Είχε μεγαλώσει μόνη της σαν ένα λουλούδι ολομόναχο σ’ έναν όμορφο κήπο. Με ανθρώπους που την είχαν αγαπήσει. Αυτό την έκανε χαρούμενη μέσα στην παράξενη μοναξιά της.

Έτρεχε ανέμελα, με όλη της τη φόρα και τη χαρά, να συναντήσει τις φίλες της. Έτρεχε… κι ο αέρας της χάιδευε γλυκά το πρόσωπο, χτένιζε απαλά τα μαλλιά της. Έλαμπε ένα χαμόγελο σχεδόν μόνιμο στο πρόσωπό της. Φαινομενικά ήταν ένα χαρούμενο παιδί. Ευχαριστημένο. Αυτό έδειχνε. Μέσα της όμως, διαρκώς ξεχείλιζε κάτι σαν θλίψη. Πάντα ήταν έτοιμα τα δάκρια στα μάτια της χωρίς να ξέρει το γιατί. Μ’ έναν ανεξήγητο τρόπο ήταν σαν να καταλάβαινε όλα όσα συνέβαιναν γύρω της. Κάτι περίεργο συνέβαινε… Δεν ήξερε, ούτε μπορούσε να φανταστεί τι, όμως, δεν της το έβγαζες από το μυαλό, πως κάτι συνέβαινε…

Ερχόταν το αδέρφι της να την δει. Έπαιζαν μαζί, έτρωγαν μαζί, περνούσαν πολλές ώρες μαζί. Μα… τα βράδια εκείνη έφευγε στο σπίτι της, κουβαλώντας, δεν ήξερε κι αυτή πόσα χρόνια, το μεγάλο μυστικό τους. Ένα μικρό παιδί με ένα τόσο μεγάλο μυστικό στην πλάτη του…! Έτσι φανταζόταν την αδερφή της, τη γνωστή της άγνωστη!

Εκείνη ήξερε ότι ήταν δικιά της. Πήγαινε κι ερχόταν ακούραστη κάθε μέρα στο σπίτι της, να τη δει, να τη φροντίσει, να της κάνει παρέα που ήταν μόνη. Πάντα σιωπηλή κρατώντας στην ψυχούλα της το επτασφράγιστο μυστικό. Δεν έπρεπε να μάθει μην λυπηθεί και τους φύγει. Ο θείος και η θεία ήταν καλοί άνθρωποι. Χρειάζονταν ένα παιδί. Έπρεπε να τους τη δώσουν. Και τους έδωσαν την αδερφή της! Το δέχτηκε σαν κάτι πολύ φυσιολογικό. Ή μάλλον μέσα της… δεν μπόρεσε ποτέ να το δεχτεί. Έπρεπε όμως να το κάνουν αυτό το καλό. Κι εκείνη έπρεπε να κρατήσει το μυστικό. Ήσυχα, ήσυχα να ζήσει μαζί της, χωρίς ποτέ να την ενοχλήσει. Ήταν δικιά της, ήταν δικιά τους, αλλά, την έδιναν στον καλό της θείο. Πώς μπορούσαν να του την αρνηθούν; Σ’ εκείνον τον άνθρωπο κανείς δεν μπορούσε να αρνηθεί τίποτε! Όλοι είχαν με τον τρόπο τους συγκαταθέσει να μείνει εκεί η αδερφή της, σ’ εκείνο το σπίτι- ήταν χαρούμενο σπίτι, την αγαπούσαν πολύ, τη στόλιζε η μαμά της, μαγείρευε ωραία, και κάθε μέρα «το αδέρφι» πήγαινε να τη βλέπει. Κάθε μέρα! Ανελλιπώς! Μα γιατί, ποτέ της δεν κατάλαβε τίποτε η Άννα… της είχε κάνει τρομερή εντύπωση της Πετρούλας. Ήταν στον κόσμο της τελικά αυτό το κορίτσι. Ποτέ της δεν μπόρεσε να καταλάβει, τι θυσία είχε κάνει γι’ αυτήν! Να πηγαίνει κάθε μέρα να την βλέπει, να ξέρει ότι είναι αδερφή της και να μην μπορεί, να μην πρέπει να της το πει…  χωρίς ποτέ να κουραστεί με όλο αυτό. Χωρίς ποτέ να λυγίσει. Ό,τι κι αν είχε να κάνει, όλα της τα μαθήματα τα τελείωνε γρήγορα, κι έτρεχε, να πάει κοντά της, δεν ήθελε να την αφήνει μόνη. Κι ήθελε κι εκείνη τόσο την παρέα της… λαχταρούσε να την δει. Να φάνε μαζί, να παίξουν, να τα πουν…

