«Πήγα θέατρο και είδα ένα υπέροχο έργο. Πιραντέλο παρακαλώ. «Έτσι είναι… αν έτσι νομίζετε.» έγραφε η Μαρίκα στη Σουλτάνα, τη φίλη της στην Αυστραλία. Ήταν η καλύτερή της φίλη η Σουλτάνα, χρόνια ξενιτεμένη. Κάποτε ήταν αχώριστες. Έκαναν όλες τις τρέλες τους μαζί. Δηλαδή η Σουλτάνα ‘έσπρωχνε’ τη Μαρίκα. Η  Μαρίκα ήταν πάντα διστακτική. Το ήσυχο, το καλό κορίτσι. Αν δεν είχε τη Σουλτάνα δεν θα έπαιρνε καμιά από εκείνες τις ωραίες πρωτοβουλίες. Ίσως και τίποτα να μην είχε ζήσει. Η Σουλτάνα την έμαθε να ζει! Κάνανε ωτοστόπ και πήγαιναν όπου ήθελαν… Η Σουλτάνα, το αλάνι, η ελεύθερη ψυχή, η φευγάτη. Κι έφυγε… Στην Αυστραλία  έφτασε η χάρη της με τον άντρα της ζωής της. Έκανε δική της επιχείρηση εκεί. Είχε ένα μεγάλο καφέ στο Σίδνεϋ. Είχε δύο παιδιά από τον πρώτο της γάμο και ένα από τον δεύτερο. Η Μαρίκα γιάτρεψε τις πληγές της μένοντας  ολομόναχη. Ποτέ δεν αποφάσισε να παντρευτεί. Στέλνανε γράμματα η μια στην άλλη, μιλούσαν και στο τηλέφωνο συχνά. Είχε έρθει αρκετές φορές στην Ελλάδα η Σουλτάνα. Πήγαινε κατευθείαν στο νησί να την συναντήσει. Αδελφές ψυχές!

«Ο Πιραντέλο που λες με συνεπήρε… πολύ μπροστά ο άνθρωπος για την εποχή του. Μα ήταν μέσα στην ψυχή μου; Όλα σωστά τα έλεγε. Όλα τα έβρισκε! Εμείς έχουμε και προχωρημένο ερασιτεχνικό θέατρο εδώ στο νησί! Βλέπουμε καλά έργα, δουλεμένα, και για… σκεπτόμενους ανθρώπους(!). Τι νομίζεις; Τι μας πέρασες; Μισή μερίδα; «Αχ, Σουλτάνα…» της έλεγε, μέσα στο γράμμα της. Έβγαζαν κι οι δυο τα εσώψυχά τους. Λεγόταν και καμιά αλήθεια… έπαιρναν πιο πολύ το θάρρος να την πουν γιατί ήταν τόσο μακριά η μια από την άλλη και της έλειπε. Άμα παίρνανε φόρα λέγανε αλήθειες τσεκουράτες, όχι μόνο μία, και στον ίδιο τους τον εαυτό, έτσι που… ίσως αλλιώς δεν θα είχαν το θάρρος να πουν.

