Ήταν ένα χειμωνιάτικο βραδάκι… καθόμουν αναπαυτικά στο μεγάλο ντιβάνι, το στρωμένο με την μάλλινη, κόκκινη, θυλακωτή φλοκάτη που είχε υφάνει η μάνα μου. Σ’ ένα μαλακό, μεγάλο,  λουλουδάτο μαξιλάρι του γούστου της με ωραία, άσπρα, μεγάλα άνθη μυγδαλιάς, ακουμπούσα την πλάτη μου. Τα πόδια μου ήταν ζεστά, σκεπασμένα με την καμιλό κουβέρτα. Έξω, ίσως και να χιόνιζε, ή ίσως να έβρεχε όπως το συνήθιζε για μήνες ολόκληρους. Η σόμπα αναμμένη, φουλαρισμένη με πολλά ξύλα που καψαλίζονταν δυνατά στη φωτιά κι έβγαζαν έναν υπέροχο ήχο θαλπωρής. Ένιωθα ασφάλεια και ζεστασιά. Και… τον άκουγα… τα βράδια, μου έλεγε συχνά, παλιά παραμύθια που τα είχε μάθει από τον  παππού του- τρεις γενιές πίσω- τα θυμόταν καλά, όλα. Κι εγώ με το αθώο παιδικό μυαλό μου τα φανταζόμουν ζωντανά, σαν να τα έβλεπα μπροστά μου. Ακόμα έχω στη μνήμη μου τις ολοζώντανες εκείνες εικόνες που έπλαθα παιδί όταν τον άκουγα να μου αφηγείται όπως  εκείνος μόνο ήξερε… (!) Η φωνή του, άλλοτε σιγανή, ψιθυριστή, κι άλλοτε απότομα δυνατή με κρατούσε σε αγωνία, εναλλάσσοντας τη σιωπή, με τον ήχο.

Από τον πατέρα μου έμαθα να αφηγούμαι. Να φαντάζομαι… να περιγράφω… Κι εκείνες οι «άγιες» παύσεις του… τι μαγικές! Πάντα, την πιο κατάλληλη στιγμή! Μαέστρικα  παραμύθια, μαγικά! Όσες φορές και να τα είχα ακούσει, κάθε φορά που τα άκουγα, ήταν σαν να τα ακούω για πρώτη φορά! Ο τρόπος του με καθήλωνε. Με έκανε να τα ζω, ένιωθα ότι κι εκείνος τα ζούσε! Σαν να ήταν όλα μπροστά στα μάτια του, όλα όσα περιέγραφε, με μεγάλη λεπτομέρεια, σχολαστικότητα. Το σύρσιμο της φωνής του… ο ήχος της φύσης… η περιγραφή της βροχής, της καταιγίδας, οι βροντές, η περιγραφή του κρύου, της ζέστης, της κούρασης, της αγωνίας, της χαράς, ήταν μοναδικές. Είχαν ήχο… τα παραμύθια του! Είχαν αγάπη! Τη δική του αγάπη. Έβαζε αγάπη για να τα πει καλά! Ήθελε να τα πει με τέχνη! Αυτό που αφηγούνταν, ήθελε να το κάνει παραστατικό, ζωντανό, αληθινό, μαγικό! Οι φωνές των ηρώων του είχαν το κατάλληλο ύφος, ύφος απλό, καθημερινό, ήσυχο, ανθρώπινο, οικείο… να η πρώτη μου γνωριμία με το Θέατρο! Ήταν σαν να άκουγες  την καθημερινότητα χωρίς υπερβολή. Την ίδια τη ζωή. Μια ζωή μαγική όμως. Όπως εσύ την θέλεις. Αυτό δεν θέλει και το Θέατρο;  Οι ήρωες των παραμυθιών του απλοί,  καθημερινοί άνθρωποι, γνώριμοι, πάντα καλοδεχούμενοι. Έτσι τα αφηγούνταν τα παραμύθια του. Ήθελε να σε ευχαριστήσει αλλά και να ευχαριστηθεί ο ίδιος. Το διασκέδαζε πραγματικά. Φαινόταν. Κι αυτό ήταν που χαιρόσουν σ’ αυτόν τον άνθρωπο. Το κέφι του! Τη χαρά που έπαιρνε ο ίδιος! Την όρεξη του! Το μεράκι του!

