Κάποτε νόμισε ότι μιλούσε με το Θεό. Η πίστη της «επιστρεφόταν» Αυτό την έκανε να σκέφτεται πώς όταν πραγματικά τον χρειαζόταν, ήταν κοντά της. Ειλικρινά τον πλησίαζε, με σεβασμό κι απόγνωση. Αυτή η σχέση της μαζί του της φαινόταν παράδοξη, πολύ παράξενη, αλλά όμως τη συνέχιζε. Μεγαλώνοντας, ο νους και η καρδιά πλάταινε. Δεν μπορούσε πλέον καμία λογική να αντέξει το παραμύθι που πίστευε από παιδί. Εξακολουθούσε να το πιστεύει μ’ έναν άλλο τρόπο- όσο κι αν έλεγε στον εαυτό της πως έκανε λάθος- πολύ προσωπικό, δικό της. Στην ουσία  δεν ήθελε να πάψει να πιστεύει σε ότι τότε, είχε πιστέψει. Μ’ εκείνη την αγνή, παιδική της καρδιά. Ήθελε να παραμείνει σ’ εκείνη… μέσα στην παιδική ψυχή, την, ποτέ ξεχασμένη, την, πάντα αναλλοίωτη, παρά τα χρόνια που πέρασαν. Αυτά ήταν σαν να μην την είχαν αγγίξει.

Δεν υπήρχε κανένας λόγος μετά τα όσα είχε διαβάσει και συμπεράνει, να παραμείνει πιστή, σε μια πίστη βασισμένη σε «ανεπαρκή» δεδομένα. Δεδομένα που καταφανώς έδειχναν τι πραγματικά εξυπηρετούσαν. Δεν ήθελε όμως ν’ αλλάξει τίποτε από εκείνο το παλιό σκηνικό. Δεν ήθελε καν να το προσπαθήσει. Έθιμα και γιορτές όπως τις ζούσε παιδί, ήθελε να τα κρατήσει όπως τα ένιωθε τότε. Ο Θεός… ένα ολοφάνερο ψέμα. Ήξερε πια πως έτσι ήταν, κι ας μην ήθελε ν’ αλλάξει τίποτε από ‘κείνο το ψέμα. Το χρειαζόταν. Ακουμπούσε πάνω του. Μαλάκωνε η καρδιά. Ήταν η παρηγοριά της, το στήριγμά της. Κάτι όμορφο, κάτι άπιαστο, κάτι απροσδιόριστο. Έτσι ωραίο ήταν… κι έτσι ήθελε να μείνει. Από αφοσίωση σε μια πίστη που βρήκε έδαφος μέσα σε μια καθαρή καρδιά. Μόνο και μόνο για την καρδιά αυτή, άξιζε! Πόσες άραγε τέτοιες καθαρές καρδιές είχε παρασύρει στο πέρασμά της αυτή η ψεύτικη ιστορία; Πόσες αθώες υπάρξεις είχε ξεγελάσει στο πέρασμα των χρόνων της ζωής τους. Η δύναμη της συνήθειας! Πόσο καταλυτική ήταν(!),σκεφτόταν. Ένας παράξενος εθισμός ήταν όλο αυτό. Δεν θα μπορούσε πλέον να ζήσει χωρίς αυτό. Κι αποφάσισε να «εφεύρει» κάτι άλλο.

Σκεφτόταν, γιατί να παρακαλούμε το Θεό όταν πονάμε, όταν κινδυνεύουμε, όταν αρρωσταίνουμε, όταν υποφέρουμε, όταν βρισκόμαστε σε αδιέξοδο κι άθελά μας, το στόμα μας προφέρει τις ίδιες οικείες, πάντα, λέξεις. Γιατί να μην κουβεντιάζουμε αντί γι’ αυτό, με τους δικούς μας ανθρώπους που μπορεί ακόμα και να έχουν φύγει από τη ζωή, αλλά τελικά, από τότε, παρά ποτέ, είναι εδώ! Γιατί να μην τους μιλάμε- σαν προσευχή-γιατί να μην ζητάμε από αυτούς, τους αγαπημένους, να ‘ναι στο πλάι μας τις δύσκολες στιγμές, όπως πάντα ήταν, και  πάντα θα είναι.

