Η ζωή μου, ένα τίποτα μπροστά στη σκέψη σου… στη σκέψη ότι τόσο υποφέρεις… Ότι έγινε με έχει συγκλονίσει. Εσένα σε έχει «σκοτώσει» Πέρασαν μόλις σαράντα μέρες από τότε… Τη φρόντισες με όλη σου την ψυχή, την αγκάλιασες. Ήταν ό,τι πολυτιμότερο είχες. Ένα παιδί χάθηκε άδικα. Το δικό σου παιδί. Πόσα παιδιά χάνονται άδικα; Δεν μπορούμε πια να φανταστούμε… δεν μπορούμε να τα προστατεύσουμε. Το παιδί σου, είναι και παιδί μου. Τα παιδιά που χάνονται είναι και παιδιά μου. Αναρωτιέμαι το πόσο πονάς. Το είδα με τα μάτια μου… Έτρεμαν τα χέρια σου καθώς μου έδινες εκείνο το λευκό φάκελο με την πολύχρωμη νιότη της. Τη φωτογραφία της. Έλαμπε! Η Αργυρούλα σου! Ένα λουλούδι! Το πιο όμορφο πλάσμα του κόσμου, με μάτια σου! Η μονάκριβή σου! Η ζωή σου… η ίδια! Κομμάτι της ψυχής σου…

Κι εσύ τώρα μόνη… να πρέπει να ζήσεις. Δεν είχα λόγια να σε παρηγορήσω… Σου είπα πως ο χρόνος είναι γιατρός. Όχι και τόσο καλός, στην περίπτωση.  Αν δεν γίνεις εσύ γιατρός για τον εαυτό σου… πράγμα όχι και τόσο εύκολο φυσικά. Μου είπες πως κάθε μέρα είναι και χειρότερη. Πως πονάει πολύ η πληγή αυτή. Αιμορραγεί. Δεν συνηθίζεται αυτός ο πόνος. Το ξέρω πως έχεις δίκιο. Το έχω νιώσει κι εγώ, σε πολύ μικρότερο βαθμό βέβαια, όταν έχασα αγαπημένους μου… τον πατέρα μου, την μάνα μου.  Δεν έχεις πια την κόρη σου. Πόση χαρά σου έδινε… πόσο την καμάρωνες. Πόσο ευτυχισμένη ήσουν μαζί της… Σκέφτηκα: δεν μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερη απώλεια από αυτή. Ελπίζω να σε βοηθήσουν οι δικοί σου. Να είναι πραγματικά κοντά σου. Τους χρειάζεσαι περισσότερο από ποτέ. Όσο κοντά σου όμως και να είναι, είναι και δικός τους πόνος. Μόνοι τους τον περνούν κι αυτοί. Αλλά κι εσύ… τον δικό σου πόνο- τον πιο μεγάλο απ’ όλους, τον πόνο της μάνας- μόνη σου θα τον περάσεις. Ολομόναχη. Φτωχή μου μάνα! Μάνα του άδικου χαμού! Μάνα της ατυχίας! Μάνα της αγάπης!

Σου είπα: «Κράτα γερά» Κράτησες! Πάλεψες, μουγκή, με τις σκέψεις σου. Τους εφιάλτες, το «γιατί» Σε έπνιξαν θάλασσες πίκρας… στα μαύρα, σκοτεινά νερά τους. Σε χτύπησε η πιο άδικη μοίρα. Το λουλούδι σου μαράθηκε, έτσι ξαφνικά. Ποιος Θεός το επιτρέπει αυτό να γίνεται. Να μαραίνονται τα λουλούδια του κόσμου, η ομορφιά του, το φως! Το αγγελούδι σου, είναι μαζί με τους αγγέλους. Εκείνους τους σοφούς αγγέλους των ψυχών που δεν θα φύγουν ποτέ από κοντά μας. Εκείνους που είναι, και άγγελοι ,και ψυχές μαζί, και μας ακολουθούν… Γίνονται ίσκιος μας όπως εμείς ήμασταν κάποτε ίσκιος δικός τους. Είναι δίπλα μας κάθε στιγμή, κάθε λεπτό. Και μας δίνουν δύναμη και κουράγιο ν’ αντέξουμε τον κόσμο.  Τους θυμόμαστε. Η ανάμνηση τους- όταν κάποτε γιάνει η πληγή- είναι το πιο γλυκό κομμάτι της ζωής μας! Η Αργυρούλα, σου δίνει κουράγιο για όλα και πιο πολύ τη δύναμη και την αγάπη για ζωή… γιατί η αγάπη, μόνο αγάπη γεννάει!