«φιλαράκι» της έγραφε «να σ’ είχα εδώ τώρα… να πίναμε έναν καφέ και να τα λέγαμε… να σ’ έβλεπα στα μάτια, να άκουγα τη φωνή σου… να λέγαμε, να λέγαμε και να μην τελειώναμε. Τι να σου πρωτοπώ δεν θα ήξερα και για το θεατρικό έργο και για τα επεισόδια της ζωής μου της ίδιας. Να τα ξαναπώ σ’ εσένα άλλη μια φορά που ξέρω ότι πάντα μ’ ακούς στοργικά σαν μάνα. Σ’ εσένα που έχεις το μυαλό σου σ’ εμένα όταν με κοιτάς, όταν με ακούς, και δεν είναι ο νους σου αλλού. Είναι εδώ. Στη στιγμή μας. Σ’ εμένα. Μόνο σ’ εμένα. Μόνο για μένα… Ούτε και θέλεις να μου δείξεις πόσα ξέρεις ή πόσο δίκιο έχεις… Μ’ ακούς βρε φιλενάδα… Να, αυτό είναι που θέλω από τη ζωή μου. Έναν άνθρωπο να μ’ ακούει ολόκληρος, με όλο του το είναι κι ας μη μου μιλάει καθόλου, απλά να ξέρω ότι μ’ ακούει… να βλέπει στα μάτια, με όλη του την ψυχή. Σήμερα η ψυχή λείπει στη ζωή μας γι’ αυτό είναι άχρωμη και λειψή. Η ψυχή λείπει σε ότι κάνουμε. Σε ότι δίνουμε. Η ψυχή λείπει στις σχέσεις μας. Ενώ εσύ, ξέρω πως πάντα μ’ ακούς… σοφή μου φιλενάδα. Ήξερες από τότε που ήμασταν παιδιά να μ’ ακούς- ταλέντο κι αυτό (;)-γιατί ήξερες να σκέφτεσαι σωστά, χωρίς εγωισμούς, να ψάχνεις την αλήθεια… αρκεί να την έβρισκες, με όποιου το μέρος κι αν ήταν αυτή. Κι ήξερες να πηγαίνεις και στη θέση του άλλου. Θέλει φαντασία κι αυτό, θέλει ψυχή… Τα βάσανα μου θέλω να σου πω, να στανιάρω, να ξαλαφρώσω που πνίγομαι κλεισμένη στον εαυτό μου. Αχ φιλενάδα… να μην είσαι εδώ… να πιούμε έναν καφέ…» μονολογούσε. «Δεν ξέρω τι να σου πρωτοπώ… αυτό το έργο… να, με έκανε να σκεφτώ, ξέρεις… εμένα όπως κι εσένα δεν μας λείπει η σκέψη. Η δική σου όμως ήταν πάντα προς τη σωστή κατεύθυνση- όχι ότι δεν έκανες και τα λάθη σου. Αλλά… σαν τα δικά μου! Όχι. Σαν τα δικά μου δεν έκανες. Τόλμησες.  Ενώ εγώ…  Η ζωή μου είναι «περίπου» Περίπου είμαι εγώ. Και λίγο απ’ όλα. Ήθελα πολλά και δεν κατάφερα τίποτα. Μα θα μου πεις ήθελες πολλά φιλενάδα, και θα ‘χεις δίκιο. ‘Όποιος θέλει τα πολλά, χάνει και τα λίγα…’ Ήθελες το ένα, ήθελες το άλλο, ήθελες και το παράλλο  και δεν τολμούσες όσο έπρεπε. Τι να σου κάμω; Η τύχη είναι με τους τολμηρούς. Τι περίμενες να γίνει; Ησυχία δεν έχεις. Και ζητάς συνέχεια από τον εαυτό σου. Βασανίζεσαι. Δεν είσαι ευχαριστημένη. Δεν θέλει πολλά ο άνθρωπος, φιλενάδα, θα μου έλεγες, για να είναι ευτυχισμένος και θα είχες δίκιο. Απ’ τα πολλά που θέλω, κι απ’ τα πολλά που έχω, δεν είμαι τίποτε, δεν έχω τίποτε. Δεν είναι όμως έτσι. Το έργο φταίει που με έκανε να σκεφτώ. Ναι, τόσο