Χάρη σε μια δασκάλα που τον μαγνητοφώνησε για να σώσει ένα παλιό παραμύθι ειπωμένο στο τοπικό ιδίωμα, έχω αυτούσια τη φωνή του να το αφηγείται…

«ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ… ήταν τρείς άνθρωποι… τρία αδέρφια… πολύ, πολύ ,πολύ, πολύ… φτωχοί! (παύση) Κάθε μέρα λέγανε ‘Εεεε… Θεέ μου, Θεέ μου, κι εμάς δεν θα μας βοηθήσεις, δεν θα μας στηρίξεις, πώς να το πούμε… (παύση), δεν θα μας κάνεις κάτι, να γίνουμε κι εμείς λίγο πλούσιοι… όπως οι άλλοι; Αυτά είπαν… και τους άκουσε ο Θεός.

Ο ένας είπε… όλες αυτές οι κουρούνες που είναι πάνω στο δέντρο, να γίνουν πρόβατα, κι εδώ να κάνω ένα μαντρί μεγάλο, κι όποιος θα περάσει από εδώ, δεν θα τον αφήσω έτσι, ό,τι θελήσει, θα του το δώσω. Τότε… ο Θεός άκουσε, και είπε, άιντε  ας τον κάνω κι αυτόν άνθρωπο. Αυτό που θέλει ας το πάρει. Ε, τότε, πώς να το πούμε… εκείνα τα πουλιά έγιναν πρόβατα! Έμεινε ο ένας αδερφός εκεί… έφτιαξε μαντρί, έγινε… πώς να το πούμε… άνθρωπος πλούσιος!

Τώρα… έμειναν τα δύο αδέρφια κι άρχισαν να περπατούν προς τα κάτω, προς τα κάτω, προς τα κάτω, προς τα κάτω… φτάσανε σ’ ένα χωριό! Πεινάσανε, θέλανε να φάνε. Που να κάτσουν, που να σταματήσουν… στο χωριό που τριγυρνούσαν στάθηκαν  σ’ ένα δρόμο, βλέπουν μια βρύση… τρέχει το νερό… ο ένας αδερφός λέει στον άλλο, αδερφέ (!) κοίτα τι θα κάνουμε, άιντε να κάτσουμε εδώ λίγο να φάμε και μετά… θα δούμε τι θα κάνουμε. Κάθισαν εκεί, ο ένας αδερφός λέει στον άλλο, αμάν αδερφέ μου ξέρεις; Τι; Αυτές οι δύο βρύσες που τρέχουν νερό, η μια να τρέξει κρασί, κι η άλλη τσίπουρο, να μείνω εγώ εδώ να κάνω… πώς να το πω… αυτό που θέλω, όποιος περάσει από εδώ, δεν θα τον διώξω, θα του δώσω ότι θέλει… Τότε ο Θεός το άκουσε αυτό. Κι ότι είπε ο Θεός, αυτό κι έγινε! Η μια βρύση άρχισε να τρέχει κρασί, κι η άλλη τσίπουρο!

Τώρα… έμεινε ο ένας… ο ένας αδερφός. Αδερφέ, εγώ τώρα θα φύγω, να δω τι θα γίνει μ’ εμένα. Φεύγει ο αδερφός, παίρνει δρόμο… προς τα κάτω, προς τα κάτω, προς τα κάτω… φτάνει σ’ ένα χωριό. Μόλις έφτασε στο χωριό, βλέπει ένα κορίτσι. Αλλά τι κορίτσι! Πολύ όμορφο! Αμάν… Θεέ μου… να, αυτό το κορίτσι, να το κάνω γυναίκα μου, να μείνω εδώ σ’ αυτό το χωριό, να φτιάξω σπίτι, παιδιά να μου δώσει ο Θεός, όποιος κι αν περάσει από εδώ, δεν πρόκειται να τον διώξω. Και τότε, ο Θεός μόλις άκουσε, αμέσως είπε…  κι αυτό που είπε, αυτό έγινε! Έμεινε κι αυτός εκεί. Πέρασε ένας μήνας…

Ο Θεός λέει… για να πάω να δω αυτά τα αδέρφια που τα έκανα ανθρώπους, που τους έκανα πλούσιους… αυτό που μου είπε ο ένας, ότι όποιος περάσει εγώ κάτι θα του δώσω… Περνάει ο Θεός από τον έναν αδερφό, αυτόν που είχε το μαντρί που είχε τα πρόβατα, μ’ έναν τουρβά έτσι… στο πλάι, περνάει από ‘κει,  λέει σ’ έναν απ’ αυτούς που έβοσκαν τα πρόβατα… αχ παιδάκι μου, του παππού το παιδί, δεν μου βρίσκεται λίγο τυράκι, να μου δώσετε… έχω κι ένα κομμάτι ψωμί, να καθήσω εδώ λίγο να φάω, να ξεκουραστώ.