Σου μιλάει… μέσα απ’ τις φωνές των πουλιών. Είναι παντού. Δεν μπορείς να την ξεχάσεις στιγμή, και δεν θα την ξεχάσεις ποτέ. Σε συντροφεύει μέσα από τα ωραία πράγματα. Βλέπεις τα λουλούδια και τη θυμάσαι. Ένα λουλούδι κι αυτή. Ένα γιασεμί που η μοσκοβολιά του ποτίζει το σύμπαν. Κι εκείνο λάμπει μέσα στη νύχτα- κι ας είναι νύχτα-  και το άρωμα του… σκορπίζει παντού!

Πέρασες στιγμές δύσκολες, διαπιστώσεις, σαν βέλη δηλητηριώδη, τρύπησαν αλύπητα την καρδιά σου. Αν μπορούσαν να σου την έπαιρναν τη ζωή σου… σκεφτόσουν. Σου την πήραν τη ζωή σου… όπως κι εκείνη, μα όχι… πρέπει να ζήσεις για εκείνη, να ξαναγεννήσεις τη ζωή και την αγάπη της! Όπως στον πόνο τη γέννησες για πρώτη φορά, τώρα θα τη γεννήσεις για δεύτερη. Θα τη γεννάς και θα υπάρχει μέσα από σένα! Θέλει να σε βλέπει να είσαι καλά, να αγαπάς τη ζωή, τον εαυτό σου. Αυτό είναι το πολυτιμότερο που μπορείς τώρα να της δώσεις…  Και το δυσκολότερο. Ζει μέσα από εσένα. Σε καλεί. Αυτό θέλει να της δώσεις. Αυτό σου ζητάει. Για να ησυχάσει η ψυχή της…  όταν ησυχάσει η δική σου ψυχή… για να γιατρευτεί. Να ζήσεις τη ζωή που εκείνη δεν έζησε. Να πάρεις τη δύναμη και το κουράγιο να τη ζήσεις τη ζωή σου, σαν να ήταν δική της! Γιατί ήσασταν ένα!  Και τώρα πάλι «ένα» είστε… Αχώριστες… (!) Να ζήσεις, για σένα!  Να ζήσεις, για εκείνη!

Πώς όμως μπορεί να ζεις εσύ, να ζούμε όλοι εμείς, κι οι γέροντες, κι οι γερόντισσες και να έχει φύγει το παιδί μας; Πώς μπορεί αυτό να συμβαίνει; Ποιος Θεός το άφησε αυτό να γίνει; Ποιος άνθρωπος μέσα από την ευθύνη του, την αμέλεια του; Κι ύστερα μου λέτε γιατί, κατά βάθος δεν πιστεύω τίποτε. Κάτι τέτοιες ώρες είμαι πολύ θυμωμένη μαζί του. Και με όλους εμάς. Από τη μια δεν θα μπορέσω ποτέ να καταλάβω το θέλημα (;), τη δικαιοσύνη του. Με εξοργίζει. Πώς μπορεί να σπάζει έτσι η αλυσίδα της ζωής; Πώς μπορεί να μην είναι γεροί εκείνοι οι καινούργιοι, οι γυαλιστεροί της κρίκοι; Πώς μπορεί να έχει τόσο «ξεπέσει» η ζωή, ν’ αρνείται τα παιδιά της, να τους αρνείται το μεγαλύτερο δώρο της; Γιατί ο Θεός τους την χάρισε αν ήτανε να τους την πάρει; Πάντα ένα τεράστιο, αναπάντητο, πικρό «γιατί»