φτωχή και τόσο μόνη κατάλαβα ότι είμαι, τόσο άδεια η ζωή μου, τόσο τίποτα είμαι; Γιατί ήθελα πολλά… γιατί τα λίγα που ήθελα στην αρχή, δεν μου έφταναν κι ήθελα κι άλλα…  Μα Θα μου πεις… τι απελπισία είναι αυτή; Κάτσε καλά φιλενάδα… Ηρέμησε. Άμα έχεις την ‘γεια σου, τα έχεις όλα. Ναι, κατάλαβα, φιλενάδα, κι αυτό το έργο, πόσα μ’ έκανε να σκεφτώ, αυτό το έργο…(!) Δεν είναι η ζωή στα ‘χειροπιαστά’ πράγματα , δεν είναι στο ‘δείξιμο’ στην ‘επιτυχία’ στην ‘αποδοχή’ Είναι στη γαλήνη του εαυτού μας! Να μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχα, βρε αδερφέ… τι ωραία έκφραση(!) ‘βρε αδερφέ’ άσε με να στο λέω κι αυτό… ‘αδερφέ’ μ’ αρέσει! Άσε με τουλάχιστον εσύ να είμαι αυτό που θέλω να είμαι γιατί κανείς δεν μ’ αφήνει… Και πρώτα απ’ όλους εγώ, η ίδια. Που λες αδερφέ ό,τι κι αν αποφασίσω να κάνω παντού ‘γκαντεμιά’ παντού πονηριά, παντού ‘μικρές’ ψυχές, παντού κακία. ‘φτήνια’ παντού ζήλεια και φθόνος, εξουσία και αυτοπροβολή, παντού το ‘συμφέρον’ και το ‘δήθεν’ παντού το ‘βόλεμα’ και το ‘ο θάνατός σου, η ζωή μου’ Από πού να ξεκινήσω, φιλενάδα, εεε; ‘αδερφέ’ τίποτα δεν πήγε καλά στη ζωή μου, υπέφερα πολύ. Τίποτα δεν μου πήγε καλά στον έρωτα, ούτε στο επάγγελμα, ούτε στα ‘ταλέντα’ μου, σ’ αυτά που με ‘τραβάνε’ που βρίσκω τον εαυτό μου, σ’ αυτά που αγαπώ… Έναν άντρα αγάπησα, κι αυτός μου βγήκε σκάρτος, τι σκάρτος δηλαδή ,χάλι μαύρο, αλαζόνας, νάρκισσος, φιλόδοξος, φιλοχρήματος… καμιά σχέση μ’ εμένα. Δεν είχε μάτια ποτέ να δει την αγάπη μου. Που να την δει; Την αθώα αγάπη μου… Μια φορά αγάπησα κι εγώ έναν άνθρωπο, κι από τότε… δεν αγάπησα ξανά, δεν ερωτεύτηκα έτσι ποτέ, από τότε… Αγάπησα τα μάτια του! Αχ, αυτά τα μάτια του! Θα τα κουβαλάω πάντα σ’ όλη μου τη ζωή, το φως, το μέλι της ζωής, ο φάρος μου, θα είναι… Ένα ψέμα δηλαδή! Ποτέ δεν θα καταλάβει τι ήταν για μένα. Γιατί δεν θα μπορέσει… Δεν άξιζαν αυτά τα μάτια την αγάπη μου… η αγάπη για να δυναμώνει – έτσι γίνεται-δεν την αξίζει εκείνος που του τη δίνεις… Αχ, ο έρωτας… τρελός και άδικος είναι… Δεν τον πιστεύω πια, μα τον χρειάζομαι… Πώς είναι δυνατό… τέτοια μάτια(!) τέτοιο βλέμμα… να είναι άδεια; Να κρύβουν άδεια ψυχή, τελείως διαφορετική από αυτή που δείχνουν, από αυτή που έχουν τη μαγεία να σε κάνουν να νομίζεις ότι έχουν; Λες γι’ αυτό να τ’ αγάπησα τόσο; Επειδή ήταν τόσο φτωχά και μόνα! Τι αγάπησα; Αυτό που νόμισα, κι όχι αυτό που ήταν… Να το έργο… (!) που σου έλεγα. Φαντασίωση. ‘Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε…’ έτσι νόμισα ότι ήταν, και πίστεψα ότι ήταν, άλλα… δεν ήταν! Δεν ήταν! Έτσι για όλα δε νομίζουμε; Ότι είναι; Μα δεν είναι! Όπως τα περισσότερα… αλλιώς θέλουμε να τα νομίζουμε, κι αλλιώς είναι. Εμείς όμως επιμένουμε να τα νομίζουμε έτσι όπως… δεν είναι! Ακόμα και μια ολόκληρη ζωή μπορεί να πείθουμε τον εαυτό μας με ένα ψέμα, να τον τρέφουμε με αυτό, ότι έτσι είναι, αλλά τελικά… έτσι, δεν είναι! Από έρωτα, άστα να πάνε λοιπόν! Τα ξέρεις. Πόσες φορές στα ‘χω πει. Εσύ δε βαριέσαι να μ’ ακούς γιατί ξέρεις να μ’ ακούς, γιατί ξέρεις ότι σ’ έχω ανάγκη, και τίποτα άλλο δεν θέλω. Τι θέλει ο άνθρωπος; Έναν άνθρωπο να τον υπολογίζει, φιλενάδα! Αδερφέ μου! Δεν είχα ποτέ λοιπόν καμιάν ελπίδα ,ούτε θα έχω ποτέ, από ‘κείνον. Απόφαση, δεν το έχω πάρει… μια ζωή πέρασε κι εγώ ακόμα απόφαση δεν το πήρα! Μα καλύτερα έτσι… δεν μπορούμε οι άνθρωποι να δούμε, ούτε ποιο είναι το καλό μας…

Να ‘τανε μόνο αυτό; Απελπίστηκα! Τι να πρωτοκοιτάξω… Όλο ‘πρέπει’ και ‘δήθεν’ γύρω μου. Να πρέπει να είμαι όπως με θέλουν οι άλλοι, κι η δυστυχία μου, αυτούς να τους δίνει χαρά, που να στα λέω… να τους κάνει ευχαριστημένους! Κανείς τους δεν θέλει να με δει να είμαι καλά, να είμαι χαρούμενη, να χαμογελάω, να είμαι ο εαυτός μου. Με θέλουν να ‘είμαι’ όπως εκείνοι θέλουν, ένα ‘τίποτα’ δηλαδή, μια αποτυχία, μια δυστυχία. ‘Έτσι είναι… αν έτσι νομίζετε…’ να τους κάνω τη χάρη θέλουν να είμαι όπως νομίζουν εκείνοι, κι ας θέλω εγώ να είμαι κάτι άλλο. Το δικό μου! Το αληθινό! Όχι το ψεύτικο, το δικό τους. Λέω, θα τους κάνω τη χάρη… Παίρνω τους δρόμους, και τρέχω… τρέχω… τρέχω… μήπως ακούγοντας το λαχάνιασμα μου, ξεχάσω το ‘λαχάνιασμα της ψυχής μου’ και συνέλθω λίγο! Έτσι κουρασμένη καθώς είμαι… δεν τους ενοχλώ, δεν ασχολούνται πια μαζί μου, ούτε κι εγώ μαζί τους κι είναι επιτέλους ευχαριστημένοι- η χαρά τους, να με βλέπουν να υποφέρω! Ή να μη με βλέπουν καθόλου… Δεν είμαι όμως αυτή τη φορά, όπως με θέλουν, τους έχω ξεγελάσει (!), δεν είμαι ότι αυτοί νομίζουν! Τους έχω απαλλάξει και από την παρουσία μου. Φιλενάδα, όπου κι αν κοίταξα, όπου κι αν τη ματιά μου έστρεψα, έτσι με τη λαχτάρα ενός παιδιού, ‘έφαγα πόρτα’ Μην κάτσω και μετρήσω τώρα πόσες πόρτες έχω φάει… Όλη μου η ζωή ‘μια πόρτα’ στα μούτρα μου! ‘Πλήρης αποτυχία(!)’ Ήταν όμως; Φαινομενικά, ναι! Ουσιαστικά, όχι! Δεν ήταν όπως οι άλλοι νόμιζαν, όπως κι εγώ η ίδια νόμιζα. Δεν ήταν! Κάθε ‘πόρτα’ κρύβει πίσω της μια αξιοπρέπεια, μια ψυχή που όποιος τη φτύνει, φτύνει τον ίδιο του τον εαυτό!