Η Άννα δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει πόσο η Πετρούλα της δινόταν με τη σκέψη της, με όλο της το είναι, ούτε και να φανταστεί πως ήταν αδερφή της. Ήταν για εκείνη, η πρώτη της ξαδέρφη που την αγαπούσε. Με το δικό της μυστικό τρόπο η Πετρούλα φρόντιζε την Άννα, κι ας είχε να φροντίσει πιο πολύ τον πόνο της καρδιάς της. «Γιατί η αδερφή της να μην ζει μαζί της, στο δικό τους σπίτι, αφού ήταν δικιά τους; Γιατί τους χώριζαν έτσι;  Γιατί ι έπρεπε έτσι να γίνει;  Γιατί δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά, και να την έχει μαζί της, κοντά της τουλάχιστον; Θα έπρεπε να θυσιάσει τη ζωή της, την αδερφή της, την «ανάγκη» της, να την φάει ο ποδαρόδρομος, για να… δώσει χαρά σ’ εκείνους. Ναι, έτσι έπρεπε να γίνει» το είχε πει στον εαυτό της. «Έτσι έπρεπε να γίνει; Ποτέ δεν θα μιλούσε; Δεν θα της φανέρωνε ότι ήταν δικιά τους; Κι έπρεπε να υποστεί τα πάντα, τα καπρίτσια της, την αδιαφορία της καμιά φορά, παιδική τη αφέλεια και σκληράδα;» Κατά βάθος όμως, χωρίς κι η ίδια να το ξέρει, η Άννα το ένιωθε. Ένιωθε παράξενα. Και μαζί της και μαζί με τους άλλους… Είχε παρατηρήσει τον εαυτό της. Κάτι περίεργα ανεξήγητα συναισθήματα χαράς! Όταν ήταν στην αγκαλιά της μάνας της… του πατέρας της… ένιωθε ένα περίεργο σκίρτημα, μια γλυκιά άνεση, κάτι… σαν ευτυχία… (!)

Η Άννα μεγάλωνε σαν μοναχοπαίδι. Το αδέρφι της όμως ήταν εκεί… ο φύλακας άγγελός της! Η υπομονή της, η απόλυτη σιωπή της, ήταν το μεγάλο της μαρτύριο! Το βάρος αυτό το κουβάλησε στην παιδική της πλάτη, το μυστικό τους ήταν κρυμμένο βαθιά μέσα στην ψυχή της. Μην πληγώσει την Άννα… μην τυχόν και το μάθει και πικραθεί. Κι εκείνη ας πικραινόταν… δεν πείραζε… Ένα μικρό παιδί που έπρεπε ξαφνικά να γίνει μεγάλος ήταν. Έπρεπε να μάθει να μην εκφράζει ελεύθερα αυτό που νιώθει. Ένα μικρό παιδί διαφορετικό από τα άλλα. Ένα μικρό παιδί που δεν του επιτρεπόταν να είναι μικρό…(!) Δεν θα μπορούσε να ζήσει εκείνη ποτέ της, την ανεμελιά της Άννας ,την «αγένεια» του παιδιού και την «αλαζονεία» Όπως κι η Άννα δεν θα μπορούσε ποτέ να ζήσει κοντά στην φυσική της μάνα και τον φυσικό της πατέρα. Αυτό ήταν το γραφτό της! Και της Πετρούλας αυτό ήταν… να μη ζήσει όπως ήθελε… ελεύθερα… την αδερφή της. Η παιδική της σκέψη έλεγε πως έπρεπε να κάνει υπομονή, για εκείνη! Την αγαπημένη της…

