Οι χαρές μας ήταν πολλές. Όταν χιόνιζε το βράδυ, ο ουρανός ήταν κάτασπρος. Τούφες, τούφες έπεφτε πυκνό το χιόνι. Τι χαρά που είχα. Περίμενα το πρωί να το ‘χει στρώσει.

Κι έλαμπαν τα μάτια μου όταν το πρωί άνοιγες τα σφαλισμένα παντζούρια και το’ χε στρώσει. Έλα Μαριάννα, τρέξε…ένα μέτρο χιόνι! Μου έλεγε ο μπαμπάς.

Κι όλα ήταν κάτασπρα. Υπέροχα όμορφα. Ζεστούλα μεσ’ το σπίτι και φυσικά δεν θα πήγαινα σχολείο. Το μεσημέρι άχνιζε η φασολάδα στο τραπέζι με το τουρσί να τη συνοδεύει ή το νόστιμο μακεδονίτικο λουκάνικο με πράσο.

Σκεπασμένοι με τις κουβέρτες λέγαμε διάφορα και γελούσαμε. Κάστανα ψήναμε πάνω στη σόμπα και μύριζε όλο το σπίτι.

Ο μπαμπάς έπαιζε τραγούδια με τη φυσαρμόνικα. Έπαιζε και χορεύατε μαζί τανγκό. Θαυμάσιο ζευγάρι, έλεγα, σας καμάρωνα. Ήσασταν όμορφοι πολύ, κι οι δύο, μέσα στο γέλιο… Πετούσατε στο χορό…

Εσύ με το πελώριο χαμόγελό σου, έλαμπες από χαρά. Με πόση αγάπη σε κρατούσαν τα χέρια του. Κι φυσαρμόνικα που έπαιζε, πόσο απλή και γλυκιά…

Ερχόταν από την αποθήκη που είχαμε τα ξύλα όλου του χειμώνα, φορτωμένος με μια αγκαλιά ξύλα.

-«Νόγκου στουντένου (πολύ κρύο)», έλεγε. «Άαμπα σιό ντα τι κάζιουμ, νόoγκου στουντένου. (τι να σου πω, πολύ κρύο)».

Καθόμουν στο παράθυρο κι έβλεπα το χιόνι. Τα κλαδιά των δέντρων στην αυλή μας φορτωμένα από χιόνι, λύγιζαν απ’ το βάρος του. Πουλιά παγωμένα απ’ το κρύο πλησίαζαν με περισσότερο θάρρος στο παράθυρο κι εμείς τους ρίχναμε ψίχουλα να τα ταΐσουμε.

Ο μπαμπάς έπαιρνε το φτυάρι κι άνοιγε το δρόμο. Βουλιάζαμε ως το γόνατο μέσα στο χιόνι. Δεν μπορούσα να διασχίσω την αυλή. Χανόμουν μέσα σε ένα λευκό πάπλωμα. Όλα με παρέσερναν στη λευκή τους μαγεία. Με συνέπαιρναν.

Κι ο παππούς Αριστοτέλης μου φώναζε,
-«Α έλα ντε…» κρατώντας μια τεράστια χούφτα χιόνι στο ένα χέρι κι έκανε πως με σημάδευε, να μου το πετάξει, ν’ αρχίσουμε χιονοπόλεμο.
Εγώ τον κοιτούσα μεσ’ απ’ το παράθυρο με κολλημένη τη μύτη στο τζάμι και γελούσα.

Η αυλή μας ήταν πίνακας ζωγραφικής. Τέτοια ομορφιά… Δεν θα σβήσει ποτέ από τη μνήμη μου. Το φως, τα χρώματα αυτής της ζωγραφιάς, κανένας ζωγράφος δεν μπορεί να πετύχει.

Η δαμασκηνιά, οι τριανταφυλλιές στην αυλή μας, οι γλάστρες όλα κατάλευκα, μαγικά.

Όλα αυτά πόσο ζέσταιναν τις καρδιές μας. Πόσα και πόσα ωραία αλλά και δύσκολα μας έκαναν ν’ αγαπηθούμε. Πόσο τα φώτιζαν και τα καθάριζαν όλα. Κι έμεινε καθαρή, κι η μνήμη, κι η καρδιά.

Ανοιγοκλείνω τα βλέφαρά μου,
να ΄ρθει η εικόνα σου,
μπροστά στα μάτια μου, να μη χαθεί.

Δάκρυα κυλούν…
Δεν πέρασε ούτε ένας χρόνος.

Η παρουσία μιας ζωής
πως μπορεί να ξεχαστεί σ’ έξι μήνες.
Κοντά μισός αιώνας ζωής στο πλευρό μου.

