ΜΙΑ ακόμη υπόκλιση στη μνήμη του ήταν η θεατρική παράσταση «Ο καιρός των Χρυσανθέμων»  στο Θέατρο Απόλλων πριν λίγες μέρες σε διασκευή της- συριανής καταγωγής- ηθοποιoύ Αλίνας Κωτσοβούλου.

ΔΥΟ βραδιές το κοινό τίμησε το Μάνο Ελευθερίου με την παρουσία του και φυσικά την τρυφερή «χειρονομία» να ανέβει το έργο στην γενέτειρά του σε πανελλήνια πρώτη.

ΣΕ όλη τη διάρκεια της παράστασης ο Μάνος ήταν εκεί.

ΜΕ ΤΟ ΧΡΟΝΟ συμπυκνωμένο σε τρεις γενεές καθώς ηθοποιοί και κοινό όλων των ηλικιών ενώθηκαν με ένα νεύμα του.

ΕΠΑΛΗΘΕΥΕ την προφητική του φράση:  «Έφτασα σε μια ηλικία που διασκεδάσεις, γάμοι, βαφτίσια, λογής-λογής διαδηλώσεις, έρωτες, πάθη, διαβάσματα, θέατρα, κινηματογράφοι, όλα αυτά που συνθέτουν τη ζωή ενός ανθρώπου, μού φαίνονται τώρα σαν να έγιναν όλα μαζί χθες το βράδυ. Συμπυκνώθηκε ο χρόνος».

ΔΙΗΓΙΟΤΑΝ τη ζωή και τις αμετακίνητες θέσεις του για το θάνατο.

ΜΙΑ διήγηση που την ακούγαμε βέβαια μέσω της… πλοκής τού έργου, αλλά αέναα, με την υπέροχη χροιά της ραδιοφωνικής του φωνής.

ΉΤΑΝ ΕΚΕΙ, ανάμεσα στους ηθοποιούς και στα τού θεάτρου που τόσο αγάπησε.

ΜΕ ΤΟ ΚΑΠΕΛΟ ΤΟΥ «που δεν το φορούσε για στυλ» αλλά «γιατί ήθελε να καλύψει τη γυμνή κεφαλή  του» και εκείνο το αυτοσαρκαστικό γνώριμο ύφος όταν ήθελε να περιπαίζει τον εαυτό του και να τον απομυθοποιεί.

ΘΥΜΑΜΑΙ που είχε πει σε μια συνέντευξή του: «Πριν από καιρό είχα πάει στο Περιστέρι, στην παρουσίαση του βιβλίου μου, και έβλεπα ότι ο κόσμος διψούσε να ακούσει πράγματα. Είναι πολύ ελπιδοφόρο αυτό. Βεβαίως, πολλές φορές, οι άνθρωποι υπερβάλλουν, νομίζουν ότι επειδή έγραψες ένα μυθιστόρημα ή μερικά τραγούδια της προκοπής, είσαι κάτι πολύ σπουδαίο. Ε, δεν είναι έτσι».

Ή ΟΤΑΝ είχε δηλώσει ότι δεν έχει συνεργαστεί με τον  Μιχάλη Χατζηγιάννη και ο δημοσιογράφος τον ρώτησε αν ήθελε να γράψει τραγούδια για αυτόν: «Δεν θα θέλει εκείνος. Είναι πολύ σπουδαίος αυτός, για να ζητήσει από μένα τραγούδια» (!).

ΑΥΤΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΜΑΝΟΣ .

ΕΥΓΕΝΗΣ, καλλιεργημένος, εύστοχος στις παρατηρήσεις του, γενναιόδωρος στη συμπεριφορά και τους χαρακτηρισμούς του γιατί είχε την πολυτέλεια να χρησιμοποιεί  με άνεση την ελληνική γλώσσα «παντρεύοντας» το λόγιο με το λαϊκό.

ΑΠΕΔΕΙΞΕ σε όλα τα πεδία ότι αμφότερα μπορούν να συνυπάρξουν χωρίς λογοτεχνικούς λαϊκισμούς.

 ΕΝ ΟΛΙΓΟΙΣ ήταν ένας Εστέτ που μπορούσε άνετα να γράψει  πολύ σκληρές εκφράσεις χωρίς να σοκάρει.

«Ο ΚΑΙΡΟΣ ΤΩΝ ΧΡΥΣΑΝΘΕΜΩΝ», και πάλι στο θέατρο Απόλλων για δεύτερη φορά.

ΤΟ ΕΙΧΑΜΕ πραγματικά απολαύσει με τον φανταστικό μονόλογο του  Τάκη Χρυσικάκου ο οποίος ευτύχησε να κάνει πρεμιέρα με την παρουσία του Μάνου.

ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΟΡΑ το ταξίδι στο δύσκολο αυτό βιβλίο αφορούσε σε μια πολυπρόσωπη διασκευή, χωρίς το Μάνο, για το Μάνο.

Η ΣΚΗΝΗ του Θεάτρου Απόλλων γεμίζει από Χρυσάνθεμα.

ΕΙΝΑΙ η εποχή που τα αγαπημένα αυτά λουλούδια της αισιοδοξίας και της χαράς ανθοφορούν και φεγγοβολούν τα δειλινά της Ερμούπολης του 1896.

ΣΥΜΒΟΛΙΚΟ το άνθισμα όπως και ο μαρασμός τους με την παρακμή του νησιού που παρασέρνει μαζί του έναν ολόκληρο κόσμο.

ΕΚΕΙΝΗ τη μέρα, η  Ευαγγελία Παρασκευοπούλου- «η ελληνίς Σάρα Μπερνάρ του 19ου αιώνα»- είναι η ηρωίδα που επέλεξε ο Μάνος για να γράψει το πρώτο του μυθιστόρημα (το οποίο ως γνωστόν βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας) για να μας αποκαλύψει το μεγάλο πάθος της ζωής του. Την τέχνη του θεάτρου, την οποία μάλιστα σπούδασε.

Η ΗΘΟΠΟΙΟΣ έρχεται για δεύτερη φορά να παίξει στο θέατρο Απόλλων  παρουσιάζοντας -με έναν πολυμελή θίασο-  τη «Φαύστα» του Βερναρδάκη.

Η ξιπασμένη και ξεπεσμένη πλούσια οικογένεια του Άγγελου και της Ζενής Πινά, της επιφυλάσσει βασιλική υποδοχή .

ΕΚΕΙΝΗ με νεύρο και φωνές (καλή στο ρόλο της Παρασκευοπούλου η Αλίνα Κωτσοβούλου) αντιμετωπίζει τον Τύπο ο οποίος την παρουσιάζει ως αστέρι που δύει αφού το κοινό αναζητά νέους ήρωες και εκείνη φαντάζει παλιομοδίτικη.

ΤΟ ΚΟΙΝΟ παρακολουθεί σε μια διαφορετική διασκευή -της οποίας τη σκηνοθεσία υπογράφει η ταλαντούχα Κίρκη Καράλη-  έρωτες, μυστικά πάθη,  αντιπαλότητες, χιούμορ.

ΜΙΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΙΑ άγρια, ντελικάτη και αγαπησιάρικη, όπου στο τέλος θριαμβεύει η αγάπη.

ΈΝΑ ΤΕΛΟΣ  που θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν μια βεβιασμένη μίμηση από τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μάρκες, αν οι ήρωες της ιστορίας δεν λυτρώνονταν.

«Η ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΧΑΜΟΥ», η Ερμούπολη, από την οποία αντλούνται άφθονα στοιχεία που φαντάζουν αληθινά εξ αιτίας της βαθιάς μελέτης του Μάνου γι’ αυτήν (υπενθυμίζω τους τέσσερις τόμους του έργου «Το θέατρο στην Ερμούπολη τον 20ο αιώνα», «Νεοκλασική Ερμούπολη» και «Ερμούπολη: Μια πόλη στη λογοτεχνία».), μεσουρανεί και παρακμάζει.

ΕΚΕΙ, η ευρηματικότητα φτάνει στο απόγειο μέσω του αφηγητή της παράστασης ο οποίος σχολιάζει με οπτική πάνσοφου που.. δε «σηκώνει» ουδεμία αμφισβήτηση.

ΕΠΙΤΥΧΗΜΕΝΗ η εστίαση στους ηθοποιούς που παίζουν δεύτερους ρόλους (ξεχώρισε ο Σταμάτης Τσελέπης) και δεν κατάφεραν σχεδόν ποτέ να επιδείξουν το ταλέντο τους σε πρωταγωνιστικό ρόλο, πλέκοντας το εγκώμιο των ««άσημων» μικρών ρόλων. Χαρακτηριστικό του Μάνου η υπεράσπιση του αδικημένου.
 ΈΤΣΙ ΚΑΙ ΑΛΛΙΩΣ τα πληροφοριακά μέρη του έργου νομίζω ότι κλέβουν τελικά την παράσταση, όπως δεν περνούν απαρατήρητες και οι αστραπιαίες στιγμές αποσπασμάτων καθαρεύουσας και αρχαΐζουσας που ο συγγραφέας  λάτρευε .

Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ κάθε άλλο παρά μας άγχωσε αν σκεφτούμε τις  «λαχανιαστές» σελίδες που μας χάρισε στο βιβλίο του  χωρίς να μας επιτρέψει- μέσω μιας τελείας -να πάρουμε ανάσα.

ΑΠΛΑ, η εναλλαγή οικογένειας και θεάτρου δημιούργησε  ένα κενό συνειρμών.