Και θυσίασε τα πάντα! Την παιδική της ηλικία, τη σκέψη, την ανεμελιά, τη λαχτάρα, τα πιο τρυφερά της συναισθήματα. « Ό,τι χάνεις γίνεται πιο δικό σου!» ψιθύρισε η Άννα. Της ανήκε. Όφειλε να της δώσει όλη τη χαρά που της είχε πάρει… που της είχαν πάρει. Δεν έφταιγε η Άννα αλλά ακόμα πιο πολύ, δεν έφταιγε κι η Πετρούλα.

Η Άννα βέβαια ήταν πολύ ευαίσθητη. Έκλαιγε πολύ εύκολα. Λυπόταν πολύ. Χανόταν ο κόσμος γύρω της όταν λυπόταν. Πικραινόταν…  Αβάσταχτη γινόταν κάθε της στενοχώρια, μικρή η μεγάλη. «Πονούσε» χωρίς να ξέρει το γιατί. Από τις συνθήκες όπου ζούσε- εκείνες τις «κρυφές» του κοινού μυστικού τους- που μόνο εκείνη δεν ήξερε, είχε μάθει να «διαβάζει» και να καταλαβαίνει τα πάντα. Αυτό γινόταν εν αγνοία της, όμως γινόταν κατά παράδοξο τρόπο. Τα παιδικά της χρόνια περνούσαν ανέμελα, γλυκά, με την τρυφερή αγάπη που της έδιναν μα… μ’ έναν ανεξήγητο για εκείνη, αντιφατικό τρόπο, «πονούσε!» Λυπόταν με το παραμικρό, συνέπασχε με το παραμικρό, έκλαιγε με το παραμικρό. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει αυτό… Αν πονούσε όμως η Άννα μια φορά, της Πετρούλας η ψυχή έλιωνε, τσακιζόταν, ήταν μόνη, φοβισμένη, ούτε μπορούσε να διαφωνήσει με όλο αυτό που τους συνέβαινε, ενώ ήξερε. Πολύ σκληρό! Πάλευε μέσα της μέχρι να βρει τον εαυτό της, μέχρι να κατευνάσει- αν το κατεύνασε ποτέ- το μεγάλο εκείνο παράξενο κενό της. Το κενό που της είχε αφήσει η απουσία στη ζωή της, της αδερφής της. Είχε αποφασίσει όμως, επειδή ακριβώς  τόσο πονούσε, να παλέψει…

Ήταν άριστη μαθήτρια. Είχε βάλει σκοπό της ζωής της να αποδείξει σε όλους πόσο άξιζε- ίσως έτσι καταλάβαιναν πόσο την είχαν αδικήσει κι εκείνη και την αδερφή της που δεν τις άφηναν ελεύθερες να χαρούν η μία την άλλη- και πως υπήρχαν πράγματα που εκείνη μόνη της μπορούσε να αποφασίσει γι’ αυτά και να της ανήκουν, χωρίς να εξαρτάται από τους άλλους, χωρίς να έχει ανάγκη κανένα. Δεν έπαψε όμως παρόλα αυτά να έχει ανάγκη την αδερφή της, τίποτα απ’ όλα όσα είχε πετύχει, δεν μπόρεσε να την αντικαταστήσει. Είχε χάσει ανεπιστρεπτί τις στιγμές εκείνες μαζί της που άλλα παιδιά είχαν ζήσει με τα αδέρφια τους. Το να τσακωθεί μαζί της, να παλέψει, να κοιμηθούν κάτω απ’ το ίδιο σκέπασμα, κάτω απ’ την ίδια στέγη, να τις φροντίσει μαζί η μάνα τους όταν θα ήταν άρρωστες, να κάνουν παρέα οι τρεις τους, να πουν τα μυστικά τους σαν κορίτσια, να γελάσουν, ν’ αγκαλιάσουν μαζί τη μάνα τους, να την πειράξουν, να τους στρώσει τραπέζι να φάνε μαζί, να μοιραστούν τις δουλειές του σπιτιού, τα ρούχα τους, να ψιθυρίζουν τις νύχτες μέχρι να τις πάρει ο ύπνος…