Από την άλλη… κι εμείς δεν φταίμε; Για το μολυσμένο περιβάλλον που μεγαλώνουν τα παιδιά μας, για όλα τα βλαβερά που μας περιβάλλουν δεν είμαστε συνυπεύθυνοι; Για όσα γύρω μας συμβαίνουν και δεν αντιδρούμε; Για την καταστροφή της φύσης και της υγείας μας τι κάνουμε; Πώς αντιδρούμε; Τι κάνουμε για να αλλάξουμε όλα εκείνα που βλάπτουν εμάς και τα παιδιά μας; Τι αναπνέουμε; Τι τρώμε; Το ξέρουμε κι όμως αδιαφορούμε.  Όλα από το Θεό τα περιμένουμε; Για τη δική του άδικη δικαιοσύνη  σου μίλησα, μα εμείς τι κάνουμε για τόσα άδικα εγκλήματα που συμβαίνουν γύρω μας, δίπλα μας, έξω από το παράθυρο μας… στον αέρα που αναπνέουμε; Τι κάνουμε εμείς; Κι όλοι αυτοί που υποστηρίζουν πως φροντίζουν ή θα φροντίσουν τη ζωή μας, τον τόπο μας, όπου ζούμε, τι κάνουν; Μήπως μόνο να υπόσχονται ξέρουν και όχι να πραγματοποιούν; Μήπως μόνο όταν θρηνούμε αθώα θύματα θυμόμαστε όλοι, τι δεν κάναμε; Τι θα έπρεπε να είχαμε κάνει; Για να μην αρρωσταίνουν παιδιά, για να μην πεθαίνουν άδικα άνθρωποι.

Η φριχτή αρρώστια… Πώς γίνεται να έχει τόσο προχωρήσει η επιστήμη και να μην μπορεί αυτή η αρρώστια να νικηθεί; Σκέφτομαι πως το φάρμακο έχει σίγουρα βρεθεί, αλλά… όλα… στο βωμό του κέρδους θυσιάζονται … Διπλή η αδικία! Διπλή η ντροπή! Από τη μια η «ατυχία» από την άλλη το «πούλημα» Κι όλες αυτές οι ζωές που χάνονται, να συνεχίζουν να χάνονται άδικα. Μα τα πάντα είναι «υπό εκμετάλλευση» η ανθρώπινη ζωή  δεν έχει καμιά αξία;  Αλλά, ποιος νοιάζεται για το παιδί του άλλου; Ποιος νοιάζεται για τον άλλο; Εδώ για τον εαυτό του δεν νοιάζεται… για τον άλλο θα νοιαστεί; Το δικό του παιδί να είναι καλά κι ο ίδιος! Ποιος νοιάζεται για ‘κεινον που φεύγει; «Εξασφαλισμένος» στη βολή του και ασφαλής μέσα στις ανέσεις του, το μόνο Θεό που έχει, είναι το χρήμα! Όταν η αρρώστια δεν έχει χτυπήσει την πόρτα του… τι να σημαίνει για εκείνον ο ανθρώπινος πόνος; Τίποτα, εφόσον δεν είναι δικός του… Όλα λειτουργούν μεθοδικά και ξεδιάντροπα. Εγκλήματα δεδομένα, υπαρκτά! Κανείς δεν μπορεί να κάνει τίποτε γι’ αυτά. Τι κρίμα για όλους… Παγώνω στη σκέψη ότι θα μπορούσα να είμαι στη θέση σου, μάνα χωρίς ελπίδα… μάνα που έχασες το παιδί σου άδικα. Κι ωστόσο τίποτα δεν μπορώ να κάνω… και να πω… Τι να πω… Μόνο ντρέπομαι.

