Γεννήθηκε μέσα στη φτώχεια και την απλότητά της. Μεγάλωσε παλεύοντας για να ζήσει με τιμιότητα και αξιοπρέπεια. Έζησε την ομορφιά της ζωής παρά τις δοκιμασίες, την ανέχεια. Ήταν μια αγνή ψυχή! Ήσυχος άνθρωπος, καλή καρδιά, παιδί του λαού! Γι’ αυτό ίσως δεν αγαπήθηκε από τον ίδιο του τον τόπο… τη Σύρα που τόσο αγάπησε, ύμνησε στα τραγούδια του. Κάποιοι άνθρωποι υπήρξαν μικρόψυχοι ακόμα και με τους μεγάλους δημιουργούς. Πολύ λίγοι είναι εκείνοι που θα σκεφτούν, θα βγάλουν τις παρωπίδες, θα φιλτράρουν τις πληροφορίες, θα θελήσουν να διαβάσουν και να μάθουν για την εποχή, να καταλάβουν τις δυσκολίες που περνούσαν οι απλοί άνθρωποι του μόχθου, να ψάξουν να μάθουν την αλήθεια για να σχηματίσουν την άποψή τους υπεύθυνα, με σοβαρότητα, όχι αυθαίρετα, εύκολα, βιαστικά, αδιάφορα, άκομψα, χωρίς ψυχή.

Μια τέτοια αδιαφορία για την αλήθεια, για την ουσία, για την πραγματικότητα μοιάζει να είναι «προσβολή μνήμης τεθνεώτος» και μάλιστα σπουδαίου δημιουργού- ευτυχώς, ο Μάρκος στην αυτοβιογραφία του θέλησε να προλάβει, λες και ήξερε τι θα συμβεί, με απλά λόγια να εξηγήσει… «αυτά ήταν εμένα τα αμαρτήματά μου κι ας με δικάσει ο Μεγαλοδύναμος…» έγραψε στον επίλογο!

Όλοι έχουν γνώμη, είπε κάποιος, γνώση όμως για να έχουν γνώμη; Πολύ λίγοι… Απλούστατα γιατί η γνώση θέλει κόπο, επίγνωση, έξυπνο μυαλό, σοβαρότητα, υπευθυνότητα, παραδοχές, όχι εγωισμούς, βιασύνες, αφέλεια, παράβλεψη, αναλγησία, αποσιώπηση. Και πως μπορεί να αντιληφθεί κανείς την αλήθεια, να την δει με καθαρό μυαλό, όταν τον πνίγουν προκαταλήψεις, κοντόφθαλμες, άκριτες, άπονες σκέψεις, φτηνές, άσπλαχνες… Εκείνες που δεν ξέρουν να βλέπουν, γιατί πρώτα απ’ όλα δεν ξέρουν να σέβονται.

Άλλωστε πώς να κρίνεις έναν φτωχό άνθρωπο; Πώς να τον καταλάβεις… αν δεν είσαι εσύ ο ίδιος φτωχός, αν δεν έχεις ζήσει μέσα στη φτώχεια, την ανέχεια, τις κακουχίες της. Πώς να την καταλάβεις εκείνη την ψυχή, όταν δεν έχεις βρεθεί εσύ σε αυτή τη θέση και δεν έχει χρειαστεί να παλέψεις για να ζήσεις. Πώς να καταλάβεις τον άνθρωπο που ξεπέρασε άπειρες δυσκολίες ζωής, κι όμως δεν τον εμπόδισαν, αντίθετα, τον βοήθησαν…  να αγαπήσει με πάθος, να αφιερωθεί… σχεδόν με «ιερότητα» στην τέχνη του! Γι’ αυτό η τέχνη του είναι μοναδική, είναι τόσο μεγάλη!  Πέρασε από «φωτιά και σίδερο» κι ο ίδιος κι η τέχνη του, βγήκε από τα σπλάχνα της φτωχολογιάς και του σκληρού βιώματος… δεν ήταν τυχαία! Περιέγραψε τη ζωή! Τη δύσκολη ζωή… που τίποτα δεν κερδιζόταν χωρίς κόπο και πόνο, που τα εμπόδια της δεν ήταν, ένα και δύο. Αυτά τα εμπόδια πάλεψε σκληρά να ξεπεράσει ο Μάρκος, με μοναδική δύναμη θέλησης και θυσίας, έχοντας υποστεί πολλές φορές άκρα ταπείνωση, έχοντας βρεθεί σε αδιέξοδα κι απόγνωση. Αυτή η απόγνωση οδηγούσε τότε σε διάφορους δρόμους, καλούς και κακούς… Ο Μάρκος «διάλεξε» τον καλό, της δημιουργίας… Γι’ αυτό επιβίωσε… και μέσα από αυτόν, έζησε!

