«Ένα χάλκινο άγαλμα του θεού Ερμή στην είσοδο του λιμανιού στο χώρο που βρίσκεται ο φάρος, αποφάσισε να τοποθετήσει το Λιμενικό Ταμείο Σύρου. Τη φιλοτέχνηση του έργου θα αναλάβει ο γλύπτης Νίκος Γεωργίου, ενώ το Λιμενικό Ταμείο Σύρου πρόκειται να αναλάβει τη σχετική εκπόνηση της στατικής μελέτης… Η χρηματοδότηση του έργου θα γίνει από δωρεές των Στέλιου Νιώτη κι Αθανασίου Μαρτίνου» (syrostoday)

Ο ταξιδιώτης, καθώς το καράβι πλησιάζει στο λιμάνι της Ερμούπολης, αντικρίζει τους δύο λόφους που τη νύχτα μοιάζουν με δίδυμα διαμαντοστόλιστα περιδέραια και του κόβεται η ανάσα από την ομορφιά. Και στην κορυφή των λόφων δεσπόζουν οι δύο μεγάλες εκκλησίες του νησιού, η καθολική και η ορθόδοξη.

Τώρα, θα τον προϋπαντεί και ο Ερμής, ο αρχαίος θεός του εμπορίου και της πληροφορίας, ο αγγελιοφόρος και μυστικοσύμβουλος των άλλων θεών της αρχαιότητας. Το χάλκινο άγαλμα του Ερμή, κατά τα πρότυπα και άλλων τέτοιων γιγάντιων αγαλμάτων που δέσποζαν στα λιμάνια αρχαίων πόλεων ως φάροι και σηματωροί των καραβιών και των ταξιδιωτών-όπως ήταν ο Κολοσσός της Ρόδου-  θα στηθεί, όπως διαβάζουμε, σε μια ειδικά διαμορφωμένη βάση ύψους 3 μέτρων από μάρμαρο, ενώ το ίδιο το άγαλμα θα έχει ύψος  4 μέτρα και θα ζυγίζει περί τους 10 τόνους.

Ο κερδώος Ερμής, το αρχαίο σύμβολο και ο προστάτης του νησιού, σε καιρούς χαλεπούς για την υπόλοιπη Ελλάδα, έδωσε το όνομά του στην πόλη όπου λειτουργούσε το πρώτο εμπορικό λιμάνι της χώρας και έσφυζε από ζωή, από ευμάρεια και πλούτο.

Τα χρόνια πέρασαν και ανέτρεψαν παραδόσεις, αξίες και σύμβολα. Οι αρχαίοι θεοί γκρεμίστηκαν, θρησκείες και πολιτισμοί κατέρρευσαν, έθνη και λαοί εξαφανίστηκαν και  αναδύθηκαν νέοι. Ωστόσο κάποιοι τόποι και κάποιες πολιτιστικές αξίες άντεξαν στο πέρασμα των αιώνων. Ένας τέτοιος τόπο είναι και το νησί μας, και ιδιαίτερα η πρωτεύουσά του η Ερμούπολη. Η οποία, παρά τις προσπάθειες αλλοίωσης και διαστρέβλωσης της γλώσσας, των λέξεων και των ονομάτων, εξακολουθεί να λέγεται Ερμούπολη. Η πόλη του Ερμή, του αγγελιοφόρου, του θεού των ταξιδιωτών και του εμπορίου.

Δυστυχώς, οι νεωτερισμοί έφαγαν σαν σαράκι τα ονόματα πολλών δρόμων και περιοχών του νησιού και ιδιαίτερα της Ερμούπολης. Πρόκειται για μια μάστιγα που πληγώνει την ιστορία ολόκληρης της χώρας μας, που καπηλεύεται τους αγώνες του λαού μας, εν ονόματι της ιστορικής μνήμης, μιας μνήμης που απέχει παρασάγκας από την αληθινή ιστορία.

Οδός  Ηρώων Πολυτεχνείου. Οδός Γεωργίου Παπανδρέου. Ανδρέα Παπανδρέου. Κωνσταντίνου Καραμανλή. Νικηφόρου Μανδηλαρά. Νίκου Τεμπονέρα. Ελευθερίου Βενιζέλου. Πλατεία Εύξεινου Πόντου. Και οδός Περικλή-και όχι Περικλέους…

Φτάνει. Έλεος. Ήμουν κι εγώ εκεί, στο Πολυτεχνείο, αλλά δεν μου αρέσει να εκμεταλλεύονται αυτό το μικρό λιθαράκι που έβαλα στα νιάτα μου για το καλό του τόπου μου γιατί κανείς δεν με ρώτησε, ούτε εμένα αλλά ούτε και τους παλιούς συντρόφους μου, αν θέλαμε να γίνουμε δρόμοι και πλατείες…

Ο κάθε τόπος είναι κάτι ζωντανό. Ζει και αναπνέει από τους ανθρώπους που περπάτησαν στους δρόμους του στο παρελθόν, αυτούς που κυκλοφορούν στα στενά και ζουν σήμερα μέσα στα σπίτια της κάθε γειτονιάς, εκεί όπου η μνήμη αναπνέει μυστικά και μοιάζει με ένα παλιό σεντούκι που περιμένει να το ανοίξεις, να ξεσκονίσεις τα παλιά αντικείμενα και να αναβιώσεις τα πατρογονικά σου παραμύθια. Κι αυτή είναι η αληθινή σου μνήμη.

Τι δουλειά έχει λοιπόν εδώ, σ’ αυτό τον τόπο, ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, οι Ήρωες του Πολυτεχνείου,  και όλα τα άλλα ονόματα που φιγουράρουν στους δρόμους και στις πλατείες ενός νησιού του Αιγαίου, στον ουρανό του οποίου πετούν τα γλαρόνια, στις θάλασσες του οποίου πλέουν τα καράβια και μας χαιρετούν τα ιστιοφόρα με τα πανιά τους;

Όχι. Μια τέτοια μνήμη, κήβδιλη, δεν τη θέλουμε. Ευτυχώς, κανένας από μας δεν λέει τον κεντρικό δρόμο της Ερμούπολης «Ελευθερίου Βενιζέλου». Οδός Ερμού τον λέμε όλοι. Και κανείς μας δεν θυμάται πού βρίσκεται η οδός Νικηφόρου Μανδηλαρά.

Κάπου υπάρχει και μία οδός Σουρή. Ένας δρόμος που έχει τη δική του-τη δική μας- ιστορία. Ευτυχώς. Αλλά υπάρχουν τόσα και τόσα άλλα μεγάλα ονόματα, συριανά, από εδώ από το δικό μας νησί, από το δικό μας τόπο,  που θα μπορούσαν να  κοσμήσουν τους δρόμους και τις πλατείες μας, αντανακλώντας την αληθινή ιστορική μας μνήμη.