Αμετανόητος θαυμάζω το φτιασιδωμένο μου είδωλο!
Στων προφητών τον ψόγο απαθείς κι αλλόψυχος,
σαν Συβαρίτης χαροκόπος αλαλάζω φαρμπαλάδες
και κακοδιώχνω Λάρητες που μου χαλούν την ώρα·
σαν να μην είναι πια καιρός – στο σύθαμπο της μέρας,
να σε γνοιαστώ δόλια ψυχή – προτού κοχλάδι γίνεις!