Τι πιο ωραίο από το να νιώθεις δίπλα σου αγαπημένο, καλοσυνάτο. ζεστό άνθρωπο, όπως τότε… που ήσουν παιδί… και σου δινόταν με όλη του την ψυχή!  Που ξέρεις μπορεί και να σε ακούει… και να σε βλέπει… μπορεί και να σε οδηγεί ακόμα με την αγάπη του! Η αγάπη δεν έχει τέλος, εξάλλου.

Εκείνη την αγάπη ήθελε να συνεχίσει η Άννα. Με τον ερχομό της άνοιξης τα μάτια της έβλεπαν την ομορφιά της φύσης και μέσα της, τους αγαπημένους… Τα χρόνια είχαν περάσει, δεν ήταν πια παιδί. Ήταν γυναίκα και μάνα, μα μέσα της, δεν θα έπαυε ποτέ να είναι παιδί. Παιδί που αναζητά, που ψάχνει, γεμάτο ερωτηματικά για τη ζωή, που ξέρει να χαίρεται με τα μικρά καθημερινά πράγματα και να τα εκτιμά, που ελπίζει, που αγαπά. Γιατί αγάπη πήρε.… κι αγάπη  έδινε!

Ένιωθε πως με κάποιο τρόπο από εκεί που βρισκόταν την προστάτευε. Ερχόταν κοντά της στις μοναξιές της, στις δυσκολίες. Ίσως κι εκείνη να τον καλούσε. Μα ερχόταν. Ο πατέρας. Τα λόγια του… κουβέντες σωστές, βγαλμένες από τη ζωή, από τον κόπο του και τον ιδρώτα του. Της μάθαινε τόσα μέσα απ’ αυτές. Κι ακόμα ένιωθε ότι πιο βαθιά έμπαινε η σκέψη της μέσα σ’ εκείνες τις «κουβέντες» αλλιώς τις εξηγούσε, αλλιώς τις καταλάβαινε τώρα, τις «εννοούσε» τώρα, παρά τότε. Τις ανακάλυπτε μέσα στη ζωή, τις επιβεβαίωνε.

«Αν μπορούσες να  μ’ ακούσεις…» του έλεγε, σαν προσευχή. «Θα μπορούσα  να σου έλεγα πολλά… θα το κάνω. Θα σου πω όσα βλέπω τώρα. Που ξέρεις… μπορεί και να μ’ ακούσεις… γιατί αμφιβάλλω(;), μ’ ακούς… μήπως κι ο Θεός ξέρουμε αν μας ακούει; Κι όμως το πιστεύουμε. Από παιδί το πίστευα πως μ’ άκουγε. Ούτε μια στιγμή δεν αμφέβαλλα γι’ αυτό. Τώρα γιατί να αμφιβάλλω αν εσύ μ’ ακούς… Είχες λιγότερη αξία για μένα; Όχι.»

Κάποτε μου μιλούσες για το φθόνο των ανθρώπων και την κακία και δεν σε πίστευα. Τώρα τα βλέπω με τα ίδια μου τα μάτια. Μαλώναμε. Σε θεωρούσα υπερβολικό. Έτσι ήταν όμως, όπως τα ‘λεγες. Κοινωνική ανισότητα, μίσος, φτωχές καρδιές, άδειες, στεγνές. Να τις λυπάσαι. Θα ήθελα να ‘ρχόσουν απόψε στ’ όνειρό μου, να κουβεντιάσουμε. Δεν έρχεσαι όμως… Ξέρεις τι κάνεις. Πάντα ήξερες. Έτσι είσαι πιο ζωντανός από ποτέ. Γιατί να ‘ρθεις; Αφού είσαι εδώ! Έτσι θα πρέπει να ‘ναι. Δεν χρειάζεται να ‘ρθεις για να έχω το χρόνο να σου μιλήσω. Να σε φέρω στο νου μου μόνη μου. Να πούμε πολλά. Εδώ. Τώρα. Μόνη πια θα βρω την άκρη. Έτσι πρέπει να γίνει. Το ξέρω.