Όπως μπόρεσες πάλεψες με τον εαυτό σου.
Λάθη και σωστά. Εμείς τα σωστά θυμόμαστε.

Το πελώριο χαμόγελό σου με αγκάλιαζε πάντα.

Ήρθε η ώρα να φύγεις.
Όλα ήθελες να τα ορίζεις.
Κι αυτό μόνη σου το αποφάσισες.

Κοντά του να πας, όχι άλλο μόνη.
Εμείς έχουμε τη ζωή μας.

Εσύ δεν ήθελες τέτοια…
Μόνη σ’ ένα άδειο σπίτι,
χωρίς τον άνθρωπό σου.

Μιλούσες με τις μνήμες σου.
Έβλεπες φωτογραφίες παλιές.

Έχασες αγαπημένα αδέρφια. Μόνη πια…
Δε βαστιέται η μοναξιά μάνα, δε βαστιέται…

**************************

Το καλοκαίρι θα ΄ρθω στην πατρίδα
να κάνω το μνημόσυνο σου,
ν΄ ανταμώσω το σπίτι μου το πατρικό
κι εσάς μέσα σ΄ αυτό.

Αν ανοίξεις τα φύλλα της καρδιάς μου
αυτό είναι μέσα. Φωτισμένο απ΄ όλους τους
ήλιους.
Του χειμώνα, της άνοιξης, του καλοκαιριού,
του φθινοπώρου.

Ζωγραφιά στα μάτια μου είναι αυτό το σπίτι.
Πινέλα τα χέρια των ανθρώπων που αγάπησα.

Χρώματα τα χρώματα της πατρίδας. Φως, το φως του Βοριά.

Το καλοκαίρι θα ‘ρθω να τ’ αγκαλιάσω σαν να είναι άνθρωπος. Αυτό μου απόμεινε.
Φύγατε κι οι δυο σας. Ποτέ απ’ την καρδιά μου.
Τώρα αυτό μ’ απόμεινε.

Θ’ ανοίξω τις ντουλάπες, τα συρτάρια να σκαλίσω μνήμες. Να σε συναντήσω μάνα, σε κάθε γωνιά του, να σε χαϊδέψω, να σ’ αφουγκρασθώ.

Τα ρούχα σου να μαζέψω να τα δώσω στους φτωχούς. Κάθε άγγιγμα θα είναι μια εικόνα. Μονάκριβη εικόνα. Μια μυρωδιά δικιά σου, μια αγκαλιά, ένα χάδι…Θησαυρός! Μάνα μου το πόσο σ’ αγάπησα δεν το ήξερα…

Ωχ λέλε μάϊκο…
τα βήματά μου μόνα, φτωχά, άδεια…

Ντέκαϊ μάϊκα, νέϊα ντόμα (που είναι η μάνα, δεν είναι σπίτι).

Η φωνή της, η παρουσία της, στολίδι της ζωής.
Ντέκαϊ μάϊκα, νέϊα ντόμα. (που είναι η μάνα, δεν είναι σπίτι)

Εκείνα τα χέρια που με κράτησαν ζεστά κι αγαπημένα; Που είναι;
Ντέκαϊ μάϊκα, νέϊα ντόμα. (που είναι η μάνα, δεν είναι σπίτι)

Απουσία, σιωπή…
Ήχοι της ζωής μου ελάτε, συντροφιά μου, απόψε…

Να θυμηθώ…, να ξαναζήσω.
Φωνές των ανθρώπων που τόσο αγάπησα, σας ακούω.
Ωχ λέλε μάϊκα, άκου μπέσια τούβα… (αν ήσουν εδώ…)

Μα είσαι εδώ! Τώρα πιο πολύ από πριν, είσαι εδώ διπλά μου, που τόσο σε χρειάζομαι, τόσο κοντά μου, τόσο δυνατά κοντά μου.

Ωχ λέλε μάϊκω…
Δε θα μ’ αφήσεις ποτέ. Δε θα φύγεις ποτέ. Εδώ θα είσαι πάντα δίπλα μου. Να φωτίζεις το δρόμο με τη δική σου παρουσία, το δικό σου βλέμμα.

Μάϊκα ντόμα τσιέκα (η μάνα στο σπίτι περιμένει)
Ντέκα ντα όντουμ ή ντα νε τα μιλούβουμ. (που να πάω και να μη σ’ αγαπώ.)

Ωχ λέλε μάϊκω…ωχ λέλε…

Τφόϊα μόμα… (το κορίτσι σου)