Είχε πάρει το δρόμο της. Είχε παντρευτεί. Είχε κάνει παιδιά. Ήταν ευτυχισμένη. Κι έκανε όλα όσα αγαπούσε. Είχε αρχίσει να συνηθίζει τις απουσίες των αγαπημένων της. Έχασε πατέρα, μάνα- έζησαν τα χρόνια τους. Ποτέ όμως δεν τους χόρτασε. Αχόρταγη ήταν! Της είχε παίξει βέβαια κι η ζωή, σκληρό παιχνίδι, τραγικό, ανέλπιστο, αδιανόητο!

Ένα βουρκωμένο απόγευμα είχε μάθει από την ξαδέρφη της, που όπως αποδείχθηκε ήταν αδερφή της, ότι την είχανε λέει, υιοθετήσει! Πώς έγινε αυτό; Εκεί, όπως ήταν ευτυχισμένη με τους γονείς της κι ανέμελη, ξαφνικά, χάθηκε ο κόσμος από τα μάτια της,  μαύρισε η ψυχή της. Είχε μείνει έκπληκτη! Δεν πίστευε στα αυτιά της όταν το άκουσε… Η μάνα της, η αγαπημένη, ο πατέρας της… αδιανόητο, δεν ήταν οι πραγματικοί  γονείς της; Πώς έγινε αυτό; Χωρίς να τη ρωτήσουν; Ένας τεράστιος, μαύρος ουρανός πλάκωσε την ψυχή της. Τη σκέπασε , βίαια, αλύπητα, καταλυτικά.  Σκοτεινός και φοβερός, άδικος, επέβαλε την σκληρή παρουσία του, μέσα σε μια στιγμή,  απλώθηκε σ’ όλο της το είναι- ήταν σαν ένας μικρός θάνατος! Καλύτερα να πέθαινε, σκεφτόταν. Αλλά, έπρεπε να ζήσει. Δεν θα την ξεχνούσε ποτέ στη ζωή της εκείνη τη στιγμή.  Πικρή στιγμή! Πόνος! Δεν τη χωρούσε ο τόπος όλη μέρα, έως το βράδυ που αποκοιμήθηκε. Ν’ ανοίξει η γη να την καταπιεί καλύτερα, παρά να συνεχίσει να ζει… Κι όμως, έζησε.

Με τα χρόνια κάλμαρε ο πόνος που είχε νιώσει τότε. Τους έβλεπε όλους γύρω της με μάτια γεμάτα απορία, απόγνωση, μίσος αφανέρωτο. Και για τον ίδιο της τον εαυτό. Όχι, δεν ήταν μίσος αυτό που ένιωθε τελικά, αγάπη ήταν ανεκπλήρωτη, χαμένη!  Δεν ήθελε κανέναν τους να αδικήσει. Ήθελε να  τους φερθεί καλά. Κι ας μην της είχαν φερθεί εκείνοι. Κι ας της είχαν κρύψει, την αλήθεια. Έπρεπε να μεγαλώσει. Πιο «μεγάλη» απ’ τον πόνο της να γίνει, να συγχωρέσει. Ήθελε να τους καταλάβει… Τα πώς και τα γιατί, στην αρχή τη βασάνιζαν. Σιγά-σιγά χάθηκαν. Τη θέση τους  πήρε η αγάπη! Μόνο έτσι μπόρεσε να γιάνει η ψυχή της. Γέμισε αγάπη!

Έφερε στον κόσμο τα παιδιά της. Έγινε μάνα. Τότε, κατάλαβε. Ακόμη πιο αδιανόητο της φάνηκε αυτό που είχε συμβεί.  Πώς ήταν δυνατόν να αφήσει κανείς το παιδί του; Να το «δώσει» Να του το μεγαλώσει άλλος; Το βλαστάρι του; Το σπλάχνο του; Το είναι του; Τα μάτια του τα δύο;

Ποτέ της δεν μπόρεσε να εξηγήσει πώς έγινε αυτό. Ούτε να το δικαιολογήσει. Πέρασε μια ζωή… Οι άνθρωποί της καθρεφτίστηκαν πάνω της. Άφησαν τα σημάδια τους.