Αλλιώς τα περίμενα τα πράγματα στο επάγγελμα- μα δεν ήταν επάγγελμα αυτό που διάλεξα- κι αλλιώς τα βρήκα. Άλλο η επιστήμη, άλλο η πραγματικότητα! Δεν ήταν έτσι όπως τα νόμισα… Πάλι, κι εδώ, έπεσα έξω. Άλλο νόμιζα ότι θα βρω, κι άλλο βρήκα. Δεν μου ταίριαζε αυτή η δουλειά. Εμένα η δουλειά μου μ’ αρέσει ‘να κυλάει στις φλέβες μου’. Τότε δεν το ήξερα, για να διαλέξω σωστά. ‘Έτσι νόμισα… αλλά έτσι δεν ήταν…’ για άλλη μια φορά! Δεν μου αρέσουν οι ψευτιές και οι απάτες, τα ‘μίση’ τα ‘πάθη’ ούτε με τη χαρτούρα τα πήγαινα ποτέ καλά. Ήθελα δεν ήθελα όμως, έκανα το λάθος. Διάλεξα λάθος δουλειά. Εμένα μ’ αρέσουν οι καθαρές δουλειές, να βοηθάω ανθρώπους, να χρησιμοποιώ τα χέρια μου- τα έχω εμπιστοσύνη τα χέρια μου, πάντα τα είχα-μου δίνανε χαρά τα χέρια μου κι ότι έκανα μ’ αυτά(!) κι ακόμα κάνω. Δεν άφησα εγώ τον εαυτό μου φιλενάδα, να κάνει σωστές επιλογές. Δεν μ’ άφησαν κι οι άλλοι… να κάνω τις δικές μου. Και για να ‘αρέσω’ έγινα σαν τα μούτρα τους. ‘Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε…’ τους είπα και τους ακολούθησα. Χωρίς να είμαι εγώ εκείνη που τους ακολουθούσε. Και στο τέλος έφτασα να μην αρέσω σ’ εμένα! Σκατά τα έκανα, με το μυαλό που κουβαλούσα… Φιλενάδα, μαντάρα τα έκανα! Μαντάρα! ‘Αποδεκτή’ κουραφέξαλα! Κι όταν η ψυχούλα μου βρήκε πράγματα να κάνει, να χαίρεται… να τ’ αγαπάει… δεν μ’ άφησαν οι σπουδαίοι άλλοι ‘ν’ αγιάσω’ Πώς ν’ αγιάσω; Γιατί ν’ αγιάσω; Ποια ήμουν εγώ που είχα το δικαίωμα να είμαι χαρούμενη μέσα στην τόοοση δυστυχία; Ποια; Να κάνω εγώ αυτό που θέλω; Να είμαι καλά; Πώς τόλμησα εγώ- η ασήμαντη- να είμαι καλά; Να μάθω τι αγαπώ και τι μ’ αρέσει; Να κάνω αυτό που αγαπώ; Ποια ήμουν εγώ; Να είμαι όπως θέλω να είμαι και όχι όπως θέλουν οι άλλοι; Η ζωή η δικιά μου θα διέφερε από τη ζωή των άλλων; Πώς ήταν αυτό δυνατό; Πώς θα τολμούσα αυτό το πράγμα; Να είμαι ότι θέλω;  Πώς το τολμούσα. Ποιος το τόλμησε ποτέ αυτό; Και δεν μ’ άφησαν… ούτε ν’ αγιάσω, ούτε να είμαι αυτή που θέλω. Ούτε να θέλω να είμαι άλλη από αυτή που ήμουν και να τολμήσω ν’ αλλάξω. Παρά μόνο να είμαι ‘αυτή που νομίζετε ότι είμαι…’ Ναι, αυτή σας έκανε, σας άρεσε. Ναι, έτσι είμαι, όπως νομίζετε ότι είμαι-για να μην ξεχνάω και το έργο του Πιραντέλο- αν αυτό θέλετε… Ποιος τόλμησε ποτέ το αντίθετο από αυτό που είναι, έτσι όπως εσείς νομίζετε…

Τι έγινε; Έφτασα να είμαι ‘λίγο απ’ όλα’ και τίποτα. Καλύτερα! Έτσι για να τους ικανοποιώ όλους-να είναι πρώτα εκείνοι ευχαριστημένοι, ούτε λόγος, εκείνοι να είναι καλά… για τη δική μου ευχαρίστηση, ούτε λόγος, τι σημασία έχει η δική μου ευτυχία(;) Αν μπορούσαμε να βλέπαμε έναν άνθρωπο ευτυχισμένο, έναν άνθρωπο ν’ αγαπάει αυτό που κάνει και να τον αφήναμε να το κάνει… θα ήταν καλύτερος ο κόσμος μας! Αλλά παντού κακία, φιλενάδα, μίσος, φθόνος, ‘δυσωδία’ ‘πτωμαίλα’ μυρίζουν αυτοί που για να ανέλθουν έχουν πατήσει ‘επί πτωμάτων’ Πως μπορούν έτσι… να είναι ευτυχισμένοι; Πατώντας πάνω στη δυστυχία των άλλων; Ξέροντας ότι κάποιος άνθρωπος είναι λυπημένος, είναι αδικημένος. Ο φίλος μου ο Πετρόπουλος είχε πει… ‘τους πικραμένους δεν τους θέλει κανείς…’ στο βιβλίο του για το ρεμπέτικο.