Αααα λέει, παππού… θα πάμε εμείς, θα το πούμε στο αφεντικό… δεν ξέρουμε αν θα μας δώσει… αν  θα μας δώσει, θα σου φέρουμε… καλά… Πάει στο αφεντικό, του λέει, αφεντικό, ξέρεις, ένας γέρος άνθρωπος έχει κάτσει εκεί και θέλει λίγο τυρί να του δώσουμε να φάει… Ααα… τους λέει το αφεντικό, άιντε κοιτάξτε τη δουλειά σας τώρα, όποιος θα περνάει από ‘δω, αν είναι σε όλους να δίνουμε… εμείς… τι θα γίνει; Αυτός που πέρασε, ο γέρος άνθρωπος ήταν ο Θεός, και τότε λέει…  όλα να γίνουν όπως πριν, τα πρόβατα να γίνουν πουλιά…

Μετά, ο γέρος προχώρησε και πήγε στις  πέτρινες βρύσες… και λέει σ’ έναν απ’ αυτούς που σερβίριζαν στην ταβέρνα, έλα δω καλό μου παιδί, του παππού, πήγαινε και πάρε μου ένα τσίπουρο γιατί ξέρεις… δες με, έχω παγώσει, τρέμω… Ααα… παππού εγώ θα πάω, θα σου φέρω, αλλά… πρέπει να μου δώσει το αφεντικό. Αν μου δώσει, πολύ ευχαρίστως, θα σου φέρω… Πηγαίνει, του το λέει του αφεντικού του. Μπάαα λέει… κοιτάτε τη δουλειά σας, τόση δουλειά έχουμε, τώρα εμείς θα ψάχνουμε  για τον παππού; Όχι! Ασ’ τον παππού… Πήγε πίσω ο υπάλληλος, λέει… παππού, του το είπα του αφεντικού και μου είπε ότι δεν μπορεί να σου δώσει. Ααα… δεν πειράζει παιδί μου, έτσι ας είναι… αλλά όπως ήταν, έτσι πάλι να γίνει! Κι όλα… όσα ήταν εκεί, χάθηκαν… κι έγιναν πάλι οι βρύσες να τρέχουν νερό… Η μία νερό, κι η άλλη πάλι νερό!

Τώρα, έμενε ο Θεός να πάει σ’ εκείνον τον αδερφό, τον πιο μικρό. Πηγαίνει εκεί… μια μέρα, αμάν… μια βροχήηηηηη… τι να σου πω… κορδόνι! Βροχήηηηη! Πηγαίνει στο σπίτι τους… εκείνη τη μέρα που πήγε βροχήηηη… πολύ βροχή! Κάθεται κάτω απ’ τις στέγες… τον βλέπει τον παππού η Μάρω , τι κάνεις εδώ παππού μεσ’ τη βροχή; Πόση ώρα στέκεσαι εδώ; πάγωσες… βρεγμένος, σε βρέχει… γιατί δεν μας φωνάζεις; Τι να κάνω… τον πήρε τον παππού επάνω, τα ρούχα του εκείνα που ήταν βρεγμένα του τα έβγαλε, τον έντυσε με άλλα ρούχα, τσάι του έφτιαξε, του έδωσε να φάει… ό,τι έπρεπε να κάνει, τα πάντα έκανε!