Κάθε μέρα πήγαινε. Ήταν εκεί. Να τη φροντίσει. Δεν είχε σημασία αν έπρεπε να κάνει ποδαρόδρομο- μια μεγάλη απόσταση που χώριζε τα σπίτια τους-δεν την ένοιαζε καθόλου αυτό. Έπρεπε να εκμηδενίσει όλες τις αποστάσεις. «Να είναι εκεί, κάθε μέρα.»  το έλεγε στον εαυτό της. Τη χρειαζόταν η Άννα, την είχε ανάγκη, δεν είχε σημασία αν εκείνη πολλές φορές πονούσε επειδή δεν μπορούσε να της πει την αλήθεια, ούτε αν ένιωθε μόνη, έπρεπε πάση θυσία να τη φροντίσει, να τη χαρεί στο κάτω-κάτω της γραφής, ήταν δικιά της, ήταν η αδερφή της. Σε όλους ήθελε να το πει πως… ήταν δικιά της! Κανείς δεν μπορούσε να της την πάρει, κανείς δεν είχε το δικαίωμα, για κανένα λόγο, να της την πάρει…

Η Πετρούλα σκεφτόταν πόσο άδικο ήταν αυτό που τους συνέβαινε. Να ζούνε χώρια… μα γιατί; Ποια ανθρώπινη απόφαση, ποια συμφωνία μπορούσε να χωρίσει τη μάνα απ’ το παιδί; Ποια… να χωρίσει την αδερφή της από εκείνη; Πώς γινόταν έτσι απλά να της την στερήσουν, τη ζωή της, την ίδια, που την δικαιούνταν; Αφού δική της ήταν, γιατί της την έπαιρναν; Γιατί την έκαναν να υποφέρει έτσι;

Χώρια ζούσαν, σε άλλη γειτονιά, σε άλλα σπίτια- εκείνη, η Άννα, με τους θείους της για μάνα και πατέρα- κι η Πετρούλα με τον μικρότερο αδερφό τους και τους γονείς. Και ποτέ δεν ξεχνούσε πως εκείνη όφειλε να εξηγήσει ότι οι άλλοι δεν μπόρεσαν να καταλάβουν.  Συνέχιζε να είναι κάθε μέρα δίπλα της, χάρη σ’ εκείνη είχαν ζήσει τόσες πολλές στιγμές μαζί, έστω κι αν δεν ζούσαν στα ίδια σπίτια ,έστω κι αν τα δύο σπίτια ήταν μακριά το ένα από το άλλο. Ώρες ατέλειωτες τη συντρόφευε κι ήταν σαν να της έλεγε: «Εδώ είμαι… Με βλέπεις; Είμαι το αδέρφι σου… (!) αλλά δεν το ξέρεις… (!)μα εγώ είμαι εδώ, δίπλα σου, να σε προσέχω, όπως σε προσέχουν όλοι μα… απ’ όλους πιο πολύ θα σε προσέχω εγώ, κι ας μην μας αφήνουν να ζήσουμε μαζί. Εγώ θα είμαι εδώ, δίπλα σου για πάντα! Κι ας μην το βλέπεις, κι ας μην το ξέρεις εσύ τώρα, κάποτε θα καταλάβεις… ότι  ήμουν εδώ επειδή το ήθελα, κόντρα σε ότι ήθελαν οι άλλοι.» Από μικρή πάλευε η Πετρούλα, μια μικρή «μεγάλη» ήταν… Να, έτσι θα έπρεπε να κάνει… να μη λείπει ούτε στιγμή από κοντά της, να τους δείξει όλους πως θα έπρεπε να είναι η ζωή τους, δεν το είχε ποτέ σκοπό να τους αφήσει να κάνουν αυτοί ότι θέλουν… με ποιο δικαίωμα; Να τους χωρίζουν… Κανένας δεν είχε το δικαίωμα αυτό!

Ερμούπολη,  1η Μαίου 2019                                Μαρία Π.Κρόντη