Μεστός νοημάτων και χαμηλών τόνων ο λόγος του μητροπολίτη Σύρου Δωρόθεου Β΄, σε συνέντευξή του στον ΛΟΓΟ, απέναντι σε όλους εκείνους οι οποίοι επιβουλεύονται τα ιερά και τα όσια της ορθόδοξης πίστης, με ένα από αυτά την πρόθεση της Κυβέρνησης να καταργήσει το μάθημα των θρησκευτικών σε δημοτικό και γυμνάσιο, θεωρώντας μάλιστα λάθος να διατείνονται κάποιοι ότι «…Η απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ για τη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο βασίζεται, σύμφωνα σε όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, σε ένα σκεπτικό βγαλμένο από εποχές αλήστου μνήμης, το οποίο προσομοιάζει με σκοταδιστικές απόψεις ακραίων θεολογούντων…».

Σεβασμός στη διαφορετικότητα

Ο κ. Δωρόθεος Β, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις της εφημερίδας, αρχικά έκανε σαφές πως «Κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει με την άποψη ότι δεν  πρέπει να επιβάλλεται η παρακολούθηση του μαθήματος των Θρησκευτικών σε όλες τις βαθμίδες της Εκπαίδευσης, από μαθητές διαφορετικού θρησκεύματος, ή και δόγματος», προσθέτοντας ότι «… τούτη η παραδοχή δεν αποτελεί νεόκοπο εφεύρημα κάποιας «ανεξάρτητης» αρχής, αλλά παγιωμένη κατάσταση στην Ελληνική Παιδεία, οποτεδήποτε βρέθηκαν αλλόθρησκοι ή αλλόδοξοι στα ίδια θρανία».

Δηλώνει, μεταξύ άλλων, ότι «Το πνεύμα της ανεκτικότητας και του σεβασμού της διαφορετικότητας, που διείπε και διέπει την Ελληνική Πολιτεία και την Ορθόδοξη Εκκλησία, επέβαλε όχι μόνο την απαλλαγή ετεροθρήσκων και αλλοθρήσκων από το μάθημα των Θρησκευτικών, ακόμα και αν επρόκειτο για Ρωμαιοκαθολικούς, με τους οποίους οι διαφορές στη διδασκόμενη ύλη ήταν ελάχιστες, αλλά προχώρησε, εδώ και δεκαετίες, στην ανάληψη από το Κράτος της δαπάνης για την πληρωμή θεολόγων για τα παιδιά των θρησκευτικών μειονοτήτων, όπου αυτές υπήρχαν»

Ιδιαίτερη είναι η μνεία του καθεστώτος που επικρατεί στη Σύρο και αφορά τα δύο χριστιανικά δόγματα. Όπως λέει χαρακτηριστικά «Στη Σύρο, μάλιστα, από τη δεκαετία του 1960, υπηρετούν στα Σχολεία της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και ΡΚαθολικοί Θεολόγοι, στα οποία διδάσκεται έτσι και ένα άλλο μάθημα, αυτό του αλληλοσεβασμού και της αληθινής, της πραγματικής ανεξιθρησκίας· όχι αυτής, που επιδιώκει να εξαφανίσει τη θρησκεία, αλλά αυτής που σέβεται τους πιστούς κάθε δόγματος και θρησκείας»

«Ούτε λίγο, ούτε πολύ, στο όνομα της “Δημοκρατίας” και της “ανεξιθρησκίας” απαγορεύεται να μιλάμε για θρησκεία, αποτελεί «ευαίσθητο» προσωπικό δεδομένο, για το οποίο δεν επιτρέπεται να μιλάμε στα Δημόσια Σχολεία, κατά παράβαση του άρθρου 16 του Συντάγματος, που θέτει ως σκοπό της παιδείας «την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων», και του άρθρου 1 του ισχύοντος Εκπαιδευτικού Νόμου 1566/1985,  που αναφέρει ως σκοπό της Εκπαίδευσης «να διακατέχονται οι μαθητές από πίστη προς στα γνήσια στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης», λέει χαρακτηριστικά ο Μητροπολίτης