Έρχεται ο άντρας της. Μόλις τον είδε… πώς έτσι παππού; του λέει, πώς έτσι παιδάκι μου, του παππού, ξέρεις… και λέει ο άντρας στη γυναίκα του… Μάρω, τι έκανες; Έφτιαξες τσάι στον παππού, έκανες αυτό, έκανες εκείνο, έκανες το άλλο… του έδωσες να φάει… τον έντυσες με στεγνά ρούχα, εντάξει; Αλλά ο παππούς… τι είχε; Εδώ, στο πρόσωπο, ήταν γεμάτος σπυριά… σπυριάααα… γεμάτος! Τώρα οι δύο αυτοί άνθρωποι, ο άντρας και η γυναίκα… τον ρωτάνε, εεε… παππού, λένε, πώς έτσι εσύ… τόσα χρόνια που μας λες, και να μην έχεις γίνει καλά, γιατί έτσι; Ααα… παιδάκια μου, του παππού, ξέρετε πόσα έχω τραβήξει, πόσα μου έχουν πει, έχω κάνει πολλά γιατροσόφια αλλά… δεν έχω γίνει καλά. Πέρασα από ένα χωριό, μια γιαγιά που συναντηθήκαμε, μου είπε… για να γίνεις εσύ καλά, ξέρεις τι πρέπει να γίνει, τι πρέπει να κάνεις; Τι πρέπει να κάνω; Θα σου πω… αλλά… πώς λέγεται να σας το πω εγώ εσάς τώρα; Δεν μπορώ να σας το πω…. Όχι, θα πεις παππού. Ό,τι θέλει ας είναι… θα μας πεις, κι εμείς θα κάνουμε ό,τι μας πεις εσύ. Εντάξει τότε… αφού θέλετε να σας πω… αλλά είναι λίγο δύσκολο, δεν μπορώ να την βγάλω την κουβέντα αυτή… να την πω. Πες παππού… πες… και ο άντρας και η γυναίκα…  πες παππού! Πες! Ό,τι θέλεις θα το κάνουμε. Και τότε ο παππούς τους λέει… Πέρα σ’ ένα χωριό μου είπε μια γριά ότι για να γίνω καλά… χρειάζεται ένα μικρό παιδάκι- έχουμε εμείς ένα μικρό παιδάκι- θα σας πω τι θα κάνετε αφού θέλετε να το κάνετε…  Όχι, θα το κάνουμε αυτό που λες, θα το κάνουμε. Μα… γιατί στεναχωριέσαι; Εμείς είμαστε νέοι ο Θεός θα μας δώσει κι άλλο παιδί. Ξέρετε τι θα κάνετε; Θα πάτε κάτω… θα ανάψετε το φούρνο… θα τον κάψετε καλά. Θα τραβήξετε τη φωτιά, θα έρθετε, θα πάρετε το παιδί, μόλις πάτε κάτω, θα το ρίξετε μέσα στο φούρνο. Θα κλείσετε το καπάκι και θα έρθετε επάνω. Και θα σας πω πότε θα κατεβείτε για να το πάρετε το παιδί. Το παιδί θα είναι καμένο αλλά… θα έχει λίγη στάχτη, εκείνη τη στάχτη, θα την πάρετε, θα την φέρετε επάνω, να βάλω στο πρόσωπο, να γίνω καλά. Έκαναν αυτή τη δουλειά. Έκαψαν το φούρνο, όλα εντάξει, το πήραν το παιδί, το πέταξαν, έβαλαν το καπάκι. Πάνε επάνω. Μιλάνε… μιλάνε με τον παππού… και τους  λέει… άιντε Γκιόργκιε, Μάρω, άιντε πηγαίνετε τώρα να το πάρετε… το παιδί,  τώρα δεν έχει παιδί, μια στάχτη που θα βρείτε, θα την πάρετε, θα την ρίξετε σ’ ένα πιάτο, θα την φέρετε επάνω, θα αλειφθώ καλά στο πρόσωπο και στο λαιμό, κι έτσι όπως μου είπανε, πρέπει να γίνω καλά… Να πάμε τώρα παππού; Άιντε τώρα, πηγαίνουν και βγάζουνε το καπάκι απ’ το φούρνο…  Όταν βλέπουν… ένα παιδί βγαίνει από το φούρνο… (!), ένα πολύ όμορφο παλικάρι, είκοσι χρονών! Παίρνει αγκαλιά τη μάνα, τον πατέρα του… τότε λέει η μάνα κι ο πατέρας του, καλά βρε Μάρω, τι θα κάνουμε τώρα; Τι θα πούμε στον παππού; Ξέρω ‘γω… τι θα του πούμε; Πρέπει να πάμε επάνω να του το πούμε… Πηγαίνουν επάνω με το παιδί, με το παλικάρι, εκείνο που το έριξαν στο φούρνο μικρό, πηγαίνουν εκεί όπου ήταν ο παππούς, πώς να το πούμε… στο δωμάτιο. Κοιτάζουν… δεν υπάρχει παππούς, δεν υπάρχει παππούουου…ς, βρε δεν έχει παππού! Στο άλλο δωμάτιο πήγαν… δεν υπάρχει παππούς! Αμάν βρε Μάρω, τι θα γίνει; Τι θα γίνει αυτή η δουλειά(;) δεν μπορούμε να βρούμε τον παππού. Εδώ παππούς, εκεί παππούς… δεν υπάρχει! Στεναχωρήθηκαν. Τι έγινε ο παππούς; (παύση)

