλοι γεννιούνται έχοντας στον γενετικό κώδικά τους κάποια στοιχεία που δεδομένης συγκυρίας βγαίνουν προς τα έξω».

ΈΧΕΙ δουλέψει πάρα πολύ στη ζωή της.

ΣΤΑ 14 της, στην Δευτέρα Γυμνασίου οι γονείς της, τής ανακοίνωσαν ότι πρέπει να εγκαταλείψει το σχολείο επειδή η μητέρα της αρρώστησε πολύ βαριά και έπρεπε να βοηθήσει τον πατέρα της στο λουκουμοποιείο.

ΤΕΣΣΕΡΑ παιδιά. Η μεγαλύτερη αδελφή της ασθενική και τα δυο αγόρια μικρότερα από εκείνη. «Θα θυμούνται οι συμμαθήτριες μου που κάθε πρωί πήγαινα στην αυλή του σχολείου- δεν με άφηναν βέβαια να μπω στην τάξη- καθόμουν στα σκαλάκια κι έκλαιγα.. Τότε  οι καθηγήτριες με πήγαιναν στο μαγαζί…

..ΣΙΓΑ – σιγά το αποδέχτηκα γιατί ήταν επιλογή μου από τη στιγμή που έπρεπε να αναλάβω το βάρος της οικογένειας, όμως δε σταμάτησα να πηγαίνω στα Γαλλικά, στις Καλόγριες, στον Προσκοπισμό, στο Κατηχητικό  και μεγαλώνοντας  να λαμβάνω μέρος στις πρώτες θεατρικές ομάδες.

ΔΕΝ έφυγα ποτέ από το Λύκειον Ελληνίδων Σύρου και είμαι φίλη πάντα με τη σημερινή πρόεδρο Χριστίνα Λιγοψυχάκη που από τα παιδικά και εφηβικά μας χρόνια ήταν από τα λίγα άτομα που ήξερε πως ένοιωθα και παρότι ανήκε στην αστική τάξη ερχόταν στο εργαστήριο και με βοηθούσε φτιάχνοντας κουτάκια…

ΌΛΑ αυτά τα χρόνια δεν σταμάτησα ούτε να διαβάζω, ούτε να μαζεύω ότι παλαιό υλικό έβρισκα…

ΜΕΤΑ από 11 χρόνια κι όταν έγινε καλά η μητέρα μου πήγα στην Αθήνα στο Βαρβάκειο νυχτερινό γυμνάσιο στην τρίτη τάξη και παράλληλα δούλευα.

ΤΕΛΕΙΩΣΑ το γυμνάσιο το 1974 και ένα μήνα μετά παντρεύτηκα… όμως δεν θα σταματήσω ποτέ να τονίζω ότι ό, τι πιο καλό μου συνέβη είναι ότι γεννήθηκα στο λιμάνι… Να είσαι κορίτσι, να γίνεις έφηβη, να γίνεις γυναίκα και όλο αυτά τα στάδια να τα περάσεις μέσα στο λιμάνι, σε μια ανδροκρατούμενη περιοχή  όπου ε ίχες να κάνεις με ναυτικούς, με  καβοδέτες,  με  λιμενεργάτες, με  μαουνιέρηδες και με όρους που έπρεπε να  τηρούνται χωρίς κανείς να σου τους επιβάλλει.

Μ’ ΕΣΩΣΕ ότι ήμουν ευπροσήγορη γιατί οι άνθρωποι του λιμανιού είχαν πάντα μια ειλικρίνεια που με άγγιζε με αποτέλεσμα να υπάρχει αλληλοσεβασμός…»

ΤΙ της έλειπε λοιπόν αφού ήδη είχε οικογένεια με δυο παιδιά και ήταν μια αναγνωρισμένη επαγγελματίας να θέλει πανεπιστημιακές σπουδές σε τόσο μεγάλη ηλικία;

«ΘΕΩΡΩ  ότι  ο  άνθρωπος  από τη στιγμή που γεννιέται έχει μέσα στο μυαλό του ένα καταγεγραμμένο πρόγραμμα που ούτε ο ίδιος το ξέρει αλλά το βρίσκει μπροστά του σιγά – σιγά. Εγώ ήμουν τρισευτυχισμένη όταν πήγαινα στο σχολείο…

..ΕΙΠΑ θα τα κάνω όλα. Θα δουλέψω, θα κάνω οικογένεια, θα φροντίζω τους δικούς μου αλλά τα σχολεία θα τα τελειώσω. Τα είχα ανάγκη. Δεν μου έφτανε να διαβάζω μόνη μου. Ήθελα και τις σπουδές, όμως στο διάστημα των πανεπιστημιακών σπουδών πέρασα δύσκολες μέρες. Αρρώστησε και πέθανε η κατάκοιτη μητέρα μου, αρρώστησε η πεθερά μου, απέκτησα εγγόνια, φρόντιζα την αδελφή και τον αδελφό μου».