Πήρα τους δρόμους και τρέχω… ν’ ακούω την ανάσα μου, φιλενάδα… να βλέπω, τι είμαι και τι μπορώ! Να νιώθω ζωντανή! Νιώθω ζωντανή! Μοναδική! Είμαι ο εαυτός μου! Δεν χρειάζομαι κανέναν. Φτάνει που νιώθω αυτό που είμαι! Δεν τους έκανα τη χάρη να είμαι όπως νομίζουν, κι ας νομίζουν! Άσ’ τους να νομίζουν… Δεν τους έκανα τη χάρη να μην είμαι αυτό που θέλω, να είμαι αυτό που θέλουν εκείνοι, κι ας είμαι ‘λίγο απ’ όλα’ κι ας νομίζουν ότι δεν είμαι τίποτα. ‘Δεν είμαι, όπως νομίζετε…’ θα απαντούσα στους ήρωες του Πιραντέλο… ‘κι ας νομίζετε ότι θέλετε…’ έτσι για τον παρηγορήσω δύο αιώνες μετά! Πιο καλά ‘λίγο απ’ όλα’ για ν’ ανασαίνει η ψυχούλα μου… φιλενάδα, το βρήκα το νόημα της ζωής (!), μετά από τόσες αποτυχίες, μετά από τόσες συγκρούσεις με τον εαυτό μου, μετά από τόσες ‘χάρες’ στους άλλους! Καλά δεν είναι; Φτάνει πια! ‘Δεν είμαι έτσι όπως νομίζετε(!)’ Είμαι όπως θέλω εγώ να είμαι! Με θέλω εγώ, κι ας μην με θέλει κανείς, κι ας με θέλουν ‘του χεριού τους’ ‘καθ’ υπόδειξη τους’ δεν θα τους κάνω τη χάρη πια. ‘Λίγο απ’ όλα’ φιλενάδα, αλλά αυτό που θα είμαι θα το αγαπάω, θα μου δίνει χαρά… θα είμαι ολόκληρη δοσμένη σ’ αυτό, ψυχή τε και σώματι! Θα είμαι, όσο είμαι, όμως… Θα είμαι αυτό που είμαι, και όχι αυτό που νομίζουν οι άλλοι. Δεν ρωτάω κανέναν πια… δεν θέλω κανέναν, δεν τους έχω ανάγκη για να είμαι καλά. Δεν ‘θα είμαι για τους άλλους’ θα είμαι ‘για μένα’ ο εαυτός μου, για να ‘είμαι’ κάτι κι εγώ… κι ας… είμαι ‘λίγο απ’ όλα!’ Φαίνεται πως γεννήθηκα για το ‘λίγο απ’ όλα’ και ας μη με εγκρίνουν. Έτσι θα ζήσω! Μα όμως θα μπορώ να χαμογελάω, να είμαι ελεύθερη, φιλενάδα… να είμαι χαρούμενη! Κι όση ζωή μου μένει έτσι να τη ζήσω… Να είμαι ο εαυτός μου και όχι μια άλλη! Έφυγε η μισή μου ζωή για να το καταλάβω… τουλάχιστον την υπόλοιπη μισή, ας τη ζήσω για μένα και όχι για τους άλλους… Αξίζει! Ως τώρα, για μένα… δεν ήμουν καμιά!»

09-06-2019                          Μαρία Π. Κρόντη