Ξένη είμαι. Δεν μπορώ ν’ αγγίξω τη σιωπή σου μάνα… Μάνα, εσύ που πονάς. Εσένα που το δάκρυ σου φυλακίστηκε μέσα σε ένα «γιατί» κόμπο στο λαιμό σου να σε πνίγει. Εσύ που με κοιτάς σαν χαμένη. Κι όλοι εμείς… πώς έχουμε τη δύναμη να σε κοιτάμε; Ντρέπομαι που είμαι καλά. Ντρέπομαι για όλους αυτούς που είναι καλά… Είμαστε αλαζόνες όταν είμαστε καλά. Εσύ δεν μπορείς να μας κοιτάξεις…  κι εμείς βολεμένοι στις ζωές μας είναι αδύνατο να καταλάβουμε τι είναι αυτό που περνάς.

Μόνη, έρημη… πάντα ήσουν μόνη… Όπως μόνη είναι κάθε μάνα που παλεύει. Κάθε μάνα παλεύει για τα παιδιά της. Κάθε αληθινή μάνα! Σιωπηλή, πάντα μόνη, νιώθει, πονά, καταλαβαίνει, αγκαλιάζει με τη σκέψη της το καθετί, με το βλέμμα της… το σκεπάζει (!)

Που είναι η Αργυρούλα σου; Να την αγκαλιάσεις, να την καμαρώσεις, όπως έκανες πάντα, να τη νοιαστείς… Η Αργυρούλα έφυγε. Δεν θα ξαναγυρίσει. Πώς να το πιστέψεις. Μα είναι εδώ. Κάθε στιγμή, στη σκέψη σου. Κάθε μέρα, και πιο πολύ! Μην πονάς άλλο… Πάντα θα σε συντροφεύει, μέχρι την τελευταία σου πνοή, δίπλα σου θα είναι, όπως εσύ.

Τι αξίζει η ζωή σου χωρίς το παιδί σου(;) αναρωτιέσαι… Κι εγώ αναρωτιέμαι, τα δικά μου τα βάρη, τους πόνους, τις απελπισίες της καθημερινότητας με τα δικά μου παιδιά, τι είναι όλα αυτά… μπροστά στο δικό σου μαρτύριο; Ένα τίποτα είναι μπροστά σ’ αυτό που περνάς εσύ. Ντρέπομαι που παραπονιέμαι… για τη ζωή μου… για τις δυσκολίες… για το μέλλον των παιδιών μου… για την αβεβαιότητα… Ντρέπομαι που υπάρχω όταν έχει φύγει ένα παιδί! Όταν υπάρχει έστω και μια μάνα, σαν κι εσένα, που πονάει.

Πόσο δύσκολο είναι αυτό που σου ζητάω; Να συνεχίσεις να ζεις… χωρίς εκείνη, τη μονάκριβη σου, την αργυρή  σου, τη χρυσή σου! Το ξέρω δεν μπορεί να υπάρχει τίποτε δυσκολότερο. Δεν στο ζητάω εγώ, στο ζητάει εκείνη! Να κρατηθείς γερά από την ελπίδα του κόσμου, να ζήσεις, να μην παραιτηθείς! Για σένα! Για κείνη! Χωρίς εκείνη; Μαζί μ’ εκείνη! Εκείνο το παιδί δεν θα σ’ αφήσει ποτέ μόνη. Θα ‘ναι στο πλάι σου για πάντα! Ίσκιος (!) φως και χαρά (!) Μάνα! Να ζήσεις… ν’ αγαπάς τη ζωή όπως την αγαπούσε κι εκείνη. Να βρεις νόημα σ’ αυτή, το νόημα που θα σου δώσει ο εαυτός σου. Εκείνος ο καλός εαυτός σου που αγαπούσε κι εκείνη… Θα είναι μαζί της φυλαχτό και θα ‘ναι φυλαχτό σου… κι εκείνη!