Εδώ και  πολύ λίγα χρόνια στη Σύρα, άρχισε ο Μάρκος να αναγνωρίζεται, να προβάλλεται, να γίνεται γνωστό σε όλους ποιος ήταν, με τις άοκνες προσπάθειες ανθρώπων- συνεχιστών του, που αγαπούν την τέχνη που ο Μάρκος ανάστησε… σαν χρέος τους απέναντί του! Και από όλους πλέον, με λιγότερη ή περισσότερη διάθεση για αλήθεια, με λιγότερη ή περισσότερη συνειδητοποίηση της αξίας του και του οφέλους που μπορεί να δώσει στον τόπο του τελικά, τώρα, έγινε αποδεκτός. Αντίθετα, η αναγνώριση του γινόταν ήδη πανελλαδικά και διεθνώς με ποικίλους τρόπους, χρόνια πριν γίνει στη Σύρα. Τον τιμούσαν ήδη παντού, όταν εδώ στη Σύρα που τον γέννησε, δεν γινόταν τίποτα. Η Σύρα σιωπούσε… Ο τόπος του ο ίδιος τον «έπνιγε» «ακρωτηρίαζε τη μνήμη του», δεν τον ήθελε. Η κοσμοπολίτικη Ερμούπολη δεν είχε χώρο για τον πιο μεγάλο δημιουργό της, τον πατριάρχη του Ρεμπέτικου, τον Μάρκο Βαμβακάρη! Δεν μπορούσε να τον «δεχτεί» ούτε αυτόν, ούτε το σπουδαίο μπουζούκι του, τον έλεγε «χασικλή» «μαστούρη» λες και όλα τα τραγούδια του για τις ουσίες μιλούσαν…

Εκείνος άσκησε την τέχνη του με αληθινό μεράκι, άδολη αγάπη, σκληρή δουλειά, μοναδική αφοσίωση και την έκανε ξεχωριστή, αξιόλογη, μοναδική! Έζησε με αξιοπρέπεια βγάζοντας τίμια τον ιδρώτα του, όπως έλεγε. Σήμερα ακούμε τα τραγούδια του και τα θαυμάζουμε! Λέμε με καμάρι… είναι του Μάρκου(!) γι’ αυτό είναι αριστουργήματα! Τραγούδια βγαλμένα μέσα από τον πόνο του φτωχού ανθρώπου, του αδικημένου, του πικραμένου! Έζησε και βασανίστηκε μέσα στη φτώχεια, γνώρισε τη δυστυχία των ανθρώπων της εργατιάς, του περιθωρίου, αλλά και την αληθινή μαγκιά! Όπως έχει πει κι ο ίδιος, ο μάγκας ήταν άνθρωπος ήσυχος, πράος, μπεσαλής, τίμιος, φιλότιμος, κανέναν δεν πείραζε, τον αγαπούσαν όλοι κι αυτός τους αγαπούσε, τον σεβόντουσαν και τους σεβότανε. Όσο κι αν κυλίστηκε στο «βούρκο» της ζωής και του περιθωρίου, αυτός παρέμεινε αληθινός, δίκαιος, καθαρός, άνθρωπος συνειδητοποιημένος, επαναστάτης, ελεύθερος, και… μεγάλη καρδιά! Πράγμα όχι και τόσο εύκολο για τις συνθήκες μέσα στις οποίες ζούσε… Ούτε για αυτόν, ούτε για την τέχνη του οι συνθήκες ήταν εύκολες- τι εύκολες (;)- ήταν πάρα πολύ δύσκολες! Πολέμησε με την αδικία, αλλά, ακόμα και με την αχαριστία των ανθρώπων που ο ίδιος είχε ευεργετήσει. Τον κυνήγησαν για την παράνομη ζωή του τεκέ και του μπουζουκιού, βρέθηκε κι ο ίδιος χωρίς να φταίει, στη φυλακή- τότε κανένας δεν ήθελε να τ’ ακούσει. Ήταν της φυλακής και του περιθωρίου, της παρανομίας… το κυνηγούσαν, το τιμωρούσαν…  Ακόμα κι οι στίχοι του Μάρκου… λογοκρίθηκαν για την αλήθεια τους!