Εκεί…, πώς να το πούμε, η γυναίκα που συγύριζε, εκεί που καθόταν ο παππούς, εκεί που ήταν ξαπλωμένος, σ’ ένα ντιβάνι, δεν ξέρω πώς σήκωσε λίγο το κιλίμι, όταν βλέπει από κάτω απ’ το κιλίμι… τιιιι… λίρες! Λίρες! (παύση)

Λέει η γυναίκα στον άντρα… Γκιόργκιε… τι! Έλα… έλα… όταν είδε, τιιιι… λίρες! Πηγαίνουν στο άλλο δωμάτιο, σηκώνουν την κουβέρτα… στο άλλο ντιβάνι… τιιιι… λίρες, λίρες!  Και τότε είπανε ο ένας στον άλλο… ξέρεις Μάρω, ότι αυτός ήταν ο Θεός! Όταν εγώ είπα, ότι αυτό το κορίτσι αν το πάρω… και να μείνω εδώ, να κάνω παιδιά, όποιος περάσει από εδώ, δεν πρόκειται να τον διώξω… αυτός ήταν ο Θεός! Και τότε είπανε, αμάν Θεέ, είπαμε, ό,τι είπαμε θα το κάνουμε, και το κάναμε!(*)»

Τον κοίταζα μεσ’ τα μάτια… κρεμόμουν από το στόμα του! Είχα μόλις ονειρευτεί… (!) είχα ταξιδέψει… μεσ’ τη μελωδία της τρυφερής φωνής του, τη μελωδία της καλοσύνης του, της καλής του καρδιάς- γιατί το ύφος του, μόνο μια τέτοια καρδιά πρόδιδε. Είχα δει με τα παιδικά μου μάτια τον Γκιόργκιε και τη Μάρω, το όμορφο παλικάρι, τα πουλιά… τα πρόβατα, τις δύο πέτρινες βρύσες με το νερό που έγινε κρασί και τσίπουρο, τη βροχή… και τις στέγες να στάζουν από το πολύ νερό της,  τον παλιό φούρνο, τη φωτιά, το παιδί και τη στάχτη, τις λίρες! Είχα δει καθαρά τα πρόσωπά τους. Το πρόσωπο του Θεού! Εκείνο που ήθελε να μου μάθει… το πρόσωπο της καλοσύνης και των πράξεων, που μόνο απ’ αυτές κρίνεται ο άνθρωπος, κι από τίποτα άλλο! Το καλό που δίνει επιστρέφεται με καλό, το κακό, με… ανυπαρξία! Εμείς, όχι ο Θεός… αυτός είναι ένα παραμύθι(;), όπως εδώ… στο παραμύθι, για να μας παρηγορεί… (;) οι πράξεις μας όμως, δεν είναι. Αυτές μας καθορίζουν.

Με τον τρόπο του, με τα παραμύθια του,  μ’ έκανε να πιστεύω πως αυτές καθορίζουν τη ζωή μου. Έτσι απλά να πιστεύω σ’ αυτές. Ότι αυτές κινούν το σύμπαν! Να μη φοβάμαι δηλαδή, τίποτε. Να πιστεύω στον εαυτό μου. Να είμαι συνεπής σε ότι υπόσχομαι… στους άλλους… σ’ εμένα, στις αξίες της ζωής μου, στα πιστεύω μου, στην καρδιά μου.