Για το μόνο που είμαι βέβαιη πια, είναι ότι είσαι εδώ! Δίπλα μου, πάντα. Αυτό δεν θα σταματήσει ποτέ. Ποιος Θεός να με ακούσει; Κανένας δεν θα μ’ ακούσει. Τώρα δεν το πιστεύω όπως παλιά, ότι μ’ ακούει. Δεν μπορεί να μ’ ακούει, όταν υπάρχουν παιδιά που πεθαίνουν, που αρρωσταίνουν, που φεύγουν άδικα, πριν να ζήσουν τη ζωή τους. Πώς μπορεί να μ’ ακούει… εμένα, την ασήμαντη… ένας τέτοιος θεός που δεν ακούει τις φωνές των αθώων. Εσύ όμως μ’ ακούς… το ξέρω! Οι δεσμοί της αγάπης είναι πιο μεγάλοι κι απ’ το Θεό. Αυτός εμένα είναι ο θεός μου! Οι σκέψεις μου, οι «προσευχές» έρχονται να σε βρουν. Σε ψάχνουν…  σε βρίσκουν. Σε φέρνουν, εδώ. Αν ήσουν τώρα εδώ… πόσο ευτυχισμένη θα ήμουν… Μα… είσαι! Αφού σε σκέφτομαι, μπορεί να μην είσαι; Στα αδιέξοδά μου θέλω να σου ζητήσω να με βοηθήσεις. Το κάνεις πάντα με τον τρόπο σου. Πάντα παρών! Η ζωή που έζησα είναι… το «καύσιμο» μου!

Τα παιδιά μεγάλωσαν έγιναν «τα παλικάρια» που έλεγες πως δεν θα είσαι εδώ… να τα δεις… Βουρκώνω. Τώρα που μεγάλωσαν η ζωή μου άλλαξε. Έτσι είχε αλλάξει κι η δική σας όταν έφυγα. Μεγαλώνω… όπως μεγαλώνατε κι εσείς, μαζί μ’ εμένα τότε… «Eδώ που είσαι ήμουνα, κι εκεί που είμαι θα ‘ρθεις…» Θα πρέπει να νιώθατε κι εσείς όπως εγώ τώρα. Μένεις ξεκρέμαστος όταν το παιδί φεύγει. Είσαι μακριά και «πρέπει» να είσαι και κοντά του, θέλεις να το προστατέψεις αλλά από μακριά πια… να το αφήσεις να πετάξει κιόλας!

Πόσες φορές θυμάμαι εκείνη την κουβέντα σου στις δυσκολίες… «Δεν είναι  μόνο μήλα, είναι και φύλλα…» Ναι. Τις υπομένω. Κι αν είναι όλο φύλλα; Λέω. Θα περιμένω. Θα επιμένω. Να… γίνουν πάλι μήλα! Θα παλέψω, θα κουραστώ… να γίνουν πάλι μήλα! Ξέρω καλά ότι θα περάσουν, αρκεί… να είμαστε καλά.

Τίποτα δικό μας δεν έχουμε τελικά. Τίποτα εξόν απ’ τη ζωή μας. Κι αυτή… όχι για πάντα. Αν φεύγαμε τώρα, δεν θα μπορούσαμε να πάρουμε τίποτα μαζί μας. Τίποτα δεν είναι δικό μας… απολύτως τίποτα! Μ’ εσένα θα μπορούσα να κουβεντιάζω ώρες. Τι λες; Το ξέρω… Πόσο σε «χρειάζομαι» Έτσι με «χρειάζονται» και τα παιδιά μου ίσως δεν το ξέρουν. Μα τώρα… θα μείνω στην άκρη, να κάνω τόπο να περάσουν. Τους είπα πολλά. Είναι καιρός μόνα τους να τα ανακαλύψουν, όπως έγινε και μ’ εμένα, που κατάλαβα πια τα όσα μου έλεγες και τότε, απλά τα άκουγα.

Η δυσκολία με κάνει καλύτερο άνθρωπο. Θέλω να είμαι καλός άνθρωπος. Με ενδιαφέρει αυτό. Δεν θέλω πολλά… Όταν ταξίδευα ήμουν φορτωμένη με μια βαλίτσα, μια τσάντα… ήμουν κουρασμένη ήδη, από το μισό ταξίδι που είχα κάνει για να φτάσω στην πατρίδα. Έψαχνα κάπου να βρω να σταθώ, να περιμένω το λεωφορείο. Ένας ξένος, μάλλον Πακιστανός, σηκώθηκε ευγενικά και μου έδωσε τη θέση του… καταλαβαίνοντας πόση ανάγκη την είχα-περισσότερη από εκείνον-εκείνη τη στιγμή. Τη συγκίνηση εκείνης της απλής ανθρώπινης κίνησης, θα την κουβαλάω χρόνια μέσα μου. Απόρησα! Είδα στα μάτια του καλοσύνη. Τον είδα με συμπάθεια. Είπα… «άμα ο άνθρωπος είναι άνθρωπος!» Δεν είχε τίποτα να κερδίσει από μένα, δεν το έκανε για κάποιο λόγο. Τι πιο σπουδαίο… από το να δεις αυτό είναι η μεγαλύτερη χαρά. Η χαρά που δίνεις! Έτσι είναι μια γεμάτη ψυχή!