Τη δεκαετία 1930-1940 όμως άλλαξαν τα πράγματα. Παραδεχτήκανε οι εταιρίες και τον Μάρκο, και το μπουζούκι. Ήταν η χρυσή εποχή, η μεγάλη επιτυχία του! Οι  ταβέρνες γέμισαν με τον ήχο του μπουζουκιού, της λαικής κιθάρας… έγιναν οι πρώτες ηχογραφήσεις! Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες έφεραν τη σπουδαία μουσική παιδεία και τον τρόπο ζωής τους στην Ελλάδα. Κανείς δεν τους ήθελε. Ζούσαν μέσα σε παράγκες στον Πειραιά. Αγωνίστηκαν να ορθοποδήσουν. Τους παραδέχτηκαν όμως σιγά- σιγά για πολλά, για τις τέχνες, τις γνώσεις, το  κοφτερό μυαλό τους. «Πάτησαν» σ’ αυτούς. Πάντρεψαν το ελληνικό στοιχείο με το σμυρναίικο. Η ξακουστή τετράς: Μπάτης, Ανέστος, Στράτος, Μάρκος, άφησε εποχή! Μέσα στις κακουχίες της προσφυγιάς συναντήθηκαν τα μεγάλα πνεύματα του Ρεμπέτικου.

Τα επόμενα χρόνια όμως δεν ήταν εύκολα γι’ αυτόν, τότε ήταν που είδε να τον εγκαταλείπουν ακόμα και εκείνοι που είχε βοηθήσει, όπως λέει. Αναγκάστηκε να παίζει και να βγάζει πιάτο- έβαζε τον μικρό Στέλιο- για να ζήσει, με ότι είχε ο καθένας ευχαρίστηση να του δώσει. Άκρα ταπείνωση για ένα τόσο μεγάλο δημιουργό, για μια ψυχή που δεν έσκυψε ποτέ το κεφάλι! Πολλές φορές χρειάστηκε να δοκιμαστεί  στη ζωή του, κι αυτή ήταν άλλη μια… δεν λύγισε! Και τότε έγραψε… «Τι πάθος ατελείωτο που είναι το δικό μου, όλοι να θέλουν τη ζωή, κι εγώ το θάνατό μου» Αυτός ήταν ο Μάρκος… η μεγάλη, περήφανη, καρδιά!

Την προδοσία και την αχαριστία των ανθρώπων, την έζησε και από τους δικούς του ανθρώπους… Τον είχε «προδώσει» η ίδια του η γυναίκα, με τον φίλο του. Και δεν έπαψε, όπως λέει, στιγμή να την αγαπάει παρόλο που ήξερε πολύ καλά ότι δεν άξιζε την αγάπη του. Το τίμημα της δύσκολης ζωής που ζούσε, το πλήρωσε άδικα κι ακριβά, το τίμημα της αχαριστίας που του έδειξαν οι άνθρωποι το πλήρωσε κι αυτό, την προδοσία, τον πόνο του … έκανε μουσική και τραγούδια! Τραγούδια, λόγια, βγαλμένα μέσα από την πονεμένη ψυχή του… Γι’ αυτό είναι, αυτά που είναι! Πάντα θα μας συγκινούν! Δεν ήταν μόνο τεχνικά άρτια, παιγμένα από έναν μοναδικό δεξιοτέχνη, αλλά ήταν βγαλμένα μέσα από την ψυχή του, είχαν πόνο (!)- οι δάσκαλοι του μπουζουκιού λένε σήμερα, κανείς δεν μπορεί να παίξει όπως ο Μάρκος, γιατί άραγε; Η ζωή του έγινε τραγούδια! Ο πόνος, εξομολόγηση! Η αγάπη, παράπονο! Η φτώχεια, περηφάνια! Το αδιέξοδο, ελευθερία! Η ταπείνωση, μεγαλείο! Η ανέχεια, πάλη! Η ζωή, επανάσταση! Η μουσική, ύπαρξη!