Εκείνη… η μάνα της… ήταν άγια γυναίκα! Μια μελιστάλαχτη φωνή βγαλμένη από ένα πελώριο, ολοκάθαρο πρόσωπο! Τυλιγμένη σ’ ένα πλατύ, ζεστό, καλοσυνάτο χαμόγελο που έσταζε αγάπη και γλύκα! Ο Θεός φαίνεται… η ζωή…(;)- δεν ήξερε-  ο χαρακτήρας… της είχαν δώσει τη «δυνατότητα» ν’ «αγιάσει» Πώς θα μπορούσε να ήταν συνειδητή επιλογή της; « Ευλογημένο το χώμα που τη σκεπάζει, ελαφρύ να είναι…» σκέφτηκε. «Ήταν θέλημα Θεού…» της είχε πει. Τότε, έτσι τα δικαιολογούσαν όλα…(!) Δεν ήξερε τι να της πει. Πάντως, αυτή η γυναίκα, η μάνα της, είχε ζήσει μαρτύριο μεγάλο! Κατερίνα, τη λέγανε. Σαν την μεγαλομάρτυρα… κι αυτή! Έβλεπε το παιδί της να μεγαλώνει στα χέρια μιας ξένης, χωρίς να το χαίρεται η ίδια. Κοντά όμως, στον πιο αγαπημένο της άνθρωπο, τον αδερφό της. Του είχε, φαίνεται, απεριόριστη εμπιστοσύνη ότι θα της το προσέχει, το βλαστάρι της, το σπλάχνο της. Κι  εκείνος, το ήξερε, κι αυτό είχε κάνει. Την πρόσεχε σαν τα μάτια του τη μικρή! Ήταν αίμα του. Το παιδί της αδερφής του, δυο φορές παιδί του! Ήταν δικό του παιδί!  Έτσι το ένιωθε. Σ’ όλη του τη ζωή, της έδωσε μόνο αγάπη, τρυφερότητα, φροντίδα και καλοσύνη! Δεν θυμόταν ποτέ να τη στενοχώρησε, να την αδίκησε, να μην τη νοιάστηκε. Ήταν τυχερή! Το ήξερε! Μακριά από τους πραγματικούς της γονείς, αλλά, κοντά σ’ εκείνον τον άνθρωπο… το διαμάντι της!

Τον πατέρα που θα ήθελε να έχει, είχε! Κοντά στη δική του αγάπη- κι επειδή κι εκείνη ήθελε πολύ ένα παιδί που δεν μπορούσε να αποκτήσει-  η γυναίκα του, δεν μπορούσε να μη δώσει κι εκείνη, τη δική της αγάπη. Υπήρχε μεταξύ τους υγιής ανταγωνισμός, και ζήλος, γι’ αυτό το παιδί. Ποιος θα το φροντίσει πρώτος… (!) ποιος θα είναι ο καλύτερος. Η χαρά τους ήταν απερίγραπτη!  Το είχαν ανάγκη… ένα δικό τους παιδί! Δεν ήξεραν πώς να το χαρούν… αυτό το δώρο της ζωής… το δώρο της Κατερίνας!

Πέρασαν χρόνια, πολλά. Ένας-ένας ξεκίνησαν για  το μεγάλο τους ταξίδι. Πρώτα, έφυγε ο αγαπημένος της! Εκείνος, ο αναντικατάστατος πατέρας.  Μια μοσκοβολιά… η ψυχή του! Όλον τον κόσμο αγαπούσε. Κι όλος ο κόσμος του το ανταπέδωσε. Ο «ίσκιος» του την ακολουθούσε και θα την ακολουθούσε σε όλη της τη ζωή. Συντρόφευε κάθε της βήμα.  Την αγάπη του για τον παραδοσιακό χορό, το τραγούδι, τη μουσική, την αφήγηση των λαϊκών παραμυθιών- ήταν καταπληκτικός αφηγητής παραμυθιών- της τα είχε μεταδώσει. Στα δικά του χνάρια πατούσε. Κι ονειρευόταν! Ήταν σαν να είχε κλείσει στην καρδιά της το μεράκι του. Η μοίρα, της είχε στερήσει πολλά, αλλά της είχε στείλει  κι έναν άγγελο να τη φυλάει!

Μετά, έφυγε η ηλιαχτίδα της! Η φυσική της μάνα. « Να, μια τέτοια λέξη θα της ταίριαζε…» σκέφτηκε. Ήταν η ηλιαχτίδα της! Εκείνη που ερχόταν σιωπηλά, αθόρυβα,  πιστή στη θυσία που είχε τάξει. Ερχόταν γλυκά, καθόταν στα μαλλιά της, χρύσιζε, κι ύστερα… έφευγε… Έτσι, όπως στα μαλλιά της, τώρα χρύσιζε μέσα στην ψυχή της, η ανάμνηση της!

