ΒΙΩΣΕ την εποχή που ο  αθλητισμός εξαρτιόταν περισσότερο από τους αθλητές και λιγότερο από τον εξοπλισμό.

 ΉΤΑΝ τότε που το κάθε άθλημα  «πατούσε» σε κακοτράχαλους δρόμους, σε στάδια με υποτυπώδεις υποδομές αλλά αθλητές και φορείς που είχαν μια αγκαλιά μεγάλη για να περιθάλπει τις αντιξοότητες.

ΉΤΑΝ τότε που ο αθλητισμός στόχευε εκτός  από τη διάδοση του αθλητικού πνεύματος ως ένδειξη πολιτισμού  και πανανθρώπινων αξιών, στις ευκαιρίες διάκρισης των αθλητών των νησιών ώστε να ξεφεύγουν από την απομόνωση και να αναδεικνύονται νέα ταλέντα.

ΤΟΝ είδα σε ζωντανή μετάδοση από το logotypos.gr, όταν ο Αθλητικός Πολιτιστικός Σύλλογος «Δρομείς Σύρου» στην κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας , τού απένειμαν τιμητική πλακέτα «ως αναγνώριση για την πολυετή προσφορά του στα αθλητικά δρώμενα της Σύρου και των Κυκλάδων».

ΚΑΤΑΠΟΝΗΜΕΝΟΣ, συγκινημένος, με κομμένη ανάσα έκανε μια σύντομη αναδρομή με την άνεση του ανθρώπου που ξέρει να μιλά σε ακροατήριο.

ΟΛΑ μαρτυρούσαν πόσο άριστος εκπαιδευτικός υπήρξε.

ΝΑΙ. Δεν υπάρχει μαθητής, γονέας και δάσκαλος που να μη θυμάται τις δεκαετίες  μεταξύ ‘60-‘90 τον Σπύρο Παναγιωτίδη.

ΈΝΤΟΝΗ παρουσία. Ψηλός, ευθυτενής, με ταχύ βήμα, επικοινωνιακός, χιουμορίστας, πανέξυπνος, πολυμαθής (η αγάπη του για τα σωστά ελληνικά είναι τέτοια, ώστε διορθώνει το συνομιλητή του ή  τηλεφωνεί στην εφημερίδα και επισημαίνει λάθη).

ΤΟΝ γνώρισα στην πρώτη δημοτικού όταν ήλθε στο σπίτι μας ως γαμπρός.

ΠΑΝΤΡΕΥΤΗΚΕ την αδελφή μου Ευφροσύνη και από τότε τον ζω σε διάφορα στάδια.

ΚΑΤ’ αρχάς ως δάσκαλο που δε χαριζόταν «ούτε στη μάνα του».

ΜΕΤΑ ως κηδεμόνα μου στο σχολείο (για να μη τρέχει ο πατέρας μου) και οι συγκρούσεις μας έχουν γίνει ανέκδοτο.

ΑΡΓΟΤΕΡΑ ως συνεργάτη στον ΣΕΓΑΣ όπου άπειρες φορές είχα πει στον εαυτό μου «τώρα φεύγεις και ρίχνεις μαύρη πέτρα πίσω σου» μιας και οι οριζόντιες νοοτροπίες του, οι υπερβολικές κάποτε απαιτήσεις του και η απίστευτη  τυπικότητά του ήταν ανυπόφορες.

ΠΟΝΤΙΟΣ, γεννημένος στη Ρωσία το 1936 από Έλληνες γονείς  ήρθε στην Ελλάδα το 1939 όπου τελείωσε τη Μαράσλειο Ακαδημία Αθηνών ζώντας τα πέτρινα χρόνια  τού μεροκάματου. Χωρίς πατέρα, με την μητέρα και την αδελφή του.

ΣΤΗ Σύρο διορίστηκε ως δάσκαλος.

ΟΙ μαθητές και οι μαθήτριές του και σήμερα, σχολιάζουν: «Μας βάζατε τιμωρία, ήσασταν αυστηρός αλλά μας μάθατε γράμματα».

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ άρχισε να ασχολείται με τον αθλητισμό.

ΆΦΗΣΕ όνομα ως προϊστάμενος της Α/θμιας Εκπαίδευσης Κυκλάδων και τη δεκαετία του’ 80 ανέλαβε χρέη προέδρου στην Τοπική Επιτροπή ΕΑΣ ΣΕΓΑΣ Κυκλάδων.

ΜΕ πρωτοβουλία του ιδρύθηκε  η πρώτη Σχολή Κριτών Κλασικού Αθλητισμού στη Σύρο .

ΉΤΑΝ απαιτητικός,  επίμονος και αποτελεσματικός.

ΑΣΧΟΛΗΘΗΚΕ με τον αθλητισμό σε εποχή που οι αθλητές- και στα γύρω νησιά- για να αθλούνται είχαν περίφρακτους χώρους που  ξεχώριζαν από τα χαλάσματα.

