«Ναι… εκεί ανήκουμε. Σ’ εκείνη τη γη, σ’ εκείνους τους ανθρώπους της ζωής, του αίματος.» ψιθύρισα… Τελικά δεν «τραβάει», δεν μαγνητίζει, μόνο το αίμα. Δεν μας φέρνουν κοντά μόνο οι δεσμοί αίματος. Είναι και η γη που πάνω της άφησαν το «αποτύπωμά» τους,  το χνάρι τους, αυτοί που μόχθησαν εκεί… κι έσταξε ο ιδρώτας τους προσώπου τους πάνω της.

Το αεροπλάνο θα πετάξει σε δυο ώρες. Είμαι στο αεροδρόμιο Μακεδονίας και περιμένω. Εικόνες στα μάτια μου πέρασαν πριν από λίγο, όσο ταξίδευα από την Αλεξάνδρεια Ημαθίας, για τη Θεσσαλονίκη. Γέμισαν χρώματα της άνοιξης, στην πατρίδα! Ο Βάλτος, ο αγαπημένος! Οι ανθισμένες ροδακινιές… Ο απέραντος ορίζοντας… Το « Μηδέν» το λεγόμενο. «Από πού θα πάς; Από το «Μηδέν» λέγαμε, το δρόμο που διασχίζει το Βάλτο, από όπου θα περνούσαμε, για να βγούμε στην Εθνική οδό.

Εδώ στο Βάλτο είχε χωράφι ο παππούς. Στον εμφύλιο τον σκότωσαν επειδή δεν παρέδωσε το χωράφι του. Τότε οι Ταγματασφαλίτες δρούσαν ανενόχλητοι τρομοκρατώντας και σκοτώνοντας κατά βούληση. «Έμεινες χήρα στα είκοσι εννιά σου. Με τρία ορφανά. Γιαγιά μου…» είπα μέσα μου. Μου έστειλε μήνυμα στο κινητό, η αδερφή μου. Μου θύμισε με δυο λόγια την ιστορία της γιαγιάς που δεν γνωρίσαμε. Άρχισα να κλαίω. Προσπαθούσα να συγκρατήσω τα δάκρυα μου. Χαμήλωσα τα μάτια. Ήθελα να τα κρύψω κάτω απ’ τα βλέφαρά μου, αλλά εκείνα δεν με υπάκουαν. Συγκρατήθηκα. ΄

Έχω τ’ όνομά της. Μια θεία μου που την έζησε, στο Βάλτο, κοπέλα, να δουλεύει στα βαμβάκια, μου είπε ότι της μοιάζω πολύ. Ήτανε όμορφη και γλυκιά, όλο με τα αστεία της. Έξυπνη, κεφάτη και χαμογελαστή. Άνθρωπος της παρέας και της ξεγνοιασιάς, «έξω καρδιά» Παρόλη τη φτώχεια και τις δυσκολίες.

Η γη! Πάνω σ’ αυτή δεν μένουν μόνο τα χτισμένα σπίτια που όταν φεύγουν οι άνθρωποι αυτά πέφτουν, μένουν κι οι ψυχές! Περιδιαβαίνουν, περιπλανιούνται εκεί που έζησαν.  Κι η δική μας ψυχή… αναζητά τις ρίζες. Καταθέτει τον εαυτό της, σαν μνημόσυνο στους αγαπημένους, ή αυτούς που δεν πρόλαβαν να γίνουν αγαπημένοι όπως ήταν η γιαγιά μου κι ο παππούς που δεν τους γνώρισα. Μα… όμως τους αγαπώ… η ιστορία τους με συγκλονίζει.

Τον παππού λοιπόν, τον σκότωσαν στον Εμφύλιο. Έμεινε η γιαγιά μόνη με τρία παιδιά. Δούλεψε σκληρά στο Βάλτο ,στα βαμβάκια, να τα μεγαλώσει. Σε μια καλύβα ζούσαν κάτω από άθλιες συνθήκες. Σαν σήμερα, 12 του Μάρτη του ’67, παντρεύτηκαν ο πατέρας κι η μάνα. Μετά από ένα χρόνο γεννήθηκα εγώ. Μετά η αδερφή μου, αργότερα ο αδερφός μου. Η γιαγιά δεν πρόλαβε να δει εγγόνι. Την «χτύπησε» ο καρκίνος στο στήθος, στα πενήντα τέσσερα. Χόρεψε στο γάμο του γιού της ξέροντας ότι θα πεθάνει.  Έτσι κι έγινε ένα σχεδόν ένα μην αργότερα. Έφυγε ανήμερα της δικτατορίας της 21ης Απριλίου, το ’67. Δεν πρόλαβε να χαρεί ούτε να νταντέψει εμάς τα εγγόνια της. Τόσο νέα έφυγε… και τυραννισμένη. Προσφυγοπούλα ήρθε στη Μακεδονία αφήνοντας πίσω τη ζωή της, το σπίτι, τη γη της Ανατολικής Ρωμυλίας, κι έφυγε τόσο νέα…

Πέρασε σίγουρα πολύ δύσκολα. Μέσα στη φτώχεια και τη σκληρή δουλειά. Μεγάλωσε μόνη τα παιδιά της. Τότε οι γυναίκες γεννούσανε στα χωράφια. Ο πατέρας γεννήθηκε με δυσμορφία στο  ένα αυτί του. Δεν είχε σχηματιστεί καθόλου. Άκουγε μόνο από το ένα που ευτυχώς ήταν κανονικό. Δεν υπήρχαν τότε χρήματα για πλαστικές αν υποθέσω πως η επιστήμη ήταν εξελιγμένη αρκετά ώστε να αντιμετωπιζόταν το πρόβλημά του που στην ουσία ήταν καθαρά  αισθητικό. Σαν παιδί ή σαν έφηβος σίγουρα θα πληγώθηκε, θα στιγματίστηκε από το στενό περιβάλλον του χωριού, τους συνομηλίκους του. Θα τον πόνεσε μια ολόκληρη ζωή αυτό. Εμείς που είμαστε αρτιμελείς και αισθητικά άψογοι, σίγουρα δεν θα μπορούσαμε να καταλάβουμε ποτέ, με κανένα τρόπο, πώς ένιωσε εκείνος. Έμεινε κι ορφανός στα δέκα του. Διπλό κακό τον είχε βρει.