Αγάπη έδωσες, αγάπη πήρες! Σε λάτρευε και τη λάτρευες… Πώς μπορεί όλο αυτό να χαθεί; Τίποτε δεν χάθηκε! Εδώ είναι ! Μέσα στα μάτια σου…  στα χείλη σου, στην ανάσα σου την ίδια! Στα χέρια σου που την φρόντισαν, στα μάτια σου που την κανάκεψαν, την καμάρωσαν. Αυτά τα μάτια πρέπει να λάμπουν, να ζουν και μέσα απ’ αυτά να βλέπει εκείνη, τα πουλιά και τον ήλιο, τα λουλούδια, τη θάλασσα! Η μονάκριβή σου, ήθελε να ζήσει. Αλλά δεν την άφησαν. Και πάντα θα θέλει να ζήσει. Ακόμη και μέσα από σένα. Αυτό  να της δώσεις! Ζωή… μέσα απ’ τη ζωή σου! Μάτια… μέσα απ’ τα μάτια σου! Γιατί ήταν τα μάτια σου τα δυο… κι ακόμα είναι,  και για πάντα θα είναι! Ανάσα… μέσα από την ανάσα σου! Εσύ της την έδωσες… εσύ πάλι θα της την ξαναδώσεις! Αστείρευτη μάνα! Αγέρωχη μάνα! Ατέλειωτη μάνα! Η ζωή της ήταν ζωή σου… Τώρα η ζωή σου θα γίνει ζωή της! Γεννήθηκες μόνο για να δίνεις… Για να της δώσεις αυτό το δώρο, της ζωής… να ζήσεις! Ξανά! Να ζήσεις χίλιες ζωές… για να της το ξαναδώσεις. Για εκείνη! Τη μονάκριβή σου!

Η ζωή μας… Τι είναι η ζωή μας; Ένα τίποτα είναι η ζωή μας… κι είναι και το πάν! Ένα τίποτα- έτσι όπως την καταντήσαμε- που έγινε το πάν! Κρέμεται από μια κλωστή. Κινδυνεύει. Δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει. Και το χειρότερο… ξέροντας τα όλα αυτά, δεν κάνουμε τίποτα.

Η πληγή σου, που αιμορραγεί θα κλείσει. Ο χρόνος όλα τα γιατρεύει. Αξιώθηκες ένα θαυμάσιο πλάσμα. Το μεγάλωσες. Μεγάλωσε το μπόι σου. Η καρδιά σου πλάτυνε. Έγινες πιο σοφή. Πιο δυνατή.  Οι στιγμές που έζησες μαζί της, ο θησαυρός του κόσμου! Πιότερη  η χαρά τους από την ίδια τη μέρα και το φώς της, πιότερη η χαρά τους κι απ’ τη θάλασσα κι απ’ όλο το μεγάλο της το πλάτος της, κι απ’ τον ήλιο και τ’ αστέρια πιο ζεστά τα μάτια της, κι απ’ τον ουρανό πιο μεγάλη η αγκαλιά της, κι απ’ τα  δέντρα πιο τρυφερά τα χέρια της, κι απ’ τα πουλιά πιο λεύτερη η καρδιά της!  Η Αργυρούλα σου είναι εδώ… στα δέντρα, στα βουνά, στις θάλασσες… ακούγεται η φωνή της… να λέει… «Ζήσε μάνα! Ζήσε για μένα! Για την αγάπη μας, για τα τρυφερά μου νιάτα, για το χαμόγελό μου, για τα μάτια μου, και τα ξανθά μαλλιά μου, για το φιλί που θέλω κάθε μέρα να μου δίνεις… Ζήσε μάνα! Για μένα! Μη θαρρείς πως έφυγα… Εδώ θα είμαι για πάντα. Δίπλα σου, να ονειρεύομαι έναν κόσμο λιγότερο άδικο, λιγότερο ψεύτικο, λιγότερο πουλημένο, σκληρό κι απάνθρωπο κι αδιάφορο. Ζήσε μάνα! Μη θαρρείς πως έφυγα. Εδώ είμαι! Δίπλα σου! Ανάσα σου! Η αγάπη σου μάνα θα γεννάει πάντα αγάπη και ζωή! Αυτό να μου δώσεις… όπως πάντα έκανες… αγάπη και ζωή!»

 

20-05-2019                                                           Μαρία Π. Κρόντη