ΤΟ ανέβασμα της παράστασης συνέπεσε σχεδόν με το άνθισμα των αγιοδημητριάτικων χρυσανθέμων που παραπέμπουν σε ένα χορταστικό, πολυσυζητημένο μυθιστόρημα που από τους ειδικούς θεωρείται  από τα καλύτερα της νεοελληνικής μας πεζογραφίας.

ΔΙΟΛΟΥ τυχαίο που γίνεται έναυσμα για διασκευή θεατρικών παραστάσεων όπου ο κάθε ηθοποιός- παλιός και νέος-δίνει την δική του οπτική και προοπτική αγγίζοντας το μεγαλείο και την αθλιότητα του θεάτρου, την αυταπάτη, τη λοβιτούρα και τις αλήθειες του για ηθοποιούς που «αλληλοσκοτώνονται»  καταστρέφοντας ενίοτε τον εαυτό τους και συναδέλφους τους.

ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΙΑ, που επωάζει σε κάθε τόπο ανάλογα με το ειδικό θεατρικό του βάρος.

Η αξία του βιβλίου θριαμβεύει  και παραμένει στους αεί καιρούς των Χρυσανθέμων αναδεικνύοντας τον αξέχαστο Μάνο και τις αγάπες του.

ΤΗΝ ΕΡΜΟΥΠΟΛΗ και το θέατρο  οι οποίες σαν παλιές φωτογραφίες θα ζωντανεύουν με δεξιοτεχνία, με λεπτομερειακή διεισδυτική ματιά, με περιγραφές  στην ατμόσφαιρα της Ερμούπολης του 19ου αιώνα,  με τα  ρούχα των αστών, (άριστα τα κοστούμια από το βεστιάριο του Εθνικού Θεάτρου), τις δεξιώσεις, τα  μυστικά και την υπέρλαμπρη πολιτιστική ζωή.

ΣΤΑ μάτια του θεατή  θα πάλλονται όλα αυτά στο σανίδι του κάθε θεάτρου σαν  παλιές εικόνες με μια δυσφορία  για ό,τι εκφυλίστηκε.

ΜΕΧΡΙ να γυριστεί, πού ξέρετε; κινηματογραφική ταινία για να απαθανατίσει όχι μόνο τον δημιουργό  αλλά και την ιστορία του θεάτρου την εποχή της  Belle Epoque.

Ο ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ μέσω των βιβλίων του, των θεατρικών παραστάσεων, των στίχων του- των οποίων κυριολεκτικά ανέβασε τον πήχη πέρα από τον ορίζοντα- θα ζει ανάμεσά μας.

Η ΑΔΕΛΦΗ ΤΟΥ Λιλή Ελευθερίου μού έστειλε προ ημερών το περιοδικό «Μετρονόμος» όπου η τρίμηνη έκδοση (Οκτώβριος- Δεκέμβριος 2015) ήταν αφιερωμένη στα «50 χρόνια Μάνος Ελευθερίου».

ΜΕΣΑ στις 86 σελίδες του ξεδιπλωνόταν η ζωή και όλο το μεγαλείο τού έργου του «ως του σημαντικότερου ποιητή- στιχουργού του αιώνα που μας πέρασε» με απίστευτες φωτο παιδικής, νεανικής και ωρίμου ηλικίας.

ΩΣ μαθητής του Γυμνασίου και ως νέος κυριολεκτικά ήταν αγνώριστος. Με μαύρα μαλλιά, χωρίς γυαλιά (φωτο)  αλλά πάντα μ’ εκείνο του Τζοκόντειο χαμόγελο.

ΈΝΑ κέντημα σε αραχνοΰφαντο  καμβά ήταν το αφιέρωμα αυτό που κατέληγε ότι τα τραγούδια,  τα βιβλία και οι επιστολές του «λες και αρχίζουν πάντα με την ίδια εκείνη λέξη: «Εν Ερμουπόλει»!   

ΕΝ ΕΡΜΟΥΠΟΛΕΙ λοιπόν οι αφιερωμένες θεατρικές παραστάσεις  στη μνήμη του, οι μουσικές βραδιές, οι λογοτεχνικές εκρήξεις, οι αναλύσεις των βιβλίων του στο «άγγιγμα του χρόνου»  και στους καιρούς των χρυσανθέμων.

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ θα συνεχίσουν να παίρνουν «το τρένο που φεύγει στις οκτώ», να  ρωτούν για τον «Άγιο Φεβρουάριο», να τραγουδούν «άλλος για Χίο τράβηξε κι άλλος για Μυτιλήνη»να τα ακούνε στην «Θητεία» τους πριν η ζωή τους γίνει «Δίκοπη» και αναγκαστούν  να ψιθυρίζουν «Τροπάρια για φονιάδες».