Τα πάντα ευτελίζονται και υποβαθμίζονται

Αναφερόμενος στη σημερινή εποχή θεωρεί ότι τα πάντα ευτελίζονται και υποβαθμίζονται: «Στη σημερινή εποχή, όμως, της ριζικής ανατροπής της κλίμακας των αξιών, στην οποία το ανθρώπινο πρόσωπο ευτελίζεται, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια υποβαθμίζεται και κατά την οποία οφείλουμε να διατηρήσουμε την Εθνική μας ταυτότητα, μέσα στον κυκεώνα της παγκοσμιοποίησης, και τη δίνη της πολλαπλής κρίσης, στην οποία η Πατρίδα μας έχει περιέλθει, και όχι-βέβαια- με ευθύνη ή υπαιτιότητα της Εκκλησίας, το μάθημα των Θρησκευτικών, το κατ’  εξοχήν μάθημα ηθικής ζωής, θα πρέπει, αντί να συρρικνωθεί, να βελτιωθεί και να διευρυνθεί, και για λόγους επιβίωσης εθνικής».

Για το επίμαχο θέμα της διδαχής των Θρησκευτικών θα υπογραμμίσει πως μέσω αυτής της διδαχής «…η Εκκλησία διδάσκει το μάθημα των Θρησκευτικών, μεταδίδοντας στους νέους ηθική συνείδηση και αγνό πατριωτισμό.  Γι’  αυτό και το μάθημα των Θρησκευτικών στα Σχολεία είναι- πρέπει να είναι, και αν όχι, να  γίνει- όχι απλά ένα μάθημα γενικής θρησκευτικής παιδείας, αλλά ένα μάθημα, που θα δίνει το έναυσμα για εσωτερικές αναζητήσεις, αληθινός προς την πνευματική και ηθική καταξίωση οδοδείκτης, αν θέλουμε να λεγόμαστε και να είμαστε Έλληνες».

Στο σημείο αυτό προσθέτει πως η Εκκλησία «…συνέχισε και συνεχίζει την προσφορά της προς το λαό του Θεού και το Γένος των Ελλήνων, απτόητη από τις απειλές, αλώβητη από τις συκοφαντίες και τις προσβολές. Σήμερα, 148 χρόνια μετά, μέσα στη δεινή δίνη της οικονομικής κρίσης, που καλπάζει η ανεργία, που βαθαίνει η φτώχεια, η μόνη ελπίδα και καταφύγιο είναι και παραμένει η Εκκλησία. Καθώς το κοινωνικό Κράτος και οι Υπηρεσίες Πρόνοιας έχουν αποδυναμωθεί,  η Εκκλησία είναι ο μόνος «φορέας» που στέκεται δίπλα στον απογοητευμένο, απελπισμένο και εν πολλοίς καταπτοημένο Ελληνικό Λαό. Δεν εκφράζει μόνο πνευματικό και παραμυθητικό λόγο αλλά αναλαμβάνει και πάλι  έντονο κοινωνικό και φιλανθρωπικό ρόλο,  επεκτείνοντας την ιερουργία της έξω από τους Ναούς, «ιερουργώντας»  όπου υπάρχουν φτωχοί, άνεργοι, ανέστιοι, πεινασμένοι. Ο ρόλος της αυτός δεν είναι ούτε πρόσκαιρος, ούτε ευκαιριακός, αλλά βαθιά μυστηριακός»

Πνευματική τροφός και η κιβωτός της εθνικής μας αυτογνωσίας

Επανερχόμενος στο επίμαχο θέμα, αυτό της διδασκαλίας των Θρησκευτικών, είναι απόλυτος και ξεκάθαρος στις θέσεις του: «…Η Εκκλησία ήταν και είναι η πνευματική τροφός και η κιβωτός της εθνικής μας αυτογνωσίας. Στο πνευματικό της αρτοφόριο περικλείει όλα τα στοιχεία της εθνικής μας ιδιοπροσωπίας, που πρέπει να μεταλάβουν οι νέοι μας μέσα στις σχολικές αίθουσες, που θα πάψουν να είναι μόνο διανεμητήρια γνώσεων, αλλά θα μετατραπούν και σε εργαστήρια διάπλασης ψυχών, κάτι, άλλωστε, που αποτελεί και Συνταγματική επιταγή, αφού κατά το άρθρο 16 του Συντάγματος “H παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες.” Ελεύθερος και υπεύθυνος πολίτης, είναι αυτός που έχει τη δυνατότητα και την ικανότητα ελεύθερης επιλογής. Αλλά, για να υπάρξει μια τέτοια επιλογή, θα πρέπει να προηγηθεί διδαχή, είτε αφορά τη θρησκεία, είτε την πολιτική, είτε τη φιλοσοφία. Σε αντίθετη περίπτωση, γίνονται έρμαια και καταναλωτές ιδεών και ιδεολογιών απαθείς, έχοντας απλά την ψευδαίσθηση της ελεύθερης επιλογής»