Η μέρα μου σήμερα ξεκίνησε με λύπη. Σιγά-σιγά, ύστερα από μια κουβέντα της οποίας τα ‘γκέμια’ προσπάθησα να κρατήσω για να μην παρεκτραπεί- έδωσα εξηγήσεις για το πώς νιώθω, και τι εννοώ με αυτό που θέλω να κάνω- τελικά εξελίχθηκε, καλή. Την «έσωσα» Μπόρεσα να εξηγήσω ποια είμαι για άλλη μια φορά, τι θέλω, τι δεν αντέχω, να εξηγήσω γιατί θέλω να φύγω από εκεί που με στενοχωρούν κι αρχίζουν τα μάτια μου να τρέχουν δάκρια… πόνου, πίκρας, αδικίας! Γιατί θα πρέπει να υπομένω τέτοιους ανθρώπους; Δεν είναι καλύτερο να φεύγω; Ναι, από εκεί, νομίζω πως, είναι προτιμότερο να φεύγω. Είναι δίκαιο για μένα. Δεν το αξίζω(;) να το δώσω αυτό στον εαυτό μου; Τι μου έκανε ο εαυτός μου για να τον τιμωρώ έτσι… αναρωτιέμαι… γιατί να υποφέρω τελικά;

Πόσο περίπλοκες είναι οι σχέσεις των ανθρώπων… Εδώ και ο πιο κοντινός σου άνθρωπος δεν σε ξέρει, τρομάζεις για να σε καταλάβει. Τα εξηγείς και τα ξανά εξηγείς τα «εσώψυχά» σου- προσωρινά γίνονται αντιληπτά- χρειάζεται να έχεις την ψυχραιμία να τα εξηγήσεις για άλλη μια φορά. Και μετά από λίγο καιρό έχουν πάλι ξεχαστεί. Πρέπει να τα εξηγήσεις ξανά… Το κάνεις. Ευελπιστείς ότι την επόμενη ‘σκοτεινή’ στιγμή δεν θα παρεξηγηθείς και θα σε καταλάβει ο άλλος. Και πάλι όμως βλέπεις ότι δεν σε καταλαβαίνει. Έχει ‘χαθεί’ ξανά στα δικά του σενάρια, στις δικές του διαπιστώσεις, στους δικούς τους λαβυρίνθους, και δεν σε ακούει, ούτε θυμάται καν τι του είχες- πριν λίγο καιρό- πει! Μα δεν σε ξέρει;

Το ν ‘αγαπήσεις και να κάνεις αυτό που αγαπάς τελικά είναι πάρα πολύ δύσκολο γιατί πρώτα πρέπει ν’ αρνηθείς αυτά που δεν αγαπάς. Να βρεις τη δύναμη να το κάνεις. Να παραδεχτείς τα λάθη σου. Το κόστος είναι μεγάλο. Μα… η καρδιά, η δική σου καρδιά, είναι τόσο υπέροχο, να σου ανήκει! Να έχεις βρει τον εαυτό σου! Να έχεις βρει τι είσαι, κι αυτό να είσαι! Αυτό δεν είναι καθόλου λίγο. Είναι πολύ!

Από τότε που άρχισα να πηγαίνω όσο μπορώ περισσότερο στη θέση του άλλου, έρχονται κι οι άλλοι στη δική μου. Και… να ακούω! Κάθε φορά που ακούω καλά, προσεκτικά τον άλλο, τότε μ’ ακούει κι εκείνος… Επιτέλους, αυτό είναι απαραίτητο! Αλλιώς είμαστε μαζί αλλά χώρια… (!) και δεν μοιραζόμαστε τίποτε! Και μόνο αγανάκτηση βγάζουμε. Άντε να καταλάβει ο ένας τον άλλο… Αδύνατον!»

 

Ερμούπολη, 21-4-2019                        Μαρία Π. Κρόντη