Ο Βάλτος, ο τόπος που έζησε η γιαγιά μου! Τώρα ξέρω γιατί αισθάνομαι έτσι, εδώ… Εκτός από τους αγαπημένους φίλους στο Νησί Ημαθίας-τόπο παραθέρισης για μένα κάποτε-το βλέμμα μου περιπλανιέται στο Βάλτο… Ψάχνει… Αφουγκράζεται… Ζητά! Εκεί περιπλανιέται η ψυχή της γιαγιάς και του παππού. Ο τόπος του  προσωπικού «μαρτυρίου» τους, η ιστορία τους ήταν. Ο τόπος των φονιάδων. Το γέλιο της ηχεί θαρρείς, μέσα μου τη στιγμή που φέρνω στη σκέψη μου τα χωράφια, τα δέντρα, τον Μακεδονικό ορίζοντα! Τα χέρια της ακουμπούν –χωρίς να το ξέρω- στο πρόσωπό μου. Το χαϊδεύουν, όπως δεν με χάιδεψε ποτέ. Χτενίζουν τα μαλλιά μου, όπως δεν με χτένισε ποτέ… «Κορίτσι μου…» λέει…  την ακούω… Εκείνη έρχεται. Στη σκέψη μας. Στη ζωή μας. Απροσδόκητη και κατά βάθος τόσο επιθυμητή. Δική μας.

Ο άδικος χαμός του παππού, ζητά εξιλέωση. Στη γη της Μακεδονίας έβαλαν τη σφραγίδα τους. Σφραγίδα ζωής, άδικου για εκείνον, μόχθου για εκείνη. Το χτες συναντά το σήμερα. Η ομίχλη, η βροχή, δεν θολώνει τον ορίζοντα της ζωής, μα… τον καθαρίζει. Έφερε θαρρείς χαμηλά στη γη τις ψυχές τους, να με βρουν, να τους βρω! Τα νιάτα τους «βγήκαν» μέσα απ’ τα χώματα, ταξίδεψαν, περπάτησαν στα χωράφια, ήρθαν ξανά, ν’ αγαπηθούν από μένα, το εγγόνι τους. Περιπλανήθηκαν στον αγιασμένο τόπο μας, όπως περιπλανιέμαι κι εγώ που τον έχω νοσταλγήσει, γιατί ζω μακριά του. Όποιος είναι μακριά από την πατρίδα είναι πιο πατριώτης! Πονά και αγαπά τον τόπο του, πιο πολύ! Πλαταίνει μέσα του αυτή η αγάπη και δυναμώνει…

Έτσι συνάντησαν την ψυχή μου η γιαγιά κι ο παππούς μου δίνοντάς μου μια «εξήγηση» μια αξία μέσα μου μοναδική, στη νοθευμένη, στείρα, ψευδή πραγματικότητα που χάνονται αξίες, μνήμες, ρίζες…

Τι να πω… πως είμαι περήφανη που έχω το όνομα της γιαγιάς; Ήταν ένας μικρός ήρωας της ζωής, κι αυτή η ψυχή, κι η αδικοχαμένη του παππού μου. Τυραννισμένοι άνθρωποι… (!) δεν τους έφτανε η  προσφυγιά που πέρασαν όταν ήρθαν από την Ανατολική Ρωμυλία… δεν τους έφτανε η φτώχεια… Ήταν σημαντικοί μέσα στην απλότητα τους, της ζωής, της ατυχίας, του μόχθου, της αθώας ψυχής τους. Εκείνους τους απλούς ανθρώπους , τους δικούς μας, τους πονεμένους, τους αδικημένους, τους πικραμένους, τους δοκιμασμένους, τους αδικοχαμένους, τους «περιέχουμε» στο DNA μας, είναι συστατικό μας!

Συστατικό αναλλοίωτο που δίνει αίμα και ψυχή στα χρόνια μας τα ψευτισμένα, στο δρόμο, τον δύσκολο πάντα της «αρετής»  εκείνο που κάνει τη διαφορά στην ψυχοσύνθεσή μας, στον τρόπο σκέψης… που ομορφαίνει τη ζωή μας!

Κι η γη, ω… η γη! Η αγαπημένη! Τραγουδισμένη απ’ τα τραγούδια και τα γέλια τους, ποτισμένη από τον μόχθο τους, τυλιγμένη από τον καθαρό αέρα, της ψυχής τους! Αυτή περιπλανιέται εδώ, είναι εδώ για πάντα! Την αναγνωρίζουν τα γονίδια που εμείς κουβαλάμε. Σε κάθε γωνιά της βρίσκουμε μνήμες… κι όταν αυτές δεν υπάρχουν, τις γεννάμε! Έτσι νιώθω κάθε φορά που επιστρέφω στην πάτρια γη, της καρδιάς μου, την Μακεδονία!

Ερμούπολη, 16-03-2019                                      Μαρία Π. Κρόντη