ΤΗΣ άρεσε να ανακαλύπτει. Να ψάχνει σε γκρεμισμένα κτήρια, σε αποθήκες.

ΠΑΝΤΑ είχε την αίσθηση ότι κάτι πολύ σπουδαίο θα βρει να σώσει.

ΌΤΙ μαζεύει το προσφέρει, αφού πρώτα έχει φωτογραφηθεί με το εύρημά της.

ΕΧΕΙ δωρίσει πάρα πολύ αρχειακό υλικό στο Ιστορικό Αρχείο Ερμούπολης, στην Δημοτική Βιβλιοθήκη και διάφορα παλαιά αντικείμενα στο Βιομηχανικό Μουσείο.

ΑΥΤΗ η αγάπη της για τη στέγαση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς την έκανε να ψάχνει και για κτήριο στέγασης της μικρασιατικής μνήμης.

ΕΚΕΙΝΗ ανακάλυψε το χώρο που ενώ ήταν γεμάτος σκουπίδια, άχρηστα αντικείμενα, ποντίκια και κατσαρίδες σήμερα απόλυτα εξωραϊσμένος στεγάζεται η Στέγη Μικρασιατικής Μνήμης του συλλόγου.

ΤΟ ανακάλυψε, το μετέφερε στον πρόεδρο του συλλόγου κι εκείνος έκανε τις δέουσες ενέργειες για να έχουμε σήμερα οι Μικρασιάτες το δικό μας καταφύγιο  μνήμης.

ΕΚΕΙΝΟ που εντυπωσιάζει είναι η επιμονή της στην ανάδειξη του προϊόντος που αγάπησε και δούλεψε τόσο πολύ.

ΓΙ΄ ΑΥΤΟ ξέρει απέξω κι ανακατωτά την ιστορία του.

ΌΜΩΣ, γιατί τόση επιμονή για το λουκούμι αφού είναι τοις πάσι γνωστό ότι η Σύρος συνδέεται άμεσα με αυτό το γλυκό;

ΠΟΤΕ δεν της άρκεσε ότι η Σύρος φημίζεται για τα λουκούμια της. Ήθελε πάντα κάτι παραπάνω.

ΌΠΩΣ άλλωστε  και σε όλα στη ζωή της.

ΈΤΣΙ άρχισε πριν από 50 χρόνια ένα δρόμο που χωρίς και η ίδια να έχει συνειδητοποιήσει τις συμπληγάδες του, θα την οδηγούσε σε μια πανελλήνια και γιατί όχι παγκόσμια επιτυχία.

ΗΘΕΛΕ να δικαιώσει αυτούς τους ανθρώπους που έφτασαν με μια βάρκα ρακένδυτοι από τα παράλια της Μικράς Ασίας στο λιμάνι της Ερμούπολης και μέσα στο μυαλό τους είχαν  πώς θα μπορούσαν να επιβιώσουν   μεταφέροντας τη γνώση τους.

ΚΑΙ απεδείχθη, ότι δεν έκανε λάθος. «Αυτοί οι άνθρωποι το 1822 έχτισαν την Ερμούπολη, με τα σπίτια, τις εκκλησίες , τα κτήρια. Και μαζί με αυτά και το γλυκό τους. Σαν απαντοχή. Διότι πως είναι δυνατόν στην Πρώτη Παγκόσμια Έκθεση Τροφίμων στο Παρίσι στα Ολύμπια να πάρει το 1850 η «Λουκουμοποιία Σταματελάκης»  της Σύρου το πρώτο βραβείο λουκουμιού – Χαλβαδόπιτας!

«..ΕΓΩ όταν δούλεψα στο λουκούμι ήδη είχαν περάσει 130 χρόνια και δεν είχε σταματήσει ούτε μια μέρα η παραγωγή του.

ΑΚΟΜΗ και στον πόλεμο έβγαινε. Έδιναν στους Ιταλούς κηπευτικά και έπαιρναν ζάχαρη.

ΑΛΛΑ και στη Χούντα τα χειροποίητα κουτιά λουκουμιού έπαιζαν ρόλο ταχυδρόμου.