Στο πειθαρχείο, όταν άδικα βρέθηκε, και στη φυλακή- αποτέλεσμα των τεκέδων – που υπήρξε τότε η διαφυγή από τα βάσανα των φτωχών εργατών, των προσφύγων που είχαν κατακλύσει τον Πειραιά, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, την Πυρκαγιά της Σμύρνης- έγραψε τους πιο ωραίους του στίχους… ήταν το ησυχαστήριό του! Εκεί στην απομόνωση έγραψε στίχους πονεμένους, έκανε λέξεις… την πίκρα της ζωής του, την αδικία! Η τέχνη έγινε ζωή και η ζωή Τέχνη!

Ο σεβασμός στην προσωπικότητα του δημιουργού Ρεμπέτη Μάρκου άργησε να φανεί στη Σύρα.  Όταν πια απ’ όλους αναγνωρίστηκε και εξυμνήθηκε, ήρθε κι εδώ η ώρα τον «συγχωρέσουν» τον Μάρκο που ήταν μάγκας του τεκέ, τον Μάρκο που «φούμερνε» εκείνα τα χρόνια που όλη η φτωχολογιά έτσι ήταν… στον Πειραιά. Τον Μάρκο που τραγούδησε τα βάσανά του και τα βάσανα του απλού κοσμάκη, των εργατών, των μεροκαματιάρηδων του λιμανιού, τη φτώχειας, την προσφυγιά που ξεχνούσε τον πόνο της στον τεκέ, τη μόνη διαφυγή.  Εργάτης τίμιος, και μάγκας σωστός, ήταν ο Μάρκος. Δεν θα μπορούσε να εξαιρεθεί από την εποχή του, από την τάξη του και τα βάσανα της αφού μέσα εκεί γεννήθηκε, κι έζησε. Αυτά τα βάσανα ύμνησε. Ήταν αληθινός! Ήταν ο εαυτός του! Ένας άνθρωπος, σαν τόσους άλλους ήρωες της ζωής, ασήμαντους κι αθέατους, που παλεύουν με τη μοίρα τους. Εκείνος πάλεψε, και την έκανε δική του. Την ύμνησε! Την όρισε! Την άλλαξε! Και σ’ αυτό τον βοήθησε η τέχνη του. Εκείνη που με πάθος αγάπησε! Κι εκείνη, όλα όσα της έδωσε, του τα επέστρεψε πίσω… πολλαπλά… μεγάλα… θαυμαστά… (!)

Όποιος διαβάσει με περίσκεψη την αυτοβιογραφία του Μάρκου, σκέφτεται τα λόγια του, τους στίχους του με μεγάλο προβληματισμό, σχεδόν συγκινείται, πώς μπορεί να τον αφήσει αδιάφορο μια ψυχή σαν τον Μάρκο!  Όποιος με καθαρή καρδιά δει, κι όποιος έχει βιώσει τη φτώχεια και τον αγώνα για ένα κομμάτι ψωμί, όποιος έχει αγωνιστεί για να επιβιώσει, όποιος έχει αλλάξει επαγγέλματα για να ζήσει, όποιος ήταν ή είναι, πρόσφυγας τυραννισμένος, όποιος με οποιοδήποτε τρόπο πόνεσε στη ζωή του, θα μπορέσει να καταλάβει… ποιος ήταν ο Μάρκος! Άσε που βρίσκει τον εαυτό του, την πίκρα του, την ιστορία του, στη μουσική του και τους στίχους… ο καθένας. Η ιστορία εξάλλου επαναλαμβάνεται! Οι άνθρωποι εξακολουθούν να είναι σκληροί, αχάριστοι, άδικοι, άδειοι, μικρόψυχοι, κακοί, αλλά και καρδιές μεγάλες, γενναίες, καθαρές, καλοσυνάτες, ήσυχες, με μοναδικό μεγαλείο την απλότητα τους και την ειλικρίνεια, την αυτογνωσία και το θάρρος, τη σεμνότητα και την περηφάνια! Έτσι μόνο, με καρδιά και μπέσα, με φιλότιμο και πόνο… μπορούμε να καταλάβουμε τι έγραψε ο Μάρκος, πώς έγραψε ο Μάρκος, πώς «έπαιξε» ο Μάρκος και ποιός ήταν… ο Μάρκος… ο άνθρωπος, ο δημιουργός, ο μάγκας, ο δερβίσης!

 

Ερμούπολη, 07/07/0219                                 Μαρία Π. Κρόντη