Ο ΧΡΟΝΟΣ που πέρασε πριν από δυο μήνες άφησε σε όλους μας κάτι. Σε άλλους κάτι το θετικό με ευοίωνες προοπτικές και σε άλλους κάτι το αρνητικό σε σημείο που να φτύνουν τον κόρφο τους.

ΣΕ ΠΟΛΛΟΥΣ άφησε τον… καναπέ. Τον γνωστό καναπέ στον οποίο ο Έλληνας κάνει τις διακοπές του χωρίς να νοιάζεται τι συμβαίνει δίπλα του, ακόμα και αν αυτό το δίπλα του έχει πάρει φωτιά.

ΜΟΝΟ όταν οι «φλόγες» φτάσανε στην αυλή του, μόνο τότε σηκώνεται από τον καναπέ και φωνάζει «βοήθεια» σε εκείνους που πριν λίγο φώναζαν σε εκείνον να βοηθήσει, αλλά ο καναπές δεν τον άφηνε.

ΕΙΝΑΙ γνωστό πως στην αρχαία Ελλάδα θεωρείτο προσβλητικός, με ηθικές διαστάσεις, δηλαδή δεν υπήρχε μεγαλύτερη προσβολή και ηθική μείωση, ο όρος «ιδιώτης»,  όρος ο οποίος χαρακτήριζε τον άνθρωπο που δεν ενδιαφερόταν για όσα συνέβαιναν στην πόλη του και δεν τον ενδιέφεραν τα κοινά.

ΣΗΜΕΡΑ αυτό έχει αλλάξει. Η αδιαφορία, η έλλειψη πολιτικής άποψης και ο άκρατος λαϊκισμός μέσα από το ασύδοτο διαδίκτυο αποτελούν την καθημερινότητα, με τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων να είναι θεατές σε ένα έργο που τους αφορά, αλλά δεν δέχονται καν τον ρόλο του κομπάρσου.

ΕΠΙΛΕΓΟΥΝ τον οικιακό τουρισμό ξαπλωμένοι αναπαυτικά στην πολυθρόνα, αρκούμενοι να παρακολουθούν εκ του μακρόθεν τις όποιες προσπάθειες κάνουν κάποιοι άλλοι, οι οποίοι δηλώνουν παρόντες στο πολιτικό σκηνικό είτε αυτό αφορά την Τοπική Αυτοδιοίκηση είτε αφορά την Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση είτε αφορά το Κοινοβούλιο.

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ικανοί με καθαρό μέτωπο στην τοπική μας κοινωνία αποφεύγουν την όποια ανάμειξη, θεωρώντας την πολιτική είδος ρυπαρό από το οποίο μόνο βρωμιά μπορεί κανείς να κληρονομήσει.

ΕΠΙΔΕΞΙΟΙ εκείνοι που έχουν καταφέρει να περάσουν μια τέτοια αντίληψη ώστε να γίνονται σημαιοφόροι χωρίς ενοχλητικούς παραστάτες, οι οποίοι πιθανόν κάποια στιγμή να διεκδικήσουν τη σημαία και να γίνουν εκείνοι σημαιοφόροι.

ΓΙ αυτό άλλωστε, άνθρωποι άξιοι, με εύσημα από την τοπική μας κοινωνία, μαχητικοί και ικανοί να κατορθώσουν το καλύτερο, γίνονται σημαιοφόροι, αλλά βλέπουν και παθαίνουν να πλαισιώσουν τις τάξεις τους με ανθρώπους το ίδιο ικανούς και γενικά αποδεκτούς, αφού οι λαμβάνοντες την πρόσκληση διστάζουν.

ΔΙΣΤΑΖΟΥΝ όχι γιατί τους κρατάει καθηλωμένους ο καναπές. Όχι. Αυτοί ανήκουν σε μια άλλοι κατηγορία. Ανήκουν σε εκείνους που θέλουν να προσφέρουν αλλά σκέπτονται το «μετά».

ΣΚΕΠΤΟΝΤΑΙ τον βρώμικο (συνήθως) πόλεμο και τη λάσπη που θα εξαπολυθεί εναντίον τους μέσω του απρόσωπου, διπρόσωπου ή κουκουλοφόρου διαδικτύου από τους πολιτικούς αντιπάλους και εκείνους που τους υποστηρίζουν και έχουν την ικανότητα να κατασκευάζουν ρυπογόνα λάσπη και να την εξαπολύουν.

ΔΥΟ, λοιπόν, οι κατηγορίες όσον αφορά τους λάτρεις του καναπέ και της πολυθρόνας. Εκείνοι που γεννήθηκαν και θα πεθάνουν πάνω σ’ αυτήν, κάνοντας «τουρισμό» δώδεκα μήνες το χρόνο χωρίς να κουνάνε από τη θέση τους, και εκείνοι που είναι μεν πρόθυμοι να σηκωθούν, αλλά σκέπτονται τις συνέπειες και ξανακάθονται.

ΦΥΣΙΚΑ, όπως σε κάθε κανόνα υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Κατά ευτυχή συγκυρία βρίσκονται άνθρωποι άξιοι να πούνε όχι στον καναπέ και να κάνουνε το επόμενο βήμα, αδιαφορώντας αν αυτό θα έχει τις όποιες προσωπικές ή και οικογενειακές ακόμα συνέπειες.

ΕΙΝΑΙ εκείνοι που βλέπουν τη φωτιά μακριά από το σπίτι τους, αλλά τρέχουν να βοηθήσουν ώστε αυτή να μην απλωθεί και σε άλλα σπίτια, με τα όποια αρνητικά αποτελέσματα για τους συντοπίτες τους.

ΘΕΛΟΥΝ να σβήσουν ή να περιορίσουν τη «φωτιά» που επί τέσσερα χρόνια καίει τον τόπο και να ξεκινήσουν την «αναδάσωση», ελπίζοντας ότι με τη δική τους συμβολή κάτι θα αλλάξει, γιατί όντως είναι ηλίου φαεινότερο πως δεν είναι αυτή η Σύρος που αξίζουνε οι Συριανοί.