ΊΔΡΥΣΕ ως έδρα της Τ.Ε ΕΑΣ ΣΕΓΑΣ Κυκλάδων την Ερμούπολη δίνοντας μεγάλη μάχη .

ΜΕ το πείσμα του όργωνε τα νησιά.

ΈΝΩΣΕ τη Μύκονο τη Νάξο, τη Μήλο, τη Σαντορίνη, την Πάρο την Άνδρο με τη Σύρο και με όλα τα νησιά του Αιγαίου.

ΠΡΟΚΑΛΟΥΣΕ τον Κεντρικό ΣΕΓΑΣ να διεξάγει τους καταξιωμένους  Αιγαιοπελαγίτικους Αγώνες (συνεχίζονται μέχρι σήμερα)  όπου μετέχουν αθλητές από αθλητικά σωματεία των νησιών των πέντε νομών: Λέσβου, Χίου, Σάμου, Κυκλάδων και Δωδεκανήσου.

ΚΑΤΑΦΕΡΕ το 1988 να διεξαχθούν στη Σύρο, το 1992 στη Νάξο, το 1997 στη  Μήλο, το 2001 στην  Άνδρο.

ΣΤΟΥΣ ΑΓΑΙΟΠΕΛΑΓΙΤΙΚΟΥΣ αγώνες το 2008 στην  Άνδρο με συμμετοχή 43 σωματείων από 16 νησιά και 600 αθλητές- μεταξύ των οποίων και 60 αθλητές ΑΜΕΑ – παρουσία υπουργών και βουλευτών- αντιπροσωπεία του νησιού μας διαμαρτυρόταν για το Στάδιο της Σύρου.

ΈΔΙΝΕ κουράγιο στους αθλητικούς παράγοντες των νησιών  που λιποψυχούσαν, πίεζε κάνοντας ταξίδια συνεχώς στην Αθήνα για να δημιουργηθούν νέες αθλητικές εγκαταστάσεις ή να εξωραϊστούν τα στάδια  προκειμένου ο κάθε υπουργός Αθλητισμού  να επαίρεται στην έναρξη των αγώνων ότι παρήγαγε έργο στην ξεχασμένη νησιωτική Ελλάδα.

ΚΑΙ δεν είναι ότι οι αθλητές έχουν επί πλέον αγωνιστικές ευκαιρίες, αλλά  οι Αιγαιοπελαγίτικοι αποτελούν σημαντική στήριξη της οικονομίας του νησιού που τους διοργανώνει αφού φιλοξενούνται για τρεις ημέρες περίπου 600 άτομα.

ΉΤΑΝ ο αεικίνητος πρόεδρος που δεν έκανε πίσω όταν ο κεντρικός ΣΕΓΑΣ απείλησε ότι θα «πάρει» την έδρα από τη Σύρο και θα την μεταφέρει για οικονομικούς λόγους στον Πειραιά.

ΈΤΡΕΞΕ,  διεκδίκησε, απείλησε με παραίτηση όλου του Δ.Σ  και πέτυχε να παραμείνει η έδρα στη Σύρο.

 ΉΤΑΝ από τους Πόντιους «αγύριστο κεφάλι».

ΚΑΙ ήταν αυτές οι ισορροπίες τόσο εύθραυστες ώστε όταν μετά από 25 ολόκληρα χρόνια αποχώρησε από την προεδρία του  ΣΕΓΑΣ προσφερόμενος μάλιστα να κρατήσει την γραμματεία για να βοηθήσει το νέο πρόεδρο,  η έδρα μεταφέρθηκε στη Μύκονο.

Ο Σπύρος Παναγιωτίδης για τον κλασικό αθλητισμό υπήρξε  μια εμβληματική μορφή.

ΜΠΟΡΕΙ πλέον να υπερηφανεύεται γι’ αυτό το ταξίδι που του χάρισε συγκινήσεις, απογοητεύσεις και χαρές σε καιρούς που ο κλασικός αθλητισμός δίδασκε αρχές όπως την ευγενή άμιλλα, την αλληλεγγύη, την επιδίωξη όχι τόσο υλικών αλλά πρωτίστως ηθικών και ψυχικών απολαβών.

 ΚΑΠΟΤΕ, όταν κατάφερνε να με φτάνει στα όριά μου ορκιζόμουν ότι ποτέ, μα ποτέ, δε θα αναφερόμουν σε αυτήν την περίοδο απίστευτης, για μένα, πίεσης .

ΘΑ μιλούσα μόνο για το πόσο προστατευτικός και ευαίσθητος συγγενής είναι για την οικογένειά μου.