Δεν είναι εύκολο πράγμα η συνέπεια! Ιδίως όταν κάποιος «ευημερεί» βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση δηλαδή, με οποιονδήποτε τρόπο, σε σχέση με τους άλλους… τότε θα φανεί, τι άνθρωπος είναι, πόσο μετράει… από τον τρόπο που θα φερθεί στον αδύνατο, τον φτωχό, τον δοκιμασμένο, τον βασανισμένο, τον μόνο, τον άρρωστο, τον πικραμένο, τον αδικημένο, τον στερημένο ,τον χαμένο. Εκεί βρίσκεται το πρόσωπο του Θεού. Πουθενά αλλού. Κι η ζωή μας… είμαστε εμείς… την καθορίζουμε, την κινούμε- κινούμε γη και ουρανό-  έτσι όπως εμείς ξέρουμε(;) να την ζούμε… τη σύντομη ζωή μας!

Κι αυτό ακόμα που λέμε «τύχη…» το προκαλούμε. Κι αυτό ακόμα που λέμε «βοήθεια από το Θεό…» έρχεται… (!) γιατί…(;) μα… το αξίζουμε, επειδή πιστεύουμε στον εαυτό μας, επειδή πιστεύουμε ότι αξίζουμε…  επειδή δουλεύουμε σκληρά και το υπηρετούμε αυτό που πιστεύουμε, με όλες μας τις δυνάμεις… γι’ αυτό και τελικά, το αξίζουμε! Γι’ αυτό και έρχεται… (!)

Εμείς είμαστε οι πρώτοι και κύριοι κριτές των πράξεων μας. Κι ας κάνουμε ότι δεν καταλαβαίνουμε τα λάθη μας. Όταν τα καταλάβουμε… μόνο τότε προχωράμε. Αλλιώς, μένουμε στάσιμοι, άβουλοι, προδομένοι, ανικανοποίητοι. Έτσι απλά κι απρόσμενα, δίκαια έρχεται το καλό, το καλύτερο! Ποιο είναι αυτό; Πρώτα απ’ όλα… που είμαστε καλά, που είμαστε ευτυχισμένοι… με τα απλά πράγματα, με αυτό που πραγματικά αγαπάμε, όταν το βρούμε. Υπάρχει μεγαλύτερο «καλό» απ’ αυτό; Να κάνουμε αυτό που αγαπάμε χωρίς άλλο σκοπό παρά μόνο για την αγάπη του και τη χαρά του, τις στιγμές του… εκείνες που παίρνουμε ικανοποίηση και γαλήνη απ’ αυτό; Τέτοια μας δίνει… Γι’ αυτό βρίσκουμε τη χαρά και την αγάπη, γιατί την αναζητήσαμε πολύ… ακούραστα μέσα στον άδικο, ψεύτικο κόσμο, ο καθένας από το δικό του δρόμο, με το δικό του συνειδητό τρόπο, όταν ξέρει τι θέλει. Και συναντιόμαστε… Οι πράξεις μας αλλάζουν τον κόσμο, τον ομορφαίνουν… ορίζουν το σύμπαν! Με βάση αυτές… μας απαντά! «Συνωμοτεί» όπως λένε, για να γίνει τελικά αυτό που «διακαώς επιθυμούμε» Κι εμείς τι κάνουμε γι’ αυτό το σύμπαν; Τι είμαστε; Ένα απειροελάχιστο κάτι… που όμως είναι αληθινό! Που προσπαθεί να γίνει καλύτερο… που υπάρχει… και χαίρεται, μόνο και μόνο που… υπάρχει! Έτσι απλά…

*Παλιό παραμύθι όπως το αφηγήθηκε ο πατέρας μου στην Νηπιαγωγό Μαρία Παπαδοπούλου στο πρώτο δημοτικό Σχολείο Γουμένισσας, στο Κιλκίς. Η ηχογράφηση έγινε στο δημοτικό Σχολείο στις 24 Μαΐου του 2002. Καταγράφηκε στο τοπικό ιδίωμα της Γουμένισσας,  το οποίο γνωρίζω καλά επειδή με αυτό μεγάλωσα, αυτό μιλούσαν οι γονείς μου και γι’ αυτό μπόρεσα να το μεταφράσω. Με τη σειρά μου ευχαριστώ τη δασκάλα που έκανε την ηχογράφηση, πράγμα που δεν το είχα κάνει εγώ, όπως κι εκείνη τον ευχαρίστησε τότε.

Ερμούπολη, 03-04-2019                                                        Μαρία Π. Κρόντη