ΚΑΠΟΙΟΙ ειδικοί ξεκολλούσαν τον χαρτονιένο πάτο, τον έκοβαν στη μέση, έγραφαν σημειώματα, τον ξανακολλούσαν, έμπαινε κανονικά το σελοφάν και πάρα πολύ ωραία πήγαιναν στις φυλακές Αβέρωφ  στους φυλακισμένους  φοιτητές. Είχαν γεμίσει οι φυλακές Αβέρωφ λουκούμια Συκουτρή ώσπου κάποιες φορές παίρναμε και από άλλους συναδέλφους για να μην υποψιαστούν οι φύλακες. Βέβαια κάποια στιγμή ένας φύλακας άνοιξε το κουτί, ξετίναξε το χαρτί αλλά δεν πήγε το μυαλό του να ξεκολλήσει τον πάτο. Κι έτσι το κουτί με τα λουκούμια πήγε άδικα..»

ΟΤΑΝ ξεκίνησε πριν μερικά χρόνια ανάμεσα στην προβολή της Σύρου και η προβολή του λουκουμιού και συνεργεία εξ Αθηνών έκαναν έρευνα η Ντίνα, τυχαία, βρέθηκε στην επικαιρότητα μιας και όπως θα πει, «το Λουκουμοποιείο της δεν ήταν ενταγμένο στη λίστα επισκέψεων».

ΠΑΡΟΛΑ αυτά απροσδόκητα ένα μεσημέρι κι ενώ ήταν στο εργαστήριο  δέχτηκε ένα τηλεφώνημα όπου της ζητούσαν να το επισκεφτούν.

ΥΠΟΔΕΧΤΗΚΑΝ απροετοίμαστοι  διάφορους σεφ (Ηλία Μαμαλάκη, Ντίνα Νικολάου), τον διευθυντή της εφημερίδας «Καθημερινή» και τόσους άλλους οι οποίοι ενθουσιάστηκαν από το ρετρό περιβάλλον και τη νοστιμιά των λουκουμιών.

ΜΕΤΑ το δημοσίευμα στο περιοδικό «Γαστρονόμος» (το οποίο σε εκδήλωση στο «Ζάππειο»  την βράβευσε με το πρώτο βραβείο για μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις») έλαβε από το υπουργείο ένα έγγραφο όπου της ζητούσαν να επικοινωνήσουν, προκειμένου να τεκμηριώσει γιατί το λουκούμι μπορεί να ενταχθεί στον εθνικό κατάλογο άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς.

Η πορεία της σε όλο αυτό  το δρόμο ήταν μοναχική.

«ΕΝΗΜΕΡΩΣΑ τους συναδέλφους και τους ζήτησα τη βοήθειά τους. Όλοι μου έλεγαν «Μπράβο, Μπράβο Ντίνα, κάντο». Και παλαιότερα που είχα ζητήσει και τη βοήθεια Νομαρχίας, Περιφέρειας κλπ. για να γίνει το λουκούμι ποπ, κανείς δεν βοήθησε.  Ήταν αδιάφοροι. Περισσότερο με βοήθησαν φίλοι άσχετοι με το επάγγελμα  και εκτός Σύρου. Βρήκα ό,τι στοιχεία είχα συγκεντρώσει, συνέλλεξα το απαραίτητο υλικό και τις ιστορικές πηγές τεκμηρίωσής του έτσι ώστε να συνταχτεί ο φάκελος που κατατέθηκε στη Διεύθυνση Νεότερης Πολιτιστικής  Κληρονομιάς  ο  οποίος  έγινε ομόφωνα αποδεκτός από Επιστημονική Επιτροπή που στελεχώνεται από ακαδημαϊκούς».

ΕΤΣΙ, σήμερα χάριν της Μικρασιάτισσας  Ντίνας  Συκουτρή,  το λουκούμι περνά σε άλλη εποχή.

ΟΔΕΥΕΙ στο δρόμο προς τη Γενεύη. Προς την Unesco προκειμένου να ενταχθεί στον παγκόσμιο κατάλογο άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς.

«ΓΙΑ μένα ήταν μια νίκη της αλήθειας» θα πει με βουρκωμένα μάτια  «Και η αλήθεια είναι ότι οι πρόγονοί μας πίστεψαν σ αυτήν, πίστεψαν στο προϊόν, το κράτησαν ψηλά και φαίνεται ότι η πίστη τού καθενός σε ότι κάνει τον δικαιώνει έστω και μετά από δυο αιώνες»!