Τη χαιρετούσε- κάθε Σάββατο που ερχόταν να τη δει, όσο μεγάλωνε- με το πιο τρυφερό μητρικό της βλέμμα που όμοιο του δεν υπήρχε. Κι εκείνη τίποτα δεν ήξερε. Ανυποψίαστη, χαρούμενη, πάντα της απαντούσε μ’ ένα χαμόγελο. Και πάντα μέσα της, αναρωτιόταν… «τι καλή που είναι αυτή η θεία μου…(!) Είναι η καλύτερη μου θεία(! ).Πόσο την αγαπάω…»  Κι ήταν, η μάνα της! Δεν το χωρούσε ο νους της. Αυτός ο άγγελος… (!) ήταν, η μάνα της; Το είχε καταλάβει… χωρίς να ξέρει, ακριβώς, τι συμβαίνει. Το είχε νιώσει…

Μετά, έφυγε η μάνα της. Την αγάπησε με όλη της την ψυχή! Το ήξερε καλά πόσο την είχε αγαπήσει κι εκείνη. Εκείνο το βλέμμα της… πριν φύγει, δεν θα το ξεχνούσε ποτέ. Δεν είχε ξαναδεί τέτοιο βλέμμα… με τόση πελώρια αγάπη γεμάτο, με τόση συγνώμη, σχεδόν ικεσία!  Σαν να ήταν η ζωή της, η κόρη της… που δεν ήθελε να την αφήσει. Την ευχαριστούσε μ’ εκείνο της το βλέμμα… που ήταν επιεικής μαζί της, αληθινή, δεν την εγκατέλειψε ποτέ, της κράτησε ζεστά το χέρι στο «νεκρικό» της κρεβάτι που έσβηνε σιγά- σιγά. Ήταν σαν να της έλεγε: «Σ’ ευχαριστώ που ήσουν στη ζωή μου, κορίτσι μου γλυκό, θα σ’ αγαπώ για πάντα! Πώς να σ’ αφήσω και να φύγω; Δεν θέλω να φύγω… Εδώ κοντά σου θα μείνω, σε μια ακρίτσα, να μη μιλάω. Συγχώρεσε με αν σε πίκρανα, αν πίκρανα κι άλλους. Δεν το ήθελα. Πάντως να ξέρεις θα σ’ αγαπώ για πάντα! Αν υπάρχει άλλη ζωή, και στην άλλη μου ζωή θα σ’ αγαπώ! Να ‘χεις την ευχή μου, κούκλα μου!» Εκείνο το παιδί που αξιώθηκε εκείνο το βλέμμα, ήταν παιδί της! Την περιείχε.

Την είχε μεγαλώσει με πολλές φροντίδες κι  αφοσίωση. Είχε ξενυχτίσει στο πλευρό της όταν αρρώσταινε. Παιδάκι, τη στόλιζε και την έντυνε σαν κούκλα, την είχε σαν μπιμπελό, τη λάτρευε. Την καμάρωνε. Της έμαθε να δουλεύει, ν’ αγαπάει αυτό που κάνει, να θέλει να είναι η καλύτερη! Νοικοκυρά, μερακλού- όπως η ίδια- κιμπάρισσα, έξω καρδιά! Να ξέρει να ζει τη ζωή της, να τραγουδά, να χορεύει, ν’ αγαπάει την τέχνη. Όπως  κι εκείνη είχε αγαπήσει τον αργαλειό της, τα υφαντά, τα πλεκτά της τα όμορφα, τα σφικτοκαμωμένα, τα φινετσάτα. Τις νόστιμες μακεδονίτικες πίτες της, τα γλυκά του κουταλιού, το κυδώνι, το κεράσι, το σύκο. Του ταψιού… τον τέλεια σιροπιασμένο μπακλαβά τα Χριστούγεννα, το κανταΐφι! Τα τυριά, το βούτυρο από το φρέσκο γάλα της αγελάδας τους, τα τουρσιά! Όλα, έργα των χεριών της!

Ο τελευταίος κρίκος της αλυσίδας των γονιών της, ήταν ο φυσικός της πατέρας. Μόνο αυτός της είχε απομείνει. Είχε και δυο αδέρφια.  Δεν τον είχε γνωρίσει καλά ποτέ. Μόνο όσο είχαν συναναστραφεί  στις επισκέψεις που αντάλλασσαν. Δεν ήθελε να του τηλεφωνεί, ούτε να πηγαίνει να τον βλέπει. Εκείνου, η χαρά του ήταν όταν την έβλεπε. Έλαμπαν τα μάτια του! Μίλησαν στο τηλέφωνο στη γιορτή της. Άρχισε να της τραγουδάει τραγούδια…  Ήξερε πολλά, μ’ όλους τους στίχους και τις μουσικές τους. Έπαιζε ακορντεόν! Τραγουδούσε μαζί του κι εκείνη, η μάνα της, με την γλυκιά φωνή, με την καλή καρδιά της!