Καταλήγοντας θα δηλώσει πως  «Ίσως, το μάθημα των Θρησκευτικών, σε νέες, υγιείς βάσεις δομημένο και από δασκάλους-ιεραποστόλους διακονημένο να αποτελεί τη λυδία λίθο, το εφαλτήριο για μια νέα εθνική παλιγγενεσία, όχι μόνο πολιτική, αλλά και κυρίως ηθική και πνευματική! Γι` αυτό και θα πρέπει να ζητούμε περισσότερα Θρησκευτικά στα Σχολεία μας… Γιατί, περισσότερα Θρησκευτικά σημαίνει περισσότερη ανθρωπιά, περισσότερη αλληλεγγύη, περισσότερη αγάπη, ειρήνη και δικαιοσύνη, που, κακά τα ψέματα, δεν μπορούν να διδάξουν ούτε τα Μαθηματικά, ούτε η Φυσική, ούτε η Πληροφορική»

«Εύχομαι αυτή η δέσμευση της Πολιτείας να τηρηθεί»

Στην τελευταία ερώτηση, αναφορικά με τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας, μετά μάλιστα τα πρόσφατα δημοσιεύματα για το μάθημα των Θρησκευτικών στα σχολεία, επανέλαβε πως  «Τα τελευταία χρόνια η Εκκλησία συνεργάζεται με την Πολιτεία. Πρέπει να συνεργάζεται μαζί της και με το αρμόδιο Υπουργείο Παιδείας. Δεν μπορεί μόνη της και στο θέμα των θρησκευτικών να αυτενεργεί. Τα τελευταία χρόνια η Εκκλησία, αφότου δημιουργήθηκε το θέμα της ύλης του μαθήματος των θρησκευτικών βρίσκεται σε διάλογο με το αρμόδιο Υπουργείο».

Ο κ. Δωρόθεος Β΄ θεωρεί φυσικό να εξακολουθεί ο κ. Φίλης να υποστηρίζει τις απόψεις του. «Ο κ. Φίλης, μετά την απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, που είναι αποτέλεσμα προσφυγής αδελφού Σεβασμιοτάτου Μητροπολίτη για τη συνταγματικότητα ή μη των απόψεών του επί του θέματος των θρησκευτικών, δικαιολογείται να υποστηρίζει μέχρι σήμερα τις θέσεις του. Όμως, ακραίες λέξεις για την Εκκλησία όχι απλώς δεν της αξίζουν και δεν της αρμόζουν, αλλά θα πρέπει να γίνονται μετά φειδούς γιατί η Εκκλησία ούτε σκοταδισμό ποτέ έφερε στον τόπο ούτε τον καλλιέργησε. Αντίθετα, υπήρξε πνευματική τροφός και κιβωτός του γένους μας, των πατέρων και των προγόνων μας. Αγωνίστηκε μαζί τους, ιδιαίτερα σε δύσκολες στιγμές για το έθνος. Σήμερα η Εκκλησία συνεχίζει να βρίσκεται σ’ αυτόν τον διάλογο. Μάλιστα η Ιεραρχίες που συνεκλήθησαν μόλις προέκυψε αυτό το θέμα, όρισαν μία Επιτροπή από τρεις Μητροπολίτες προκειμένου να συνδιαλέγεται με το Υπουργείο Παιδείας. Υπάρχει από πλευράς Υπουργείου μια δέσμευση προς την Εκκλησία, ότι δεν θα εκδοθούν καινούργια βιβλία ή τετράδια όπως λέγονται τώρα, εν δεν τύχουν της εγκρίσεως της Εκκλησίας», είπε καταλήγοντας, με την από μέρους του ευχή «Αυτή η δέσμευση της Πολιτείας να τηρηθεί».