ΠΟΣΟ  μας συμπαραστάθηκε όταν μεταφέραμε εγώ κι εκείνος τον νεκρό πατέρα μου από τη Σμύρνη στη Σύρο (με ότι αυτό συνεπάγεται) , πόσες βάρδιες στο νοσοκομείο έκανε πάνω από το προσκεφάλι της άρρωστης μητέρας μου, πόσο γενναία στάθηκε δίπλα μου σε δύσκολες στιγμές της ζωής μου.

ΕΠΑΝΕΡΧΟΜΑΙ λοιπόν.  Όπως επανέρχονται οι αγαπημένοι μας συνοδοιπόροι, από τα χρόνια του δημοτικού, οι συνεργάτες  του Σπύρου Παναγιωτίδη, του μορφωμένου εκπαιδευτικού, του αθλητικού νου, του ευέξαπτου ανθρώπου, του κατεξοχήν «ακριβού» συγγενή.

ΕΠΑΝΕΡΧΟΜΑΙ σε αυτόν τον δύσκολο χαρακτήρα που με τα χρόνια αναγνώρισα έναν καλό «αδελφό», έναν άτυπο δάσκαλο, ένα καταγωγικό ίχνος όπου ακόμη και σήμερα, σε προχωρημένη ηλικία, μυρίζω τα πατήματά του  σαν να ήταν ένας παλιός λύκος.

ΠΟΛΥ παλιότερος και διαπεραστικός απ’ όσο τον κατάλαβα όταν τον πρωτογνώρισα.

ΤΟΝ ακούω ακόμη και σήμερα να κρίνει το γραφτό μου, να μιλά για αθλητισμό, για λαϊκούς ανθρώπους, για μνήμη βαθιά χαραγμένη από την προσφυγιά και βλέπω ξαφνικά να μεταμορφώνεται  η γραφή μου, να αναπτύσσεται, να καλμάρει, να αποκτά μια ροή διηγηματική και ομιλητική, να αντηχεί αφομοιωμένα, να γίνεται ο λόγος μου συγγενικός.

Η βράβευσή του ανέσυρε στην επιφάνεια αναμνήσεις βαθιά τοποθετημένες σαν σε χειμερία νάρκη.

ΤΟΝ είδα εξαντλημένο  (ένα πρόβλημα υγείας  τον ταλαιπώρησε αρκετά)  να ευχαριστεί τους συνεργάτες του και να συμβουλεύει τους νεότερους «.. Στάθηκα τυχερός γιατί είχα άξιους συνεργάτες… Μακάρι όσοι αναλαμβάνουν τέτοιες θέσεις να κοιτάζουν πρώτα το γενικό καλό, και από κει και πέρα την προσωπική προβολή»!

ΉΤΑΝ ένα μικρό μάθημα πολιτικής σκέψης από έναν έμπειρο δάσκαλο που με μαχητικότητα, ιστορική αίσθηση, δημόσιο λόγο, ζύγιαζε τον καιρό.

ΑΠΟ απόσταση πλέον λέω ότι ο Σπύρος Παναγιωτίδης είναι ομηρικός άνθρωπος.

ΚΑΘΟΛΙΚΟΣ και ατόφιος.

ΣΑΝ τους άνδρες των Ποντιακών βουνών της πατρίδας του που θαυμάζει και ντύνεται Πόντιος, εκείνος, ο γιος του, ο εγγονός του για να παρελάσουν στην πλατεία Μιαούλη διαγράφοντας πορεία τριών γενεών.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ να έχει την  ίδια, ασίγαστη δίψα της μάθησης, τη δίψα της σωστής ελληνικής γλώσσας.

ΈΝΑΣ αξεδίψαστος ρομαντικός βετεράνος, ένας παλαιότατος Έλληνας.

ΚΑΙ μαζί ο γαλαζοαίματος του πνεύματος και μέτοχος της φιλοσοφίας της «θύραθεν παιδείας».

ΑΜΟΙΒΗ του, η με αξίες  μεγάλη οικογένειά του, ο κλασικός αθλητισμός στο νομό Κυκλάδων,  η διδαχή της  γλώσσας και των πνευματικών συγκρούσεων.

 ΚΑΙ αυτό σε καιρούς που οι ιδέες παύουν πια να είναι και επικίνδυνες και θελκτικές.

Ο Σπύρος Παναγιωτίδης. Άνθρωπος παλαιός και σύγχρονος.

ΜΕ αυτόν τον χαρακτήρα είμαι βέβαιη ότι δε θα πάψει ποτέ να αναζητά το αρχικό νόημα και το νήμα προς το ζωντανό παρελθόν, προς την ιστορία σαν παραμύθι.

ΕΝ ΤΕΛΕΙ, κάποια από τα κομμάτια της διαδρομής του συνθέτουν τα χρώματα από τον ωραίο πίνακα της ζωής του ο οποίος κεντήθηκε σήμερα με 83 «φωτογραφικά»  κλικ υπό το σεληνόφως…