Δεν ήταν ο μόνος στην οικογένεια που έπαιζε μουσικό όργανο. Εκείνη είχε μεγαλώσει, όχι ακούγοντας  το ακορντεόν, αλλά τη φυσαρμόνικα! Το σπίτι της ήταν πάντα γεμάτο χορούς και τραγούδια!  Απ’ όλους τους χορούς. Όχι μόνο παραδοσιακούς. Χόρευε με τον πατέρα της ταγκό, βάλς, ζλό, σουίνγκ. Εκείνος της τα είχε μάθει. Χόρευε κι ωραίο χασαποσέρβικο! Δεν πατούσε στη γη, πετούσε! Είχε παιδευτεί πολύ ν’ « αρπάξει» το βήμα του. Τόσο τέλειος και σβέλτος ήταν ο τρόπος που χόρευε. Τόσο ανάλαφρο το πάτημα του!

«Θα ‘ρθω να σε δω να μου τα πεις, όλα τα τραγούδια που ξέρεις!» του είπε κι  ευθύς ξεπρόβαλε μέσα της μια σκέψη. Να, έτσι θα μπορούσε να τον προσεγγίσει… μέσα απ’ τα τραγούδια του που τόσο αγαπούσε.  Αυτό είχε να της δώσει… Δεν θα του το αρνιόταν. «Κοπέλα μου»  της είπε τρυφερά, «να είσαι πάντα καλά!» Η φωνή του την άγγιξε. Ένιωσε πόσο σημαντική ήταν για ‘κεινον. Ήξερε από τα δικά της παιδιά… τι σήμαινε… το παιδί(! )Τον κατάλαβε. Τον πόνεσε. Δεν έπρεπε  για κανένα λόγο να μένει μακριά του, σκέφτηκε, να τον πλησιάσει έπρεπε, όπως μπορούσε χωρίς να ντρέπεται γι’ αυτόν, χωρίς να τον νιώθει ξένο, να τον συγχωρήσει έπρεπε. Ήταν αίμα της!

Κι ήταν, ο «μόνος»(;) άνθρωπος που δυσκολεύτηκε να δώσει τη συγκατάθεσή του. Το ήξερε από εκείνο το περιστατικό… Τον περίμεναν  μέσα στο ταξί να φύγουν για τη Θεσσαλονίκη. Το δικαστήριο θα γινόταν εκεί. Θα πήγαιναν να δώσουν τη συγκατάθεση τους. Νομική διαδικασία. «Εκούσια» δήλωση. Εκείνος δεν ακολουθούσε. Καθυστερούσε, δεν ερχόταν. Περίμεναν ώρα… Αργούσε. Είπαν να μην πάνε τελικά…  Δυσκολεύτηκε να το αποφασίσει, να το δεχτεί. Δεν ήθελε. Μια ζωή για να δικαιολογηθεί, έλεγε: «Όποιο δάχτυλο κι αν μου κόψεις το ίδιο θα πονέσω.» Τ’ αγαπούσε τα παιδιά του. Με τον τρόπο του. Μα πιο πολύ αγαπούσε τη μουσική και το χορό! Είχε από πού να «πάρει…» σκέφτηκε.

Κι οι δύο πατεράδες της μερακλήδες! Ότι κυλούσε μεσ’  το αίμα της, κι ότι βίωσε, ήταν δικό τους, κι αυτή δική τους ήταν, σκέφτηκε, κι ένιωσε μέσα της ανακούφιση. Θα είχε τώρα, ένα λόγο να του τηλεφωνεί, να της τραγουδάει τα τραγούδια του… τα δικά του, κι εκείνα που έμαθε απ’ τους γονείς του.

Ο παππούς, κι η γιαγιά που είχε τ’ όνομά της, ήταν Ρωμυλιώτες, ήρθαν πρόσφυγες από την Ανατολική Ρωμυλία! Ο παππούς απ’ τα Βοδενά, η γιαγιά απ’ τον Στενίμαχο-  την Ελληνική Βόρεια Θράκη (!) πριν προσαρτηθεί στους Βούλγαρους. Από εκεί, έφεραν τις «ζωές» τους, τα τραγούδια, τους χορούς, το γλωσσικό τους ιδίωμα, τα έθιμα τους. Ήταν Έλληνες! Κι όταν ήρθαν στη Μακεδονία το  ’24, με την ανταλλαγή των πληθυσμών, τους είπαν «Βουλγαροπρόσφυγες!» Ήταν όμως Έλληνες!

Ερμούπολη, 04-12-2018                                                  Μαρία Π.Κρόντη