«Αυτή η κληρονομιά, είναι ανυπολόγιστης αξίας, γιατί φέρει τη δύναμη του παρελθόντος και δημιουργεί τη δυνατότητα του μέλλοντος». Με αυτά τα λόγια έκλεινε το πρώτο μέρος του άρθρου μας την προηγούμενη εβδομάδα.

γράφει η  Φλώρα  Μπαρμπέτα

Οι ορισμοί «πολιτιστική κληρονομιά», «πολιτισμός», «κουλτούρα», ίσως να έχουν γίνει λίγο «βαρετοί», να ακούγονται λίγο «κλισέ», «τετριμμένοι», «κοινότυποι»  καθώς τους συναντάμε σε όλα τα κείμενα επιστημονικά, λογοτεχνικά, σε βιβλία ή στο διαδίκτυο. Με τέτοιους ορισμούς πλαισιώνεται η βασική ρητορική σε πολλές διαφημίσεις και καμπάνιες σχετικά με τόπους, ή μουσεία, ή καλλιτεχνικά γεγονότα και φεστιβάλ.

Και όμως, όσο και αν στην καθημερινότητά μας δεν το αντιλαμβανόμαστε, αποτελούν την «αιχμή του δόρατος» στη ζωή μας. Είναι η συγκολλητική ουσία ανάμεσα σε μας τους ανθρώπους κυρίες και κύριοι. Σε ένα κόσμο που συνεχώς αλλάζει, με ιλιγγιώδη ταχύτητα, οι πολίτες, οι επισκέπτες, οι κάτοικοι, όλοι έχουμε την ανάγκη για μια κοινή σύνδεση, ένα κοινό παρελθόν! Πέρα από την ψυχολογική διάσταση, υπάρχει και η πραγματική πραγματικότητα, η στρατηγική που ακολουθούμε για τη διατήρηση και συνέχιση αυτής της κληρονομιάς. Η αναφορά γίνεται στους γενικούς κανόνες που ακολουθούνται διεθνώς, και όχι στις ειδικές εξαιρέσεις που βιώνουμε στη χώρα μας. (Τα σχόλια δικά σας).

Το Υπουργείο Πολιτισμού, αναλαμβάνει την δημιουργία και ανάπτυξη μηχανισμών που προστατεύουν και διασφαλίζουν την βιωσιμότητα της πολιτιστικής κληρονομιάς, είτε αυτή αφορά υλικά είτε άυλους θησαυρούς. Οι μηχανισμοί αυτοί εμπεριέχονται στο management, στη διοίκηση και διαχείριση των πολιτιστικών θησαυρών μιας χώρας. Πρακτικά αυτό σημαίνει τμήματα συντήρησης, αποκατάστασης, μουσειολογίας, αρχαιολογίας, ιστορίας, αρχιτεκτονικής, και έναν παχουλό προϋπολογισμό. Πολύ, πολύ χρήμα για να ξοδέψεις.

Και θα σκεφτεί κάποιος «ωραία, και εμένα τι με νοιάζει δηλαδή;» Και θα απαντήσω «σε νοιάζει και σε παρανοιάζει». Πρώτον διότι έτσι θα συνεχίσεις να λέγεσαι Έλληνας, Άγγλος, Γάλλος, Πορτογάλος, που σε νοιάζει και το θέλεις. Τοποθετείς την τοπική ζωή στην μοντέρνα κοινωνία. Και δεύτερον γιατί με αυτό το εργαλείο της ανυπολόγιστης αξίας, όπως αναφέραμε, ενδυναμώνεις τον τόπο σου, και θεμελιώνεις αυτό που ο σύγχρονος κόσμος ονομάζει “creative city”,  «δημιουργική πόλη».

Την προσοχή σας τώρα παρακαλώ. Η πολιτιστική κληρονομιά προσεγγίζεται από δυο οικονομικούς όρους. «Valuation» και «Valorisation»,  με τον πρώτο όρο γίνεται αναφορά στην αποτίμηση της αξίας ενός μνημείου, και με τον δεύτερο όρο στην αξία που προστίθεται στο μνημείο. Η πολιτιστική και η οικονομική αξία ενός μνημείου είναι δυο αντίθετες έννοιες. Η πολιτιστική προσέγγιση ξεκινά με την αναγνώριση της κληρονομιάς, και με όλα όσα ένας εθνικός οργανισμός οφείλει να πράξει όπως αναφέραμε. Η οικονομική διάσταση συνδέει  την πολιτιστική αξία και τη διαχείριση προκειμένου να αναπτύξει προϊόντα και υπηρεσίες τα οποία παράγονται από την πολιτιστική κληρονομιά.

Με απλά λόγια ένα πλούσιο παρελθόν, ανοίγει ορίζοντες για ένα αισιόδοξο μέλλον. Με ακόμα πιο απλά λόγια, μπορεί να μην διαθέτουμε τις παραλίες άλλων κοντινών μας νησιών, διαθέτουμε μνημεία ιδιαίτερα ελκυστικά. Μόνο μην με ρωτήσετε που θα βρούμε τα … λεφτά. !!!

Εδώ θα κλείσω το άρθρο, αλλά θα παραμείνουμε σε αυτή την ενότητα, του πολιτισμού. Θα σας πω την άλλη εβδομάδα τι μπορούμε να κάνουμε.